ΠΟΛΙΤΙΚΗ

H Κεντροαριστερά πάλι στο προσκήνιο

Δεν είναι η πρώτη, προφανώς δεν θα είναι και η τελευταία, φορά που η ελληνική Αριστερά «εμπλέκεται» σε παιχνίδια εξουσίας με την υπουργοποίηση ενός εκ των επωνύμων στελεχών της. Σχετικά πρόσφατο παράδειγμα ήταν εκείνο του κ. Μ. Θεοδωράκη σε κυβερνήσεις, όμως, της Ν.Δ., με ό,τι αυτό συνεπάγεται και όσους συμβολισμούς μπορεί να έχει για τη συνεργασία μιας προσωπικότητας της Αριστεράς σε κυβερνητικό σχήμα της Δεξιάς.

Η ανάθεση, τώρα, υπουργικών καθηκόντων στον επικεφαλής της ΑΕΚΑ κ. Ν. Μπίστη, σε μια κυβέρνηση κόμματος, το οποίο ανήκει στην λεγόμενη προοδευτική παράταξη, δείχνει περισσότερο «συμβατή» εξέλιξη, και έρχεται να επαναφέρει στο επίκεντρο των πολιτικών συζητήσεων και των παραδοσιακών αντιπαραθέσεων, το ζήτημα των σχέσεων του ΠΑΣΟΚ με τις «λοιπές προοδευτικές δυνάμεις».

Η «χρησιμοποίηση» στελέχους της Αριστεράς από την ηγεσία του κυβερνώντος κόμματος σε θέσεις με περισσότερο συμβολική σημασία (προκειμένου, δήθεν, να τονιστεί η επιθυμία του ΠΑΣΟΚ να λειτουργήσει ως πόλος της ευρύτερης δημοκρατικής παράταξης και όχι απλώς ως κομματικός μηχανισμός διαχείρισης της εξουσίας) δεν είναι κάτι το καινούργιο. Υπάρχουν ανάλογα παραδείγματα και επί κυβερνήσεων του Α. Παπανδρέου. Το εγχείρημα με πρωθυπουργό τον κ. Κ. Σημίτη, ωστόσο, θεωρητικά έχει διαφορετικό νόημα: η παρουσία του κ. Σημίτη στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ συνδέθηκε ιδιαίτερα έντονα την πρώτη περίοδο, για να ατονήσει, πάντως, στη συνέχεια, με τα σχέδιά του για ανασύνθεση του προοδευτικού πολιτικού χώρου, υπέρβαση του ΠΑΣΟΚ και τη δημιουργία μιας νέας Κεντροδεξιάς παράταξης.

Και είναι τώρα, ακριβώς, που ο κ. Σημίτης με τη διπλή επιλογή του αφενός να «τοποθετήσει» στη θέση του γραμματέα του κόμματος τον κ. Χρυσοχοΐδη και αφετέρου να δώσει (υφ)υπουργικά καθήκοντα στον επικεφαλής της ΑΕΚΑ, επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα της Κεντροαριστεράς. Ο κ. Μπίστης και η ΑΕΚΑ με δηλώσεις και ανακοινώσεις, δεν άφησαν να περάσει ανεκμετάλλευτη η ευκαιρία: «Η συμμετοχή στην κυβέρνηση» διευκρινίζουν, «εντάσσεται ακριβώς την προσπάθεια της ΑΕΚΑ για την αποφασιστική προώθηση και διεύρυνση του εκσυγχρονιστικού εγχειρήματος, καθώς και της ανασυγκρότησης του ευρύτερου χώρου της Κεντροαριστεράς». Ωστόσο, κάτι η χρονική συγκυρία της εκδήλωσης αυτών των πρωτοβουλιών του κ. Σημίτη (σε «προεκλογικό» χρόνο και εν μέσω ενός κλίματος σαφώς αρνητικού για το ΠΑΣΟΚ), κάτι η εσωκομματική κατάσταση στη Χαρ. Τρικούπη, καθώς και η απουσία ουσιαστικότερου διαλόγου ανάμεσα στις δυνάμεις που θα μπορούσαν να πρωταγωνιστήσουν στην υπόθεση της «νέας» προοδευτικής παράταξης, δεν δημιουργούν την αίσθηση ότι τίθενται οι βάσεις για μεγάλες αλλαγές στην υπόθεση της Κεντροαριστεράς στην Ελλάδα. Σε αυτά δε, θα πρέπει να προστεθούν και άλλες παράμετροι, όπως το ότι τα πρωθυπουργικά ανοίγματα δεν έγιναν ούτε προς τον ΣΥΝ, ούτε και προς άλλα στελέχη της ευρύτερης Αριστεράς.

Τα κόμματα της Αριστεράς

Αυτό το «θολό» του πολιτικού τοπίου, οι αμφισβητήσεις και οι αμφιβολίες, έδωσαν «χώρο» στις άλλες οργανωμένες δυνάμεις της Αριστεράς να αντιδράσουν και μάλιστα έντονα, χωρίς αυτήν τη φορά οι αντιδράσεις τους να «μαρτυρούν» -όπως συνέβαινε στο παρελθόν- φόβο και αμυντικά αντανακλαστικά απέναντι στις πρωτοβουλίες της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ. ΚΚΕ, ΣΥΝ και ΔΗΚΚΙ, επιλέγοντας να απεθυνθούν άμεσα στους -κατά την γενικότερη αίσθηση- απογοητευμένους οπαδούς και ψηφοφόρους του κυβερνώντος κόμματος τόνισαν, σχεδόν με μια φωνή, ότι θα πρέπει να μην ζουν πλέον με… ψευδαισθήσεις πως το σημερινό ΠΑΣΟΚ μπορεί να λειτουργήσει ως πολιτικός φορέας προόδου.

Η γ.γ. της ΚΕ του ΚΚΕ κ. Αλέκα Παπαρήγα απευθύνθηκε με δηλώσεις της «στους αγωνιστές και στις αγωνίστριες που ανήκουν ή ακολουθούν το ΠΑΣΟΚ και είχαν μια ελπίδα ότι μπορεί να αλλάξει και να γυρίσει σελίδα προοδευτική». Ανάλογου ύφους δήλωση έκανε και ο πρόεδρος του ΔΗΚΚΙ κ. Δημ. Τσοβόλας, ενώ και ο πρόεδρος του ΣΥΝ κ. Ν. Κωνσταντόπουλος υπογράμμισε: «Πιστεύω ότι όλος ο κόσμος αισθάνεται και διάψευση, και απογοήτευση, και οργή. Και οι πλέον καλόπιστοι νομίζω ότι μένουν ακάλυπτοι από το τελικό δείγμα γραφής και τα πολιτικά όρια που απέδειξε και αποδεικνύει με τους χειρισμούς του ο κ. Σημίτης».

Το πολιτικό «παιχνίδι» στην ευρύτερη Κεντροαριστερά θα έχει συνέχεια τουλάχιστον μέχρι τις εκλογές. Μια συνέχεια της οποίας το περιεχόμενο θα κριθεί σε τρία επίπεδα: στη συνέπεια και τους σχεδιασμούς της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ, στις ικανότητες του «εμπλεκόμενου» κ. Ν. Μπίστη (και τα περιθώρια που θα του δοθούν από τους «αντισημιτικούς» του κυβερνώντος κόμματος για να τις αναδείξει), και φυσικά, από την ικανότητα των ηγεσιών των άλλων κομμάτων να πείσουν τους «απογοητευμένους» περί της ορθότητας του δικούς τους πολιτικού λόγου.