ΠΟΛΙΤΙΚΗ

«Μαύρη τρύπα» 7 δισ. ευρώ η… προίκα από τα εξοπλιστικά

Με κρυφές δαπάνες πλέον των 7 δισ. ευρώ, που δημιούργησαν οι αγορές όπλων τα τελευταία χρόνια, θα έρθει αντιμέτωπη η επόμενη κυβέρνηση. Οι πληρωμές για τα πανάκριβα οπλικά συστήματα που αγοράστηκαν μετά το 2001 έχουν προγραμματισθεί να ξεκινήσουν από το 2005 και ύστερα, κληροδοτώντας ένα μεγάλο βάρος στον νικητή που θα προκύψει από τις εκλογές της 7ης Μαρτίου.

Η κατάσταση περιγράφεται από τους αρμοδίους του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους ως ασφυκτική και απειλητική για την πορεία της χώρας. Οπως λένε οι ίδιες πηγές, θυμίζει ωρολογιακή βόμβα και φέρνει στον νου ανάλογες σκηνές που διαδραματίσθηκαν μια δεκαετία νωρίτερα.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιας μετάθεσης πληρωμών καταγράφεται στην υπόθεση των 20 ελικοπτέρων NH-90 που αγοράσαμε αντί 657,5 εκ. ευρώ το 2003 και θα αρχίσουμε να τα αποπληρώνουμε το 2005, με ορίζοντα τελικής εξόφλησης το 2009. Από τα πλήρη στοιχεία για την υπόθεση των ελικοπτέρων που έχει στη διάθεσή της η «K» προκύπτει ότι η εξόφληση θα γίνει σε 30 δόσεις και θα κοστίσει επιπλέον στους φορολογούμενους 41,6 εκ. ευρώ. Ανάλογες μεταφορές δαπανών έχουν γίνει τόσο στην περίπτωση της αγοράς των 12 ελικοπτέρων AH – 64D APACHE όσο και των 170 τεθωρακισμένων Leopard.

H σημερινή κυβέρνηση, μεταθέτοντας στις επόμενες γενιές τεράστιες πληρωμές όπως αυτές, δεσμεύει από τώρα πόρους μέσω μίας διαδικασίας που ταυτίζεται απόλυτα με την προεξόφληση του μέλλοντος. Παράλληλα βαπτίζει αυτές τις μεταθέσεις των πληρωμών στο μέλλον εξοικονομήσεις δαπανών, ισχυριζόμενη ότι όσα περισσεύουν θα διατεθούν στον χώρο της παιδείας…

Οταν το περασμένο φθινόπωρο ο κ. Σημίτης παρουσίαζε στο Ζάππειο τη «Χάρτα Σύγκλισης» εμφανίσθηκε να επιχαίρει ιδιαίτερα για τη μείωση των πόρων που κατευθύνονται στους στρατιωτικούς εξοπλισμούς. Από τους πίνακες και τα γραφήματα που δημοσιοποίησε έπειτα από εκείνη την παρουσίαση ο κ. Χριστοδουλάκης, προέκυπτε ότι (στα χαρτιά τουλάχιστον) οι αμυντικές δαπάνες το διάστημα 2004-2008 θα μειωθούν κατά 2% του ΑΕΠ και όσα εξοικονομηθούν θα μεταφερθούν στην παιδεία. Ως «πατέρας» της περικοπής των πόρων στην Αμυνα επιχείρησε να εμφανισθεί ο αρμόδιος υπουργός κ. Γ. Παπαντωνίου. O τελευταίος μάλιστα γυρνούσε αριστερά και δεξιά, αυτοδιαφημιζόταν και έλεγε με κομπορρημοσύνη: Μειώνουμε τους εξοπλισμούς και χρηματοδοτούμε κοινωνικές ανάγκες!

Δυστυχώς, ουδείς εκ των τριών σε καμία φάση των δηλώσεών του δεν έλεγε την αλήθεια, η οποία θα μπορούσε να περιγραφεί ως εξής: Αγοράζουμε τώρα τα όπλα και μεταφέρουμε τις πληρωμές στο μέλλον για τις επόμενες γενιές και κυβερνήσεις.

Κάποιος άλλος, εκτός των τριών προαναφερομένων, θα μπορούσε να προσθέσει ακόμα ότι: Τώρα δίνονται και οι μίζες για την κατοχύρωση των προμηθειών που εισέρχονται απευθείας στις τσέπες των αντιπροσώπων και άλλων εφόσον προηγουμένως βγουν από τα κρατικά ταμεία, που γεμίζουν αδιαμαρτύρητα οι φορολογούμενοι πολίτες.

Συν 6,5% στην αρχική αξία

Η περίπτωση των 20 μεταφορικών στρατιωτικών ελικοπτέρων NH-90 είναι χαρακτηριστική. Αναδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο την αδιάφορη κυβερνητική συμπεριφορά, που συμπυκνώνεται στο: εμείς κάνουμε τις αγορές και οι άλλοι τις πληρωμές!

Το nopaper, που κατακύρωνε τη σχετική προμήθεια αξίας 657,5 εκ. ευρώ, έφυγε από το γραφείο του κ. Γ.Παπαντωνίου, για να σταλεί στον Τύπο το βράδυ της Παρασκευής της 1ης Αυγούστου 2003. Το ανεπίσημο ανακοινωθέν του υπουργού Αμυνας ήταν ολιγόλογο και περιέγραφε εκτός της αξίας των ελικοπτέρων και το ύψος των αντισταθμιστικών οφελών ύψους 919,2 εκ. ευρώ, που υποτίθεται ότι θα ξαναγυρίσουν στην Ελλάδα… Πουθενά δεν αναφέρθηκε όμως, ούτε από τον κ. Παπαντωνίου ούτε από τον κ. Χριστοδουλάκη, ότι οι πληρωμές των ελικοπτέρων θα ξεκινήσουν την 1η Οκτωβρίου του 2005, για να ολοκληρωθούν την 1η Ιουλίου 2009. Θα μεσολαβήσουν δηλαδή 30 δόσεις που θα «κοστίσουν» επιπρόσθετα στους φορολογούμενους 41,6 εκ. ευρώ, που προσθέτει ένα 6,5% στην αρχική αξία των ελικοπτέρων.

Η μεταφορά των πληρωμών στο μέλλον με το επιπρόσθετο κόστος (για την τραπεζική χρηματοδότηση), που χρησιμοποιείται ευρέως στο σύνολο των στρατιωτικών προμηθειών, αποτελεί κατά βάση το στοιχείο στο οποίο η κυβέρνηση στηρίζει τη μείωση ή εξοικονόμηση στον χώρο των αμυντικών προμηθειών.

Στην ουσία δεν πρόκειται για τίποτε από αυτά, καθώς όλη η υπόθεση είναι το κέρδος ελαχίστου χρόνου τώρα (για να ελαφρυνθούν οι πιέσεις στα δημοσιονομικά), με στόχο να εμφανισθούμε να μοιράζουμε κοινωνικές παροχές. Τούτο ακριβώς έγινε με τη Χάρτα της Σύγκλισης, το φθινόπωρο του 2003, όταν η κυβέρνηση επιχείρησε να εμφανισθεί ότι επιλέγει το βούτυρο αντί των κανονιών… Στην ουσία επρόκειτο περί ενός ακόμη μύθου με στόχο την παραπλάνηση και τη δημιουργία ψευδούς εικόνας περί τα δημόσια οικονομικά.

Και το στρατιωτικό χρέος

Με αντίστοιχες μεταφορές πόρων έχει αρχίσει να αναχρηματοδοτείται από το 2003 και το στρατιωτικό χρέος, που σύμφωνα με τα στοιχεία του προϋπολογισμού ανέρχεται στα 7,1 δισ. ευρώ ή 4,3% του ΑΕΠ. Τα υπουργεία Οικονομικών και Εθνικής Αμυνας έχουν έρθει σε συνεννόηση με ομάδα τραπεζών (ελληνικών και ξένων) οι οποίες έχουν αναλάβει να καλύπτουν τις υποχρεώσεις για την αναχρηματοδότηση του στρατιωτικού χρέους για τρία χρόνια.

Στο διάστημα αυτό ο προϋπολογισμός θα καταβάλει ελάχιστα (σε σχέση με αυτά που θα έπρεπε να πληρώσει υπό φυσιολογικές συνθήκες) για τόκους και χρεολύσια του στρατιωτικού χρέους. Εξυπακούεται ότι θα τα καταβάλει όλα μαζί, συν τα έξοδα της χρηματοδότησης στο τέλος της τριετίας. Αυτή είναι μια άλλη μορφή εξοικονόμησης των στρατιωτικών δαπανών για την οποία επαιρόταν ο υπουργός Αμυνας.

Για την ιστορία να σημειώσουμε ότι ο κ. Παπαντωνίου ήταν εκείνος που στη συζήτηση για τον προϋπολογισμό του 2001 στη Βουλή υποσχόταν πλεονάσματα και μοίρασμά τους στα «αναξιοπαθούντα» στρώματα της κοινωνίας. Μέχρι 1 τρισ. τον χρόνο έλεγαν τότε οι αρμόδιοι ότι έφθαναν τα πλεονάσματα, για να αγγίξουν το 2010 τα 10 τρισ. δραχμές.

Από τη μείωση των τόκων του χρέους θα προέλθουν τα πλεονάσματα, έλεγε με τον γνωστό του πληθωρικό τρόπο ο κ. Παπαντωνίου, αλλά τι μπορεί να πει άραγε σήμερα που αποκαλύφθηκε (χάρη στη Eurostat) ότι όλα τα πλεονάσματα ήταν ελλείμματα, και μάλιστα εξαιρετικά επώδυνα για τα υπερφορολογούμενα μεσαία στρώματα της ελληνικής κοινωνίας. Τέλος, να αναφέρουμε ότι από το 1996 και μετά η χώρα πληρώνει ετησίως για αγορές όπλων περίπου 1,2-1,4 τρισ. δραχμές, γράφοντας στα επίσημα βιβλία του προΰπολογισμού λιγότερο από το ένα τρίτο των συγκεκριμένων δαπανών.