H επίσκεψη του κ. Σημίτη στις ΗΠΑ

6' 57" χρόνος ανάγνωσης
Ακούστε το άρθρο

Πολλά γράφονται και λέγονται αυτές τις ημέρες για το πρόσφατο ταξίδι του πρωθυπουργού κ. Σημίτη στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και τις εκεί συναντήσεις του με τον πρόεδρο Μπους και ανώτατους κυβερνητικούς αξιωματούχους. Επειδή η συζήτηση για την πρωθυπουργική επίσκεψη άρχισε μερικές ημέρες πριν από την πραγματοποίησή της, με κύριο προπομπό της τη γνωστή δυσμενή για την κυβέρνηση -και τη χώρα μας γενικότερα- εκπομπή του αμερικανικού τηλεοπτικού δικτύου CBS σχετικά με την τρομοκρατία στην Ελλάδα, θα ήθελα, διατυπώνοντας ορισμένες σκέψεις για την επίσκεψη αυτή, να αρχίσω από την εκπομπή του CΒS.

Είναι βέβαιο ότι η ανθελληνική αυτή ενέργεια, στις παραμονές της επισκέψεως Σημίτη στις ΗΠΑ, είναι αποτέλεσμα της παρασκηνιακής δράσεως της ισχυρής τουρκικής ομάδας (lobby) που πιέζει τους Αμερικανούς όχι μόνον υπέρ των τουρκικών συμφερόντων αλλά και εναντίον των ελληνικών θέσεων, με προφανή σκοπό να επηρεάσει δυσμενώς κατά της χώρας μας την αμερικανική κοινή γνώμη και την κυβέρνηση των ΗΠΑ. H Τουρκία έχει φροντίσει να πλαισιώσει με πεπειραμένα, εξειδικευμένα και ικανά μέλη αυτή την ομάδα πιέσεως, στην οποία διαθέτει άφθονο χρήμα για την κατάλληλη δικτύωσή της και την αποτελεσματική δράση της και η οποία συνεργάζεται με το επίσης ικανότατο εβραϊκό lobby που δρα στις ΗΠΑ. Δυστυχώς, η Ελλάδα ποτέ δεν έχει προσέξει, στον βαθμό που επιβάλλουν τα συμφέροντά της, το θέμα αυτό. Περιορίζεται σε μια ομάδα Ελληνο-Αμερικανών εθελοντών, οι οποίοι δεν διαθέτουν την απαιτούμενη επαγγελματική κατάρτιση και τη συναφή πείρα και είναι φυσικό ο μεγάλος ενθουσιασμός τους να μην αναπληρώνει την απαιτούμενη για την περίπτωση ειδική εμπειρία. Εξάλλου, ελάχιστα είναι τα χρήματα που διαθέτει και ανεπαρκέστατα τα μέσα που παρέχει το κράτος για τον σκοπό αυτό στην πρεσβεία μας στην Ουάσιγκτον.

Αδικαιολόγητος αντιαμερικανισμός

Οσον αφορά στην ουσία του θέματος της ανθελληνικής προπαγάνδας, δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι μεγάλο μέρος ευθύνης γι’ αυτήν έχουμε εμείς οι ίδιοι, αφού, δυστυχώς, διευκολύνουμε την ανάπτυξή της με τις επιπολαιότητές μας, τις κομματικές αγκυλώσεις και τους φανατισμούς μας. Καλλιεργήθηκε στο πρόσφατο παρελθόν στη χώρα μας, και συντηρείται έστω μειωμένος, ένας μάλλον αδικαιολόγητος αντιαμερικανισμός, ο οποίος κατά βάση εκμεταλλεύεται τη στάση που τήρησαν οι ΗΠΑ έναντι της δικτατορίας των συνταγματαρχών. Ξεχνάμε, όμως, ότι οι αμερικανικές κυβερνήσεις δεν ήταν οι μόνες, τον καιρό της δικτατορίας, που υπήρξαν ανεκτικές έναντι της χούντας. Οι κυβερνήσεις της τότε Σοβιετικής Ενώσεως, πολλοί Αγγλοι βουλευτές, με προεξάρχουσα την κυρία Γιανγκ, το ρουμανικό καθεστώς του Τσαουσέσκου -ο οποίος μάλιστα είχε προγραμματίσει και φιλική επίσκεψη στη δικτατορική Ελλάδα, αλλά τον πρόλαβε η κατάρρρευση της χούντας- όλοι αυτοί διατηρούσαν σχέσεις με το καθεστώς των συνταγματαρχών. Το γεγονός ότι τα μέσα ενημερώσεως των χωρών αυτών εμφανίζονταν στην κοινή γνώμη τους αντίθετα, καθόλου βέβαια δεν αναιρεί την ουσία της ιστορικής διαπιστώσεως. Στις καθαρές τιμητικές εξαιρέσεις, που προσωπικά γνώρισα, ανήκουν από τους Ευρωπαίους – ο τότε υπουργός των Εξωτερικών της Ολλανδίας Βαν ντερ Στουλ, αρκετοί Ολλανδοί πρέσβεις διαπιστευμένοι στην Ελλάδα και ο πρέσβης της Αυστρίας στην Αθήνα Στάινερ. Πρέπει, επίσης, να σημειώσω ότι, όπως γράφω και στο βιβλίο μου «Το ημερολόγιό μου τον καιρό της δικτατορίας», πολλοί Αμερικανοί γερουσιαστές και βουλευτές μάς βοήθησαν -τον μακαρίτη Δ. Παπασπύρου κι εμένα- όταν ύστερα από πρόσκληση της αμερικανικής Γερουσίας είχαμε μεταβεί στις ΗΠΑ, προκειμένου να ενημερώσουμε τα μέλη της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων για την τότε εγκατάσταση στην Ελλάδα βάσεως του αμερικανικού στόλου. Μίλησα προηγουμένως για επιπολαιότητά μας, όσον αφορά στον συντηρούμενο στη χώρα μας αντιαμερικανισμό. Τυπικά δείγματα συνιστούν οι πορείες που οργανώνονται, με πρόφαση διάφορα γεγονότα, και πραγματοποιούνται πάντοτε προς την αμερικανική πρεσβεία της Αθήνας και βέβαια η καθιερωμένη πλέον και πραγματοποιούμενη κάθε χρόνο, εδώ και 27 χρόνια, αντιαμερικανική διαδηλωτική πορεία από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο προς την ίδια πρεσβεία, μια πορεία που την έχει πληρώσει πολλές φορές ο αθηναϊκός λαός, με αναταραχές, σοβαρές ζημιές, ακόμη και ανθρώπινα θύματα. Μόνο μια φορά απαγορεύθηκε η πορεία αυτή: ήταν τον Νοέμβριο του 1980, όταν ήμουν πρωθυπουργός και θέλησα να θέσω τέρμα σε αυτή την επιπολαιότητα.

Δυστυχώς, δεν έχει γίνει αντιληπτό ότι την εξωτερική πολιτική όχι απλώς δεν είναι δυνατόν, αλλά είναι αυτόχρημα εγκληματικό για τα συμφέροντα του τόπου, να τη χαράσσει το πλήθος των διαδηλωτών? την αποφασίζει και την εφαρμόζει η υπεύθυνη κυβέρνηση σε συνεννόηση με την αντιπολίτευση. Οπως, επίσης, δεν έχει συνειδητοποιηθεί ότι στις ημέρες μας, έχουν εκλείψει πλέον οι φιλέλληνες -Ευρωπαίοι και Αμερικανοί- του 19ου αιώνα. Τα κράτη ρυθμίζουν την εξωτερική τους πολιτική με μοναδικό κριτήριο τα εθνικά τους συμφέροντα. Αυτό σημαίνει ότι το καθήκον μας ως έθνους και ως λαού πατριωτών Ελλήνων είναι να προσπαθούμε συνεχώς να δημιουργούμε πάντοτε φιλικά προς τη χώρα μας αισθήματα, προβάλλοντας συστηματικά, εμπεριστατωμένα και πειστικά τα δίκαιά μας και τις εθνικές μας θέσεις.

Αλλά ας έλθουμε και στην ουσία της επισκέψεως. Πολλοί μίλησαν για αποτυχία του ταξιδιού αυτού. Μερικοί μάλιστα το χαρακτηρίζουν ως πλήρως αποτυχημένο. Προσωπικά, δεν μπορώ να εκφέρω ούτε αρνητική ούτε θετική γνώμη αυτή τη στιγμή, γιατί δεν μπορώ να γνωρίζω το περιεχόμενο των συνομιλιών του πρωθυπουργού με τους Αμερικανούς ιθύνοντες. Αλλωστε, για μια ουσιαστική αποτίμηση τέτοιων συναντήσεων και τη συναγωγή ανάλογων συμπερασμάτων απαιτείται χρόνος, κατά τη διαδρομή του οποίου συνήθως διαφαίνονται ή και αποκαλύπτονται πτυχές που διευκολύνουν τον αποτιμητικό σχολιασμό.

Δύο λάθη

Αυτά, όμως, που τώρα μπορώ να σημειώσω είναι τα εξής:

1) Ηταν, κατ’ αρχήν, λάθος του κ. Σημίτη να μην καλέσει τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως, καθώς και τους προέδρους των άλλων κομμάτων της Βουλής, προκειμένου να τους ενημερώσει για το ταξίδι του στις ΗΠΑ, προτού βέβαια το πραγματοποιήσει. H πολιτικά και εθνικά ενδεδειγμένη αυτή κίνηση θα ισχυροποιούσε την επιχειρηματολογία του και θα διευκόλυνε τις συζητήσεις του με τους Αμερικανούς, αφού αυτοί θα γνώριζαν ότι, με εξαίρεση το KKE, ο Ελληνας πρωθυπουργός είχε τη σύμφωνη γνώμη της συντριπτικής πλειοψηφίας -του 90% περίπου- του πολιτικού κόσμου της χώρας μας για όσα τους έλεγε? δεν ήταν, δηλαδή, θέσεις και απόψεις μόνο της κυβερνήσεώς του. Αξίζει, νομίζω, να αναφερθεί στο σημείο αυτό ότι, τόσο επί κυβερνήσεων K. Καραμανλή όσο και επί της ιδικής μου πρωθυπουργίας, ενημερωνόταν -έγκαιρα πάντοτε- σε ανάλογες περιπτώσεις ο τότε αρχηγός της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως A. Παπανδρέου. Οταν, λόγου χάρη, διεξάγονταν οι συνεννοήσεις με τους Ευρωπαίους για την ένταξη της Ελλάδος στην EOK «ως πλήρους και ισοτίμου μέλους», τον είχαμε επισκεφθεί, με εντολή τού Καραμανλή, μια φορά εγώ, ως υπουργός υπεύθυνος για τις διαπραγματεύσεις και τον ενημερώσαμε σχετικά. Επίσης, όταν είχε εκτιμηθεί από την κυβέρνησή μου ότι επιβαλλόταν η επάνοδος της χώρας μας στο στρατιωτικό σκέλος του NATO, ενημέρωσα -προ της αποφάσεως- τηλεφωνικώς επί του θέματος τον A. Παπανδρέου, στη συνέχεια τον κάλεσα στο γραφείο μου, όπου του ανακοίνωσα την τελική απόφαση και ταυτόχρονα έδωσα εντολή στον αντιπτέραρχο N. Κουρή, που ήταν επικεφαλής των σχετικών διαπραγματεύσεων με τους νατοϊκούς, να επισκεφθεί τον αρχηγό του ΠΑΣΟΚ στο Καστρί για περαιτέρω λεπτομερειακή ενημέρωση.

2) Ηταν λάθος της κυβερνήσεως η σοβαρή παράλειψή της να μην αντιδράσει τον περασμένο Μάιο, αμέσως μόλις είχε διαρρεύσει η πληροφορία ότι είχαν αρχίσει συνεννοήσεις για τον Ευρωστρατό μεταξύ Αμερικανών, Αγγλων και Τούρκων. Αν έγκαιρα είχαμε αντιταχθεί σε αυτή την εξωθεσμική κίνηση, πιστεύω ότι οι εξελίξεις θα ήταν διαφορετικές. Σήμερα, το μόνο που έχουμε τη δυνατότητα να κάμουμε είναι να ασκήσουμε το δικαίωμα της αρνησικυρίας (veto), το οποίο όμως αποτελεί, δυστυχώς, δίκοπο μαχαίρι.

3) Μια τελευταία παρατήρηση που θα ήθελα να κάμω είναι ότι, ενώ είθισται μετά από επίσημες συνομιλίες σε επίπεδο κορυφής -εν προκειμένω μεταξύ Αμερικανού προέδρου και Ελληνος πρωθυπουργού- η φιλοξενούσα πλευρά να καλεί σε συνέντευξη Τύπου και δημοσιογράφους της χώρας της, αυτό δεν έγινε στην περίπτωση της επισκέψεως Σημίτη. Υποπτεύομαι ότι η πρόσκληση αποφεύχθηκε για λόγους εσωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ. Πάντως, ο Ελληνας πρωθυπουργός, εκτός από Ελληνες, κάλεσε, με δική του πρωτοβουλία, γνωστούς Αμερικανούς δημοσιογράφους, τους οποίους και ενημέρωσε -ελπίζω επιτυχώς- για τις συνομιλίες που είχε στην Αμερική.

Η ένταξη της Κύπρου

Ολοκληρώνοντας αυτές τις σκέψεις μου, θεωρώ σκόπιμο -και κατά τη γνώμη μου χρήσιμο- να υπογραμμίσω ότι, είναι γνωστό πως, παρά την πίεση του τουρκικού στρατού κατοχής, καθημερινώς πληθαίνουν οι Τουρκοκύπριοι που δυσανασχετούν, διαπιστώνοντας ότι το βιοτικό επίπεδο των Ελληνοκυπρίων είναι υψηλό, σε αντίθεση με το δικό τους που είναι εξαιρετικά χαμηλό. Στις παραμονές της εντάξεως της Μεγαλονήσου στην Ευρωπαϊκή Ενωση, το 2003, η αγανάκτηση αναμένεται να διογκωθεί περαιτέρω. Στην περίπτωση αυτή, είναι πολύ πιθανόν ο Ντενκτάς -για να κερδίσει χρόνο- να ισχυρισθεί ότι, καθώς η τουρκοκυπριακή πλευρά δεν συμμετέχει στις διαπραγματεύσεις, θα πρέπει να αναβληθεί η ένταξη και οι σχετικές συζητήσεις να ξεκινήσουν από την αρχή.

Εχει άραγε, εξετάσει αυτό το ενδεχόμενο η ελληνική κυβέρνηση κατά τις συννενοήσεις της με τον πρόεδρο Κληρίδη και έχει από κοινού μελετηθεί ο τρόπος αντιδράσεως σε μια τέτοια πιθανή εξέλιξη;

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή
MHT