ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αποψη: Πράξη πολιτιστικής αποκάθαρσης

apopsi-praxi-politistikis-apokatharsis-2389999

Ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν είναι διάσημος για τη φράση του: «Αν χάσουμε την Κωνσταντινούπολη, χάνουμε την Τουρκία». Πέρυσι, έχασε τις δημοτικές εκλογές της πόλης. Σήμερα, προσπαθεί να αντιστρέψει την ολισθαίνουσα δημοτικότητά του υποστηρίζοντας έναν θρησκευτικό φονταμενταλισμό που απειλεί τις μειονότητες της Τουρκίας, τον κοσμικό χαρακτήρα της χώρας και τον ιστορικό ρόλο της Κωνσταντινούπολης ως ανεκτικής μητρόπολης όπου συνυπάρχει για αιώνες η μουσουλμανική, η χριστιανική και η εβραϊκή πίστη.

Η κοντόφθαλμη, κυνική εκστρατεία του Ερντογάν χτύπησε στην καρδιά του παγκόσμιου πολιτισμού και έπληξε τον χαρακτήρα της Κωνσταντινούπολης. Με τη δική του ηθική αυτουργία, το Ανώτατο Δικαστήριο της Τουρκίας εξέδωσε μια σκανδαλωδώς επικίνδυνη απόφαση που αναδίδει φανατισμό και θρησκοληψία: η Αγία Σοφία, πολιτιστικό μνημείο της UNESCO στην Κωνσταντινούπολη, ένα διεθνές σύμβολο της παγκόσμιας ιστορίας και της πολυπολιτισμικής εκπροσώπησης, πρέπει να μετατραπεί ξανά από μουσείο σε τζαμί.

Ως μουσείο, η Αγία Σοφία, ένα τεράστιο οικοδόμημα 1.500 ετών που προηγουμένως ήταν εκκλησία και στη συνέχεια τζαμί, αντιπροσώπευε την ουσία της Κωνσταντινούπολης, έναν τόπο όπου οι αυτοκρατορίες και οι θρησκείες που αλλάζουν τον κόσμο συγκρούονταν και συναντιούνταν, αλλά τα μνημεία και τα πολιτιστικά αντικείμενα των οποίων μπορούσαν να τα απολαμβάνουν όλοι. Η απόφαση της Παρασκευής σηματοδοτεί ένα συμβολικό τέλος σε αυτήν την κληρονομιά ανοχής και αλληλοκατανόησης.  Η ιστορία της Αγίας Σοφίας περιέχει την ιστορία της Κωνσταντινούπολης. Είναι μια βυζαντινή εκκλησία που κυριάρχησε στον ορίζοντα της Κωνσταντινούπολης (νυν Ισταμπούλ), καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας της πόλης. Οταν οι Οθωμανοί κατέλαβαν την πόλη το 1453, έγινε τζαμί. Το 1935, ο Κεμάλ Ατατούρκ, ιδρυτής της σύγχρονης κοσμικής Τουρκίας, τη μετέτρεψε σε μουσείο και η Αγία Σοφία άνοιξε σε όλους ως ένας χώρος πολιτισμού και επιστημών. Εγινε ένα τεράστιο τουριστικό αξιοθέατο. Οι επισκέπτες θαυμάζουν όχι μόνο τη δομή του, αλλά και τις διαστρωματώσεις της Ιστορίας που ενσωματώνει.

Η Κωνσταντινούπολη ιδρύθηκε το 330 μ.Χ. από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Α΄, ο οποίος επέλεξε έναν καταπληκτικό χώρο με θέα στον Βόσπορο και στρατηγικό έλεγχο της Μαύρης Θάλασσας. Στη «Νέα» Ρώμη του έχτισε μια αυτοκρατορική πρωτεύουσα που ξεπέρασε την «Παλαιά» Ρώμη.

Ο γιος του κατασκεύασε την πρώτη εκκλησία αφιερωμένη στην Αγία Σοφία. Χρησίμευσε ως καθεδρικός ναός, όπου ο πατριάρχης τελούσε λειτουργίες στις οποίες συμμετείχαν ο αυτοκράτορας και η αυτοκράτειρα καθώς και ο τοπικός πληθυσμός. Καθώς η πόλη επεκτάθηκε, το ίδιο συνέβη και με την εκκλησία. Το 537, ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός, η εξουσία του οποίου εκτεινόταν από την Ιταλία ώς το Σινά, αφιέ-ρωσε το οικοδόμημα που υπάρχει ώς σήμερα ως έκφραση ισχύος και ευσέβειας. Διαθέτει έναν τεράστιο θόλο με διάμετρο 31 μέτρων και ύψος 56 μέτρων. Για σχεδόν χίλια χρόνια ήταν ο υψηλότερος και μεγαλύτερος στον κόσμο.

Διακοσμημένη με μάρμαρα χρωματικών αντιθέσεων από όλα τα μέρη της Μεσογείου, ολόκληρη η εσωτερική επιφάνεια της Αγίας Σοφίας έλαμπε με χρυσά και ασημένια ψηφιδωτά που αντανακλούσαν το φως που πλημμυρίζει μέσα από τα πολλά παράθυρα.

Η αρχική εκκλησία του Ιουστινιανού διέθετε μια εσωτερική διακόσμηση: έναν μνημειώδη, λαμπερό σταυρό στον τρούλο, που τώρα έχει αφαιρεθεί. Στα τέλη του 9ου αιώνα, προστέθηκαν οι ψηφιδωτές εικόνες: η Παναγία και το Παιδί στην κύρια αψίδα, με τους αρχαγγέλους Μιχαήλ και Γαβριήλ στις δύο πλευρές. Κατοπινοί ηγέτες, συμπεριλαμβανομένης της Αυτοκράτειρας Ζωής, άφησαν στην εκκλησία όμορφα πορτρέτα τους από χρυσά ψηφιδωτά και χριστιανικές εικόνες.

Η μεγάλη εκκλησία καθιέρωσε ένα πρότυπο. Οταν οι Αραβες βγήκαν μέσα από τις ερήμους για να διακηρύξουν την πίστη στο Ισλάμ, έχτισαν τα πρώτα τζαμιά τους με πρότυπο τους χριστιανικούς θόλους που δημιούργησαν οι πρωτοπόροι Βυζαντινοί. Ετσι, όταν ο Τούρκος σουλτάνος Μωάμεθ Β΄ παραβίασε τα τριπλά τείχη και εισέβαλε στην Κωνσταντινούπολη τον Μάιο του 1453, μπορούσε να διατάξει ώστε το σύμβολο της πόλης, η Αγία Σοφία, να μετατραπεί σε τζαμί αντί να καταστραφεί.

Σύμφωνα με τον ισλαμικό νόμο, τα ψηφιδωτά αφαιρέθηκαν ή επικαλύφθηκαν, μια τεράστια απώλεια και μια προειδοποίηση για το τι θα μπορούσε να συμβεί ξανά. Πράγματι, ενώ οι Τούρκοι αξιωματούχοι υποσχέθηκαν την Παρασκευή 10 Ιουλίου ότι τα μωσαϊκά δεν θα αφαιρεθούν, τη Δευτέρα ανακοίνωσαν ότι θα καλυφθούν με κουρτίνες ή λέιζερ κατά τη διάρκεια των μουσουλμανικών προσευχών.

Η εκ νέου μετατροπή αυτού του ασυναγώνιστου κτιρίου σε τόπο λατρείας απειλεί την ανοιχτή πρόσβαση σε ένα μεγαλειώδη χώρο καθώς και τον ανεκτίμητο ψηφιδωτό του διάκοσμο. Περιορίζοντας την πρόσβαση στη μεγαλύτερη ιστορική κληρονομιά της Κωνσταντινούπολης, ο Ερντογάν επιτίθεται στην κοσμική παράδοση που καθιστά την πόλη και την ίδια την Τουρκία ένα παγκόσμιο σταυροδρόμι. Είναι μια πράξη πολιτιστικής αποκάθαρσης.

Πρόκειται για μια απόφαση ενός αυταρχικού ηγέτη που τελεί υπό πολιορκία –κάτι που τον καθιστά πλέον επικίνδυνο– υποκινούμενο από την επιθυμία να τιμωρήσει τους κατοίκους της Κωνσταντινούπολης, οι οποίοι ψήφισαν αποφασιστικά εναντίον του, και από την απόφαση να εδραιώσει τη θέση του προκαλώντας διαίρεση και εχθρότητα μεταξύ των ευσεβών οπαδών του και εκείνων που ακολουθούν τις κοσμικές παραδόσεις.

Η Αγία Σοφία ανήκει στον κόσμο. Η τύχη της δεν είναι απλώς ένα ζήτημα της τουρκικής εθνικής κυριαρχίας, όπως επιμένει αμυνόμενος ο Ερντογάν.

* Η κ. Τζούντιθ Χέριν είναι επίτιμη καθηγήτρια στο King’s College του Λονδίνου και συγγραφέας του βιβλίου «Ravenna, Capital of Empire, Crucible of Europe» που θα κυκλοφορήσει τον Αύγουστο. Το παραπάνω άρθρο δημοσιεύθηκε στην Washington Post στις 15 Ιουλίου 2020.