ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Με υποχώρηση σε διάλογο για το Κυπριακό

Οι διθυραμβικοί τόνοι με τους οποίους υποδέχθηκαν τη συμφωνία της Νέας Υόρκης για το Κυπριακό οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Μεγάλη Βρετανία, τα Ηνωμένα Εθνη αλλά και η ελληνική κυβέρνηση δεν αντικατοπτρίζουν τις πραγματικές προοπτικές που υπάρχουν για την επίλυση του πολιτικού προβλήματος της Μεγαλονήσου, σχεδόν τριάντα χρόνια μετά την εισβολή του Αττίλα. Της συμφωνίας προηγήθηκε μαραθώνιο τριήμερο διαβουλεύσεων, που χαρακτηρίστηκε από τις έντονες παρασκηνιακές πιέσεις που άσκησαν η Ουάσιγκτον και το Λονδίνο, με αποδέκτη κατά κύριο λόγο την ελληνική πλευρά, η οποία και τελικώς υποχώρησε, σύμφωνα και με τις εκτιμήσεις διπλωματικών κύκλων που παρακολούθησαν στενά τις διαπραγματεύσεις, που επικαλείται χαρακτηριστικά το διεθνές ειδησεογραφικό πρακτορείο Ρόιτερς. Αποδέχθηκε έτσι ουσιαστικά τη συμμετοχή -μέσω της τετραμερούς διάσκεψης- της Τουρκίας στις διαπραγματεύσεις με πρόσχημα «την προσφορά τεχνικής βοήθειας από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή», στην οποία αναφέρεται το κείμενο του κ. Ανάν. Σύμφωνα με πληροφορίες, στο διπλωματικό παρασκήνιο αναμίχθηκαν προσωπικώς οι επικεφαλής του Στέιτ Ντιπάρτμεντ κ. Κόλιν Πάουελ και του Φόρεϊν Οφις κ. Τζακ Στρο, που είχαν αλλεπάλληλες τηλεφωνικές επικοινωνίες με την Αθήνα, προκειμένου να την πείσουν να αποδεχθεί τη φόρμουλα που πρότεινε ο γ.γ. του OHE.

H ουσία της συμβιβαστικής αυτής φόρμουλας είναι ότι ο κ. Ανάν αναγορεύεται σε απόλυτο δικαστή και κριτή της στάσης της κάθε πλευράς, καθώς θα είναι αυτός που θα κληθεί στο τέλος να συμπληρώσει τα κενά με την παρουσία της Ευρωπαϊκής Ενωσης να εξυπηρετεί ουσιαστικά μόνο προσχηματικές ανάγκες.

Τι προβλέπεται

Η συμφωνία της Νέας Υόρκης, συγκεκριμένα, προβλέπει:

– Την ερχόμενη Πέμπτη στις 19 Φεβρουαρίου ξεκινούν στη Λευκωσία συνομιλίες μεταξύ του προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας κ. Τάσσου Παπαδόπουλου και του κατοχικού ηγέτη κ. Ραούφ Ντενκτάς υπό τον Αλβαρο ντε Σότο. Ταυτόχρονα αναλαμβάνουν έργο τεχνικές επιτροπές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

– Στις 22 Μαρτίου ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ με την ηγεσία των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων εξετάζει τις εκκρεμότητες που έχουν μείνει. Στην περίπτωση που παραμείνουν ανοιχτές παραπέμπονται στις 29 Μαρτίου υπό την εξέταση των Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων καθώς και εκπροσώπων από Ελλάδα και Τουρκία.

– Στην περίπτωση που και πάλι δεν υπάρξουν κοινά αποδεκτές αποφάσεις, τότε αναλαμβάνει ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ να παρουσιάσει τις τελικές προτάσεις, οι οποίες και θα τεθούν σε χωριστά δημοψηφίσματα στην Κύπρο.

Η σημασία της ελληνικής υποχώρησης γίνεται ακόμη σαφέστερη, καθώς στη «μάχη τακτικής» που δόθηκε στη Νέα Υόρκη, αποκαλύφθηκε μια μεγάλη αλήθεια την οποία ο διεθνής παράγοντας προσπαθεί να αποφύγει: οι κινήσεις εντυπωσιασμού, στις οποίες προέβη η τουρκική πλευρά, δεν κρύβουν το γεγονός ότι οι βασικές θέσεις παραμένουν οι ίδιες ούτε και διαφοροποιούν τη βούληση για λύση στη βάση των παραμέτρων που ο ΟΗΕ έχει καθορίσει. Η τουρκική πλευρά για παράδειγμα παραμένει δέσμια της θέσης για λύση στη βάση των «πραγματικοτήτων», λύση δηλαδή στη βάση των δύο κρατών, δύο κυριαρχιών και γενικώς δύο απ’ όλα. Και αυτό εξακολουθεί να είναι το σημείο επαφής Ντενκτάς – Ερντογάν. Επιπλέον το σχέδιο Ανάν, το οποίο παραμένει η βάση της διαπραγμάτευσης, παρουσιάζει σημαντικότατες αποκλίσεις από το κοινοτικό κεκτημένο και δεν υπάρχει καμία διαβεβαίωση ότι ο γ.γ. του OHE, όταν κληθεί να συμπληρώσει τα κενά της συμφωνίας, θα αποστεί των αρχικών του θέσεων.

Αποκαλυπτικό εξάλλου της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί είναι το εξής παρασκήνιο από τον μαραθώνιο των διαβουλεύσεων: Ο πρόεδρος Παπαδόπουλος βρήκε την ευκαιρία στη Νέα Υόρκη να ρωτήσει τον Ντενκτάς, παρουσία του γενικού γραμματέα, αν αποδέχεται το σχέδιο Ανάν ως βάση για διαπραγματεύσεις. Το παράξενο δεν είναι ότι ο Ντενκτάς δεν απάντησε. Το παράξενο είναι ότι το ερώτημα Παπαδόπουλου προκάλεσε δυσφορία στον γ.γ…

Επιπλέον οι συζητήσεις στη Νέα Υόρκη κατέδειξαν και κάτι άλλο: ότι βασική επιδίωξη του διεθνούς παράγοντα ήταν να ξεκινήσει μια διαδικασία χωρίς να υπάρχει ανάλογο ενδιαφέρον για το πού θα κατέληγε αυτή. Ποιες θα μπορούσε να είναι οι συνέπειες μιας προχειρότητας υπό το κράτος της βιασύνης, επίσης φάνηκε να είναι δευτερεύουσας σημασίας για τον διεθνή παράγοντα, αλλά τελικώς και για την ελληνική πλευρά, η οποία θα κληθεί πλέον να διαπραγματευθεί ουσιαστικότατα ζητήματα υπό αφόρητη πίεση. Ενώ με τη στάση της, απέμπολησε το πλεονέκτημα που είχε για τη βέβαιη ένταξη της Κύπρου στην E.E. και ακύρωσε την πολιτική που με κόπο ακολουθήθηκε τα τελευταία χρόνια, που ήθελε την επίλυση του Κυπριακού αποσυνδεδεμένη από την ένταξη της νήσου στην Ευρωπαϊκή Ενωση.