ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Το ΠΑΣΟΚ είναι ταυτισμένο με τη διαπλοκή

Θέμα αρχής και πολιτικού ήθους επικαλείται πρωτίστως ο γενικός γραμματέας της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Ν.Δ. για την κατηγορηματική άρνηση της αξιωματικής αντιπολίτευσης να προσέλθει στον διάλογο αλλαγής του εκλογικού νόμου εν μέσω προεκλογικής περιόδου. O κ. Δημήτρης Σιούφας σε μια εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη, δεν κρύβει ότι μια από τις βασικές αδυναμίες της Ν.Δ. για να καταλάβει την εξουσία είναι «τα MME που ελέγχει το ΠΑΣΟΚ», ενώ σε σχέση με την ενδεχόμενη επιστροφή των κ. Αβραμόπουλου, Σαμαρά και Ανδιανόπουλου στη Ν.Δ. επαναλαμβάνει με νόημα ίσως -για τα μελλούμενα- την άποψή του: «Δεν χαρίζουμε κανέναν στο ΠΑΣΟΚ. Δεν μας περισσεύει κανένας»…

– Κύριε Σιούφα, ο πρόεδρος της Ν.Δ. αρνήθηκε κάθε συμμετοχή της Ν.Δ στη συζήτηση για τον εκλογικό νόμο. Δεν προσφέρει έτσι ένα επιπλέον επιχείρημα στο ΠΑΣΟΚ περί ανυπαρξίας προτάσεων της αξιωματικής αντιπολίτευσης;

– Μα ποιος σας είπε ότι η Ν.Δ. δεν έχει ξεκάθαρες απόψεις και για τον εκλογικό νόμο; Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως προέχει το ζήτημα της αρχής και του πολιτικού ήθους. Σε καμία πολιτισμένη χώρα δεν τίθεται προεκλογικά συζήτηση του εκλογικού νόμου. Αυτό ξεκαθαρίσαμε εξαρχής. Για να αντιληφθείτε δε τη διαφορά της πολιτικής νοοτροπίας των δύο κομμάτων θα σας θυμίσω ότι το ΠΑΣΟΚ που σχημάτισε τρεις φορές πλειοψηφία στη Βουλή με το υφιστάμενο σύστημα, είχε αλλάξει τον εκλογικό νόμο και το 1989, όταν είχε βεβαιωθεί ότι χάνει οριστικά τις εκλογές. Είναι προφανές ότι αυτό προσπαθεί να κάνει και σήμερα. Επιπλέον, δε και ο ίδιος ο πρωθυπουργός τον Φεβρουάριο του 2000 καταδίκαζε την πρακτική αλλαγής του εκλογικού νόμου, λίγο πριν από τις εκλογές και βεβαίωνε δημοσίως στη Βουλή ότι δεν επρόκειτο να το πράξει. Τελικά όμως αποφάσισε να κάνει αυτό που ο ίδιος απέκλειε. Εάν όλα αυτά δεν συνιστούν ομολογία ήττας και στις προσεχείς, αλλά και στις εκλογές του 2008, τι σημαίνουν;

– Διεμήνυσε, ωστόσο, στη Νέα Δημοκρατία ότι η κυβέρνηση θα αποδεχόταν να αρχίσει η ισχύς του νόμου μετά το 2005, προκειμένου να μην εμπλακεί στο νέο σύστημα τυχόν αδυναμία εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας από την επόμενη Βουλή.

– Οταν αντιλήφθηκαν το μήνυμα ηττοπάθειας που εκπέμπει η προσπάθειά τους αναγκάστηκαν να πουν ότι σχεδιάζουν για τις μεθεπόμενες εκλογές. Τους επισημάνθηκε τότε ότι η θέση τους αυτή παρέπεμπε στα σενάρια ανωμαλίας, που οι ίδιοι είχαν υπαινιχθεί, και άρχισαν να μιλούν για δέσμευση μη εφαρμογής του νόμου πριν από το 2005. Εφτασε στο σημείο ο κυβερνητικός εκπρόσωπος να πει ότι ο νόμος μπορεί να ψηφιστεί από την επόμενη Βουλή, αναγνωρίζοντας έτσι κατ’ ουσίαν και ο ίδιος ότι είναι άκαιρη η συζήτηση που έχουν προκαλέσει. Ερωτώ ευθέως. Πώς γίνεται να δεσμεύουμε σήμερα μια Βουλή που δεν έχει αναδειχθεί ακόμη; Πώς μπορεί να εκληφθεί σοβαρά ο ισχυρισμός τους ότι η αλλαγή εκλογικού νόμου αποτελεί το πρώτο βήμα για τη διαφάνεια όταν παραπέμπουν την εφαρμογή του έπειτα από τέσσερα-πέντε χρόνια;

Δεν έχουμε εξάρτηση από MME

– Ποια θεωρείτε ως τα πιο δυνατά και τα πιο αδύναμα «όπλα» του ΠΑΣΟΚ εν όψει των εκλογών που έρχονται;

– Τα ισχυρά «όπλα» του ΠΑΣΟΚ είναι χωρίς άλλο τα Μέσα Ενημέρωσης, το χρήμα και το κράτος. Αμεσα συνδεδεμένα μ’ αυτά όμως είναι και τα αδύνατα σημεία του. H ταύτισή του με το κατεστημένο, το καθεστώς της διαφθοράς, της κακοδιοίκησης, της μίζας και της αρπαχτής. Επίσης είναι η πρωτοφανής αποτυχία της κυβέρνησης στην οικονομία με την υποχώρηση της ανταγωνιστικότητας, τη διεύρυνση του χάσματος στο εμπορικό ισοζύγιο και την καθήλωση των ξένων επενδύσεων. Γενικότερα όμως νομίζω ότι το ΠΑΣΟΚ ευθύνεται για τις βαθύτατες πληγές που άνοιξε στην κοινωνία η εικοσάχρονη παραμονή του στην εξουσία, με αποτέλεσμα τη σημερινή ανεργία, την ακρίβεια, τη δραματική κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει ο αγροτικός κόσμος και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

– Να κάνω την αντίστοιχη ερώτηση και για τη Ν.Δ.;

– Δεν έχουμε τα ΜΜΕ που, έμμεσα ή άμεσα, στρατεύει η κυβέρνηση. Δεν έχουμε τα χρήματα που διαθέτει το ΠΑΣΟΚ. Δεν έχει η αντιπολίτευση τη δυνατότητα προβολής των θέσεων και των στελεχών της. Εχουμε, όμως, πολύ καλύτερα και πολύ περισσότερα ικανά στελέχη. Εχουμε σχέδιο, πρόγραμμα και όραμα για την Ελλάδα του 2010. Είμαστε απαλλαγμένοι από δογματικές αγκυλώσεις και πελατειακές εξαρτήσεις και σας μιλάω ειλικρινά είναι δέσμευσή μας να συγκροτήσουμε κυβέρνηση όλων των Ελλήνων. Κυβέρνηση που θα νοιάζεται το ίδιο και για εκείνους που την ψήφισαν και για εκείνους που δεν θα μας έχουν ψηφίσει.

Περιμένουμε απάντηση για τους κωδικούς

– Ανεξαρτήτως του τι πρόκειται να συμβεί, ποιο πιστεύετε ότι πρέπει να είναι το εκλογικό σύστημα της προσεχούς δεκαετίας;

– Επαναλαμβάνω ότι δεν πρόκειται, αυτή την ώρα, να μπούμε σ’ αυτή τη συζήτηση. Διότι έτσι θα παίζαμε το παιχνίδι αποπροσανατολισμού του κόσμου από τα μεγάλα καθημερινά προβλήματα και τα αδιέξοδα της οικονομίας. Εμείς θεωρούμε αδιανόητο να θέτει η κυβέρνηση ως μείζονα στόχο της την αλλαγή του εκλογικού νόμου για τις μεθεπόμενες εκλογές -μέχρι τον Νοέμβριο είπαν ότι θα το συζητούν- και να παραβλέπει τα προβλήματα της καθημερινότητας. Τους προκαλούμε να συζητήσουμε για την ανεργία, την ακρίβεια, τον πληθωρισμό, τις κοινωνικές και περιφερειακές ανισότητες, την εκτροπή του προϋπολογισμού, την υγεία, την παιδεία, τον αγροτικό κόσμο. Για όλα αυτά εμείς αντιπαραθέτουμε προτάσεις, λύσεις, τις οποίες τις αρνούνται. Πάρτε για παράδειγμα τη διαφθορά, για την οποία υποτίθεται ότι και εκείνοι άρχισαν να κόπτονται. Προτείναμε με σχέδιο νόμου να ανοίξουν όλοι οι κωδικοί, όχι μόνον των βουλευτών, αλλά και όσων διαχειρίζονται δημόσιο χρήμα. Ιδίως μάλιστα των διοικητών και των μελών των Δ.Σ. των κρατικών τραπεζών και των δημόσιων οργανισμών. Και θα περιμένουμε την απάντηση της κυβέρνησης, διότι θα συνιστά ομολογία ενοχής νέα υπεκφυγή της.

Διγλωσσία στο ΠΑΣΟΚ

– Μιας και το θίξατε νωρίτερα, πολλοί εκτιμούν ότι με την αποπομπή του κ. Κ. Λαλιώτη και την αντικατάστασή του από τον σαφώς μετριοπαθέστερο κ. Μιχ. Χρυσοχοΐδη, ο πρωθυπουργός επιχειρεί μια νέα προσπάθεια «υφαρπαγής» ψηφοφόρων της Ν.Δ.

– Δεν ξέρω εάν το ΠΑΣΟΚ θα επιδιώξει μια ακόμη μετάλλαξη. Δεν μπορεί να ξεχνά κανείς τις προτάσεις που είχε καταθέσει ο νέος γραμματέας του για αλλαγές ακόμη και στο έμβλημα του κόμματός του. Από την άλλη, όμως, δεν μπορεί να λησμονούνται και οι δηλώσεις μελών της κυβέρνησης, που ζητούν μια πιο αριστερή πολιτική. Τι θα κάνουν λοιπόν και ποιον θα πείσουν;