Καταλυτική η επίδραση από τον μοιραίο κ. Πάχτα

Καταλυτική η επίδραση από τον μοιραίο κ. Πάχτα

6' 42" χρόνος ανάγνωσης
Ακούστε το άρθρο

Μετά τη διαδοχή στο ΠΑΣΟΚ, που σφράγισε τις δύο πρώτες εβδομάδες της προεκλογικής περιόδου, η τάση σταδιακής αντιστροφής του πολιτικού κλίματος που ακολούθησε, φαίνεται να επιταχύνθηκε σημαντικά μετά την «υπόθεση Πάχτα». Η κρίση που προέκυψε άγγιξε «οριζόντια» το σύνολο του εκλογικού σώματος, άσκησε καταλυτική επίδραση στην κοινή γνώμη και αποτέλεσε, αναμφίβολα, σημείο καμπής στην περιοδολόγηση της προεκλογικής περιόδου.

Επαναφέροντας το γνώριμο ζήτημα της διαφθοράς στο επίκεντρο του κομματικού ανταγωνισμού, αναζωπύρωσε το κλίμα της κοινωνικής δυσαρέσκειας από τη διακυβέρνηση και την καθημερινότητα, μετέβαλε δραστικά την ημερήσια διάταξη της αναμέτρησης και τους κομματικούς συσχετισμούς, επηρέασε την εικόνα των πολιτικών αρχηγών και την παράσταση του νικητή, ενώ, ταυτοχρόνως, έπληξε καίρια την εικόνα του κυβερνώντος κόμματος σε δύο κρίσιμα σημεία: α) στο επίπεδο της κυβερνητικής του ικανότητας και β) στο επίπεδο της εικόνας των στελεχών του. Ως προς αυτές τις δύο παραμέτρους, οι εβδομαδιαίες μεταβολές είναι εντυπωσιακές. Η ισοδυναμία ΠΑΣΟΚ-Ν.Δ. στην ερώτηση που αποτυπώνει τη διαχειριστική ικανότητα των δύο κομμάτων διακυβέρνησης («ποια είναι η καλύτερη κυβέρνηση για τον τόπο»), έχει ανατραπεί θεαματικά υπέρ της Ν.Δ. Επιπλέον, η Ν.Δ. φαίνεται να ανατρέπει επίσης θεαματικά και το προβάδισμα που διατηρούσε παραδοσιακά το ΠΑΣΟΚ, έναντι της Ν.Δ. στο κομβικό ζήτημα των στελεχών.

Η ραγδαία μεταβολή στο πολιτικό κλίμα που συντελέσθηκε, είναι προφανές ότι έχει άμεσες επιπτώσεις στον συσχετισμό των κομματικών προτιμήσεων. Οι εβδομαδιαίες μεταβολές στις τάσεις του εκλογικού σώματος, που έχουν επισυμβεί στο χρονικό διάστημα μεταξύ Πέμπτης 22/1 και 29/1, αποτυπώνονται στην επαναλαμβανόμενη τηλεφωνική έρευνα της VPRC.

1. Στην πρόθεση ψήφου των ερωτηθέντων, που αποτυπώνεται χωρίς τη χρήση κάλπης, καταγράφεται διεύρυνση της διαφοράς στην πρόθεση ψήφου υπέρ της Ν.Δ., από 3,2 σε 4,5 εκατοστιαίες μονάδες (διάγραμμα 4). Ποσοστό, που στην πραγματικότητα αντιστοιχεί -αυτήν τη στιγμή- σε εκλογικό συσχετισμό της τάξης του 47%-41% (έναντι 46%-42% προηγούμενη εβδομάδα) και διαφορά μεταξύ πρώτου/δεύτερου κόμματος 6 εκατοστιαίων μονάδων, έναντι 4 προηγουμένως. Η μεταβολή στον συσχετισμό των δύο κομμάτων προήλθε τόσο από την τάση αποσυσπείρωσης του ΠΑΣΟΚ (-3%, 78%, έναντι 81% την προηγούμενη εβδομάδα), προς όφελος κυρίως της Ν.Δ., αλλά και της Αριστεράς, όσο και από την τάση περαιτέρω συσπείρωσης της Ν.Δ. (+3, 96%, έναντι 93%). Η συσπείρωση αυτή προήλθε κυρίως από την ανακοπή των διαρροών ψηφοφόρων της Ν.Δ. προς το ΠΑΣΟΚ (σήμερα 2% των ψηφοφόρων Ν.Δ. το 2000), που είχαν επανεμφανισθεί μετά την αλλαγή ηγεσίας στο ΠΑΣΟΚ και οι οποίες είχαν καταγραφεί την προηγούμενη εβδομάδα στα επίπεδα του 5%. Η εν λόγω τάση δεν είναι άσχετη με το γεγονός ότι η δυσαρέσκεια από το ΠΑΣΟΚ που εκδηλώθηκε στο ζήτημα της τροπολογίας εμφάνισε υψηλότερα ποσοστά μεταξύ των περισσότερο μορφωμένων στρωμάτων, των κατοίκων του Λεκανοπεδίου, αλλά και των κεντρώων και κεντροδεξιών ψηφοφόρων.

2. Παραμένει αμετάβλητη η διαπαραταξιακή μετατόπιση. Οι απώλειες του ΠΑΣΟΚ προς τη Ν.Δ., που διευρύνθηκαν εκ νέου, εξακολουθούν να μην αναπληρώνονται από την αντίστοιχη διαπαραταξιακή εισροή. Τα κοινωνικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά αυτής της κρίσιμης για το εκλογικό αποτέλεσμα υποομάδας του εκλογικού σώματος, που έχουν ήδη επισημανθεί (Βλέπε σχετικά «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» 25/1/2004) εξακολουθούν να παραμένουν αμετάβλητα. Με βάση το διάγραμμα 6, όπου αποτυπώνεται ο βαθμός συνοχής των ψηφοφόρων των εκλογέων του 2000, προκύπτει ότι η σχέση κερδών/απωλειών της Ν.Δ. από το ΠΑΣΟΚ αποδεικνύεται ανθεκτική και έχει μεταβληθεί σήμερα σε 8:1 (17% διαρροές ΠΑΣΟΚ 2000 σε Ν.Δ., έναντι 2% διαρροών Ν.Δ. 2000 σε ΠΑΣΟΚ), από 3:1, την προηγούμενη εβδομάδα (15% διαρροές ΠΑΣΟΚ σε Ν.Δ., έναντι 5% διαρροών Ν.Δ. σε ΠΑΣΟΚ). Με τις μετριοπαθέστερες εκτιμήσεις, το μέγεθος της καθαρής μετακίνησης προς τη Ν.Δ. θα πρέπει να υπολογίζεται τουλάχιστον σε 4 μονάδες του εκλογικού σώματος. Επίσης, όπως προκύπτει από τον πίνακα 1, που ακτινογραφεί λεπτομερειακά τις στάσεις της κατηγορίας των «μετατοπισθέντων», η πολιτική μεταστροφή των εν λόγω ψηφοφόρων, σε σύγκριση με την προηγούμενη εβδομάδα, εξακολουθεί να καταγράφεται αποκρυσταλλωμένη και συμπαγής: το 92% εξ αυτών (87% την προηγούμενη εβδομάδα) δηλώνει ότι έχει ήδη λάβει την απόφασή του. Επιπλέον, το ενδιαφέρον τους για την προεκλογική εκστρατεία τείνει να αυξάνεται (71%, έναντι 68% προηγουμένως, δηλώνουν ότι παρακολουθούν έντονα την προεκλογική εκστρατεία). Ως καταλληλότερο πρωθυπουργό εξακολουθούν να προκρίνουν συντριπτικά τον Κ. Καραμανλή, έναντι του Γ. Παπανδρέου (81%), και την κυβέρνηση της Ν.Δ., έναντι του ΠΑΣΟΚ (82%), ενώ θεωρούν δεδομένη τη νίκη της Ν.Δ., σε ποσοστό 81% (έναντι 82% προηγουμένως). Τέλος, ενώ σε περίπτωση νίκης της Ν.Δ. περισσότεροι από 7 στους 10 (74%) θα ένιωθαν «ανακουφισμένοι», η πιθανότητα εκλογικής επικράτησης του ΠΑΣΟΚ τους προκαλεί «αδιαφορία» (47%) ή και «στενοχώρια» (43%).

3. Διαπιστώνεται τάση ανόδου του Συνασπισμού και στασιμότητας του ΚΚΕ. Η αλλαγή ηγεσίας στο ΠΑΣΟΚ φάνηκε αρχικώς να ασκεί σημαντική πίεση στους ψηφοφόρους του Συνασπισμού, (όπως και του ΔΗΚΚΙ), με αποτέλεσμα να καταγράφονται σημαντικές διαρροές της εκλογικής βάσης του κόμματος προς το ΠΑΣΟΚ (17%, διάγραμμα 8), στη βάση πιθανώς της παραταξιακής ταύτισης. Ταυτοχρόνως, η ένταση του διπολικού χαρακτήρα της αναμέτρησης είχε ως αποτέλεσμα και μια σχετικά μεγαλύτερη διαρροή (25%) προς τη Ν.Δ., στη βάση της αποδοκιμασίας της πολυετούς κυβερνητικής πρακτικής. Εν τούτοις, μετά την αρχική πολύπλευρη άσκηση πίεσης στους ψηφοφόρους του κόμματος, η συσπείρωσή του αυξήθηκε αλματωδώς. Η αύξηση που σημειώνει (+16 εκατοστιαίες μονάδες, από 46% σε 62%, διάγραμμα 7) είναι η μεγαλύτερη που καταγράφεται μεταξύ των κομμάτων, σηματοδοτεί την ανακοπή των διαρροών, κυρίως όμως προς τη Ν.Δ. και το ΚΚΕ, και όχι προς το ΠΑΣΟΚ και υποδεικνύει, ενδεχομένως, την εγγραφή μιας ανοδικής τάσης. Ωστόσο, σχετικά με τον Συνασπισμό, θα πρέπει να επισημανθεί, ότι μετά τις πολιτικές εξελίξεις που έχουν επισυμβεί σε αυτόν τον πολιτικό χώρο (αποχώρηση της κεντροαριστερής πτέρυγας, διεύρυνση προς αριστερά), το εκλογικό σώμα του κόμματος βρίσκεται σε διαδικασία «μεταλλαγής» από το παραδοσιακό εκλογικό ακροάτηριο της Ανανεωτικής Αριστεράς. Αντιθέτως, η κομματική συνοχή του Κομμουνιστικού Κόμματος καταγράφεται στην παρούσα μέτρηση μειωμένη κατά 7 εκατοστιαίες μονάδες (από 80% σε 73% – διάγραμμα 7). Αυτό οφείλεται στη διατήρηση των επίσης αμφίπλευρων διαρροών που υφίσταται, τόσο προς το ΠΑΣΟΚ (8% της εκλογικής επιρροής του 2000, +3% από την προηγούμενη εβδομάδα), όσο όμως και προς τη Ν.Δ. (10% των ψηφοφόρων του 2000, +2%), για τους ίδιους λόγους που αναφέρθηκαν στην περίπτωση του ΣΥΝ. Θα πρέπει, τέλος, να επισημανθεί, ότι για πρώτη φορά εμφανίζεται και αύξηση της διαρροής προς τον ΣΥΝ, ενώ η αντίστροφη κίνηση δείχνει να ανακόπτεται. Η μεταβολή του πολιτικού κλίματος δείχνει να έχει ωφελήσει σχετικά τον Συνασπισμό (η προβολή των δεδομένων της μέτρησης ανεβάζει το ποσοστό του σε 3%, από 2,5% προηγουμένως) και να έχει καθηλώσει το ΚΚΕ (σε 4,5% από 5% προηγουμένως, διάγραμμα 4). Συνολικά επομένως δεν δείχνει να έχει ωφελήσει την Αριστερά.

4. Ως προς τα δύο μικρότερα κόμματα του κομματικού συστήματος, θα πρέπει να σημειωθεί ότι το ΔΗΚΚΙ υφίσταται σε μεγαλύτερο βαθμό τη δικομματική πίεση, χωρίς ουσιαστική δυνατότητα αντιστάσεων. Αν και τα ευρήματα των δημοσκοπήσεων είναι σχετικά επισφαλή ως προς την εκτίμηση του συγκεκριμένου κομματικού σχηματισμού, είναι ενδεικτικό ότι οι διαρροές του προς τα δύο μεγάλα κόμματα προσεγγίζουν το 60% της εκλογικής του επιρροής. Από την άλλη πλευρά, η επιρροή του νεοπαγούς κόμματος του κ. Καρατζαφέρη καταγράφεται σύμφωνα με τη μέτρηση σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα, της τάξης του 1%. Ωστόσο, δεν μπορεί να αποκλεισθεί και η πιθανότητα, το συγκεκριμένο ποσοστό να υποτιμά την πραγματική επιρροή του. Οπως έχει αποδειχθεί στο παρελθόν, η υποεκτίμηση της επιρροής των ακραίων κομμάτων στις δημοσκοπήσεις αποτελεί σύνηθες φαινόμενο.

Ο διάλογος των δημοσκόπων

Συνεχίζεται ο διάλογος μεταξύ των εταιρειών δημοσκοπήσεων για τον τρόπο παρουσίασης των αποτελεσμάτων από τις έρευνες της κοινής γνώμης και κυρίως της τηλεφωνικής πρόθεσης ψήφου κατά την προεκλογική περίοδο. Προχθές, με ανακοίνωση που εξέδωσε ο ΣΕΔΕΑ, ως συλλογικός φορέας εκπροσώπησης του κλάδου της έρευνας αγοράς και κοινής γνώμης στην Ελλάδα, υπενθυμίζει ότι το άρθρο 4.2.5 του Κώδικα Δεοντολογίας του, ορίζει ότι δεν συνιστάται η δημοσιοποίηση στοιχείων που προέρχονται από ερωτήσεις πρόθεσης ψήφου σε τηλεφωνικές έρευνες. Στην ανακοίνωση προστίθεται πως «εφόσον αυτό πραγματοποιηθεί θα πρέπει να πληρούνται οι προϋποθέσεις του ανωτέρω άρθρου, δηλαδή να αναγράφονται στην ταυτότητα της έρευνας τα ποσοστά μη επαφής, τα ποσοστά ακαταλληλότητας των ερωτώμενων και τα ποσοστά άρνησης». Επίσης, θα πρέπει να επισημαίνεται ότι «στην έρευνα δεν χρησιμοποιήθηκε η μέθοδος της κάλπης, που είναι κατά τεκμήριο ακριβέστερη ως προς την αποτύπωση της δύναμης των κομμάτων».

Παράλληλα, πάντως, στην ανακοίνωση του ΣΕΔΕΑ αναγνωρίζεται πως ο Κώδικας Δεοντολογίας δεν απαγορεύει τη δημοσιοποίηση στοιχείων που προέρχονται από τηλεφωνικές ερωτήσεις πρόθεσης ψήφου, «συνιστά όμως συγκεκριμένο πλαίσιο δημοσίευσης το οποίο πρέπει να τηρείται κατά γράμμα».

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή