ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Συμμετοχική ναι, αλλά, πρώτα δημοκρατία

«Στις 8 Φεβρουαρίου δεν ψηφίζουμε τον Γιώργο Παπανδρέου μόνο για πρόεδρο κόμματος. Δίνουμε εντολή. Αλλάζουμε εποχή…», μας πληροφορούν οι διαφημίσεις του ΠΑΣΟΚ. Και, πράγματι, το διακύβευμα της σημερινής εκλογής δεν είναι μόνον η ανάδειξη νέου προέδρου του κυβερνώντος κόμματος, αλλά κάτι πολύ μεγαλύτερο, βαθύτερο και κρισιμότερο, αλλά, εντελώς διαφορετικό από εκείνο που προβάλλεται. Ενα διακύβευμα τόσο σημαντικό για τη δημοκρατία που οφείλει να εγκύψει κανείς σε αυτό.

Γιατί; Επειδή, με αυτήν την εκλογή δοκιμάζονται οι αντοχές θεμελιακών κατακτήσεων του δημοκρατικού μας πολιτεύματος και, κατά συνέπειαν, δοκιμάζονται οι αντιστάσεις μας ως πολιτες, καθώς η όλη διαδικασία δείχνει να αγνοεί ότι υπάρχει Σύνταγμα που οριοθετεί, με συγκεκριμένο κανονιστικό περιεχόμενο και αυξημένη τυπική ισχύ, την οργάνωση της κρατικής εξουσίας και τις σχέσεις κράτους και κοινωνίας.

Ανησυχητική ευκολία

Είναι ανησυχητικό με πόση ευκολία στήθηκε η διαδικασία της εκλογής, σαν να μη συνειδητοποιείται τι πραγματικά μπορεί να σημαίνει για την ουσία του πολιτεύματος. Ανησυχητική όμως είναι και η ευκολία με την οποία ξεπεράστηκε η απόφαση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, που, σύμφωνα με την ανακοίνωση του ΠΑΣΟΚ, «φαίνεται να στηρίζεται σε εσφαλμένες προϋποθέσεις και παρωχημένα δεδομένα», και αυτό παρά το γεγονός ότι το ίδιο το ΠΑΣΟΚ είχε απευθυνθεί σε αυτήν. Και η τήρηση ή μη του νόμου για την προστασία των προσωπικών δεδομένων στη διαδικασία εκλογής είναι ένα σοβαρό θέμα. Εκείνο όμως που είναι σοβαρότερο είναι πως ο τρόπος με τον οποίο το ΠΑΣΟΚ και ο Γ. Παπανδρέου διαχειρίζονται τη νομιμότητα, μοιάζει να υποδηλώνει μια σαφή αντίληψη για το Σύνταγμα. Το όραμα του Γ. Παπανδρέου για άνοιγμα στην κοινωνία και συμμετοχική δημοκρατία είναι αδιαμφισβήτητα ελκυστικό. Απαντά όχι μόνο στο ταλαιπωρημένο πολιτικό μας αίσθημα, αλλά και σε ανυποψίαστες ψυχολογικές αναπαραστάσεις μας.

Προβληματικός ο τρόπος

Το ζήτημα δεν είναι καν αν το όραμα αυτό είναι εφικτό. Αλλωστε, πολιτική χωρίς όραμα είναι γράμμα κενό. Το ζήτημα είναι ότι ο τρόπος με τον οποίο ο Γ. Παπανδρέου προτίθεται να κάνει το όραμα αυτό πράξη είναι προβληματικός, και άρα εν δυνάμει επικίνδυνος. Κι αυτό, επειδή, κατά το Σύνταγμα, δεν αρκεί μόνον ο σκοπός να είναι θεμιτός, πρέπει να είναι θεμιτό και το μέσο. Η συμμετοχική δημοκρατία πρέπει να είναι πάνω απ’ όλα δημοκρατία.

Η διαδικασία εκλογής προέδρου του ΠΑΣΟΚ με τη συμμετοχή των «φίλων», όπως σήμερα οργανώνεται, γεννάει πράγματι πολύ σοβαρότερα προβλήματα απ’ όσα επαγγέλλεται να επιλύσει.

Η ίδια η έννοια του «φίλου», που αντιδιαστέλλεται, ως νέα κατηγορία, αφ’ ενός με τον πολίτη, αφ’ ετέρου με το «μέλος» του κόμματος είναι προβληματική. Σύμφωνα με το τροποποιημένο καταστατικό του ΠΑΣΟΚ, «φίλοι» είναι οι άνω των 16 ετών που εγγράφονται στις οικείες οργανώσεις του κόμματος και εξομοιούνται ως προς την εκλογή του προέδρου με τα μέλη του κόμματος. Ενδεχομένως η διαδικασία να εμπνέεται από το αμερικανικό μοντέλο, όπου οι «φιλοι» του κόμματος μπορούν να συμμετάσχουν σε τοπικό επίπεδο στην ανάδειξη των εκλεκτόρων των οργάνων των πολιτειών ή του ομοσπονδιακού κράτους. Το αμερικανικό όμως μοντέλο πολιτικού κόμματος, που στηρίζεται σε πολύ πιο χαλαρές δομές, αφού δεν υπάρχει καν πρόεδρος του κόμματος σε ομοσπονδιακό επίπεδο, δεν γνωρίζει την έννοια του «μέλους». Επί πλέον, αφορά ένα άλλο πολιτικό σύστημα, ομοσπονδιακό και προεδρικό. Κυρίως όμως, στο αμερικανικό μοντέλο, η συμμετοχή των φίλων συνδέεται με ένα εντελώς διαφορετικό κοινωνικό υπόβαθρο που εκφράζεται με έναν έντονο πλουραλισμό υποψηφίων και τάσεων. Εδώ όμως η εκλογή αφορά ένα μοναδικό υποφήφιο και όχι περισσότερους, που θα εκπροσωπούσαν διαφορεικές τάσεις στο πλαίσιο του κόμματος. Και αυτό δεν διορθώνεται με την πρόβλεψη λευκών ψηφοδελτίων.

Η μυστικότητα της ψήφου

Υπό αυτό το πρίσμα γίνεται σαφής και η παραβίαση της συνταγματικής αρχής της μυστικότητας της ψήφου και της συνταγματικής επιταγής για ανόθευτη εκδήλωση της λαϊκής βούλησης, ακόμη και μετά την μερική εξομοίωση φίλων και μελών με την τροποποίηση του καταστατικού. Σε ένα κοινωνικό περιβάλλον όπου το κριτήριο της προσωπικής γνωριμίας εξακολουθεί να υπερισχύει των ιδεολογικών αντιπαραθέσεων, η προσέλευση και μόνο στις κάλπες, άσχετα από το αν μπορεί κανείς να ψηφίσει λευκό, και ακριβώς επειδή καταγράφεται ως «φίλος», συνεπάγεται περιορισμό του δικαιώματος ψήφου στις επικείμενες βουλευτικές εκλογές. Περιορισμός όχι άμεσος και ευθύς αλλά εμμέσος και κατ’ αντανάκλασιν.

Ο μοναδικός υποψήφιος

Η εκλογή του προέδρου από τη «βάση», με τη συμμετοχή των «φίλων», που γίνονται «φίλοι» μόνο και μόνο για να συμμετάσχουν στην εκλογή του προέδρου -αφού αυτό φαίνεται να είναι και το μόνο δικαίωμα που τους παρέχεται- είναι εδώ προβληματική και για έναν ακόμη λόγο. Η εκλογή αφορά ένα μοναδικό υποψήφιο, και μάλιστα ουσιαστικά «δοτό». Ετσι όμως η σημερινή εκλογή κινδυνεύει να ενδυθεί τα χαρακτηριστικά ενός «προσωπικού δημοψηφίσματος» (plebis-citum), που είναι ασύμβατο με την έννοια της δημοκρατίας στην συνταγματική μας τάξη. Και είναι ασύμβατο ακριβώς επειδή προσωποποιεί την πολιτική εξουσία. Το ίδιο το Συντάγμα, ως ιστορική κατάκτηση του πολιτικού μας πολιτισμού, συνδέεται ακριβώς με την ανατροπή της προσωπικής εξουσίας του μονάρχη και την εγκαθίδρυση θεσμών, έτσι ώστε πολιτική εξουσία να οριοθετείται και να ελέγχεται. Η δημοκρατική νομιμοποίηση την οποία επιζητεί ο Γ. Παπανδρέου με την εκλογή του από τη βάση δεν μπορεί λοιπόν να προκύψει από μία διαδικασία που δεν ενέχει το στοιχείο της επιλογής, αλλά συνιστά επικύρωση μιας προαποφασισμένης ανάδειξης.

Στο βάθος, το εγχείρημα εμπεριέχει μία σύγχυση, επικίνδυνη ως προς τους συμβολισμούς και τη δυναμική που γεννά. Είναι αφ’ ενός η σύγχυση μεταξύ διαδικασίας για την εκλογή προέδρου ενός πολιτικού κόμματος και αφ’ ετέρου διαδικασίας για την ανάδειξη βουλευτών ή για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος. Η πρώτη ανήκει στη σφαίρα της κοινωνίας, η δεύτερη στη σφαίρα της κρατικής εξουσίας. Στην ακραία εκδοχή, η σύγχυση αυτή σημαίνει την αναίρεση της ίδιας της φύσης του πολιτικού κόμματος ως πεδίου έκφρασης των κοινωνικών συγκρούσεων, ενώ ανοίγει το δρόμο στην κρατική αυθαιρεσία.

Η σύγχυση των δύο αυτών πεδίων εκφράζεται πρώτα στην ιδιότητα του Γ. Παπανδρέου, που εμφανίζεται ταυτοχρόνως ως υπουργός, ως υποψήφιος πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ και ως υποψήφιος πρωθυπουργός. Εκφράζεται ταυτόχρονα στο λόγο του Γ. Παπανδρέου. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που ο Γ. Παπανδρέου κάνει λόγο για «εντολή» και, μάλιστα, για εντολή με σκοπό την αλλαγή του πολιτικού συστήματος, ακόμη και με θέσπιση «περιφερειακών κυβερνήσεων». Ούτε είναι ανώδυνη η χρήση των όρων «κάλπη» και «εκλογικά κέντρα» που χρησιμοποιούνται για τη διαδικασία.

Η διάκριση των δύο αυτών πεδίων, που συνδέεται με τη διάκριση δημόσιου και ιδιωτικού συμφέροντος, αποτελεί συστατικό στοιχείο του δυτικού κράτους, όπως αυτό διαμορφώθηκε από τα τέλη του Μεσαίωνα στην Ευρώπη, και ιστορική κατάκτηση του συνταγματισμού. Αλλά πέρα από αυτό, με τη σύγχυση αυτή διαχέεται η σημασία συνταγματικά οριοθετημένων θεσμών, όπως είναι οι βουλευτικές εκλογές, το δημοψήφισμα, η οργάνωση και λειτουργία των πολιτικών κομμάτων, με αποτέλεσμα να ακυρώνονται οι συνταγματικές εγγυήσεις με τις οποίες οι θεσμοί αυτοί περιβάλλονται. Αυτό ισοδυναμεί, στην ουσία, με καταστρατήγηση του Συντάγματος. Από εγγύηση της λαϊκής κυριαρχίας και των θεμελιωδών δικαιωμάτων, το Σύνταγμα καθίσταται εργαλείο αναφοράς με επιλεκτική χρήση και εφαρμογή.

Πρωτόγνωρη ελαφρότητα

Εν τέλει δεν είναι μόνον η διαδικασία εκλογής του νέου προέδρου που είναι πρωτόγνωρη. Πρωτόγνωρη είναι η ελαφρότητα με την οποία θεμελιώδεις έννοιες και αρχές της συνταγματικής μας τάξης «ισοπεδώνονται», φθάνοντας έως και την αναίρεση της πρωταρχικής διάκρισης μεταξύ συντακτικής εξουσίας, που δημιουργεί το Σύνταγμα, και συντεταγμένης εξουσίας, που δεσμεύεται από αυτό και οφείλει να το τηρεί. Εχει λοιπόν δίκιο ο Γ. Παπανδρέου όταν μιλάει για επανάσταση. Ομως, τελικά τι πραγματικά σημαίνει επανάσταση σε μια εύρωστη και ισχυρή κοινοβουλευτική δημοκρατία;

(1) H κ. Νέδα Αθ. Κανελλοπούλου είναι επίκουρος καθηγήτρια Συγκριτικού Δημοσίου Δικαίου στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.