ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Λαθραία μετάλλαξη επιχειρεί ο Γ. Παπανδρέου

Παλαιότερα, στην προεκλογική αρένα κυριαρχούσαν οι παραδοσιακές ιδεολογικοπολιτικές αντιθέσεις, φορτισμένες με την ένταση που προκαλεί η μάχη για την εξουσία και «κλισαρισμένες» για τις ανάγκες της μαζικής ψηφοθηρίας. Ακόμα και τότε, όμως, υπήρχε μία παράπλευρη συνθηματολογική χρήση της πάντα γοητευτικής έννοιας του «νέου». Με την «εκσυγχρονιστική» του επαγγελία, ο Κ. Σημίτης είναι, ίσως, ο πρώτος που μετατρέπει το «νέο» σε κεντρικό ιδεολογικό εργαλείο.

Ευτελισμός του «άλλου»

Η διαφορά με το παρελθόν είναι ότι ο όρος – σημαία έχει αξιολογικό φορτίο. Δεν είναι περιγραφικός, όπως η παλαιά διάκριση Αριστερά-Κέντρο-Δεξιά, όπου ο κάθε πολίτης μπορούσε να επιλέξει μία απ’ αυτές τις ταυτότητες και να είναι υπερήφανος. Το δίπολο εκσυγχρονισμός – αναχρονισμός δεν αφήνει τέτοια δυνατότητα. Είναι σαν το δίπολο Καλό – Κακό. Η θεολογικού χαρακτήρα αυτή προσέγγιση εξ υπ’ αρχής απαξιώνει και ευτελίζει το «άλλο». Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μορφή ιδεολογικού ολοκληρωτισμού. Το γεγονός ότι ο πλουραλισμός και ο σεβασμός του διαφορετικού κατέχουν περίορπτη θέση στη ρητορική τους δεν αλλάζει την ουσία.

Παραλλαγή του ίδιου θέματος είναι και το ιδεολογικό στίγμα, που εκπέμπει ο Γ. Παπανδρέου. Αυτήν την φορά σημαία είναι η «νέα εποχή» και οι «νέες ιδέες»! Η ιδεολογική χρήση του όρου προσλαμβάνει διαστάσεις λαγνείας. Προσπαθούν να μας πείσουν ότι η νέα διαχωριστική γραμμή στην κοινωνία είναι μεταξύ των «νεωτερικών» (μοντέρνων) και των «οπισθοδρομικών»! Με τον τρόπο αυτό παρακάμπτουν το κεφαλαιώδες και κρίσιμο ζήτημα της πολιτικής εκπροσώπησης των αντικρουόμενων κοινωνικών συμφερόντων και του τρόπου διευθέτησης των παραγόμενων αντιθέσεων.

Θα μπορούσαν όλα αυτά να θεωρηθούν μερικές ακόμα από τις βαρύγδουπες και συχνά διασκεδαστικές «μπαρούφες», που ακούμε σε κάθε προεκλογική περίοδο. Το μεταπολιτικό «λάιφ στάιλ», όμως, δεν είναι τόσο επιπόλαιο όσο φαίνεται. Είναι ο μανδύας και το όχημα μίας βαθύτατα ιδεολογικοπολιτικής επιλογής. Ο Γ. Παπανδρέου δεν θρυμματίζει τυχαία τα ιδεολογικά στερεότυπα του κόμματός του. Πολλαπλασιάζονται οι ενδείξεις ότι η «δημοκρατική παράταξη» που οραματίζεται θα είναι περισσότερο ένα αμερικανικού τύπου φιλελεύθερο κόμμα και λιγότερο ένα κλασικό δυτικοευρωπαϊκού τύπου σοσιαλδημοκρατικό κόμμα.

Εκλεκτική συγγένεια

Οι προεκλογικές μεταγραφές υπηρετούν πρωτίστως αυτόν τον στρατηγικό στόχο. Η διεύρυνση, άλλωστε, μόνο επιφανειακά είναι αμφίπλευρη. Στην πραγματικότητα είναι μιας κατεύθυνσης. Οι Στ. Μάνος, Α. Ανδριανόπουλος, Μ. Δαμανάκη και Μ. Ανδρουλάκης συγκλίνουν σ’ έναν κοινό ιδεολογικοπολιτικό παρονομαστή. Και βεβαίως, ο νέος αρχηγός τους επέλεξε, όχι τόσο για να του προσκομίσουν ψήφους όσο γιατί νιώθει μια εκλεκτική συγγένεια.

Η διαδοχή στο ΠΑΣΟΚ είναι περισσότερο συνέχεια παρά τομή. Από μία άποψη, ο Γ. Παπανδρέου θα δρομολογήσει αυτά που δεν τόλμησε ο Κ. Σημίτης και πιθανότατα θα προχωρήσει πολύ πέρα από τις δικές του επιθυμίες. Η «ανακτορική» μεθόδευση δεν είναι άσχετη μ’ αυτόν τον παράγοντα, έστω κι αν οι δημοσκοπήσεις κατά κάποιον τρόπο της προσέδωσαν πολιτική νομιμοποίηση.

Ο κληρονόμος του παπανδρεϊσμού κατέστη αδιαφιλονίκητος διάδοχος πολύ πριν τεθεί θέμα αλλαγής ηγεσίας. Απεδείχθη ότι η αρχέγονη ακτινοβολία της δυναστείας, όχι μόνο επιβιώνει, αλλά και προσλαμβάνει σχεδόν μεσσιανικές διαστάσεις. Σ’ αυτά πρέπει να προστεθούν η ευγένεια, η μετριοπάθεια και η μοντέρνα πολιτική του προσωπικότητα, που του εξασφαλίζουν μεγάλη διεισδυτικότητα σ’ ευρύτερο ιδεολογικοπολιτικό φάσμα. Πρωτίστως, στη νέα γενιά και σε ειδικές ομάδες του πληθυσμού.

Επένδυση αντιφατικών προσδοκιών

Η διαδοχή δεν ήταν μόνο ένα προεκλογικό τέχνασμα. Προφανώς, κύριο κίνητρο ήταν η αποτροπή της διαφαινόμενης εκλογικής πανωλεθρίας, λόγω της χαμηλής κοινωνικής αποδοχής της κυβέρνησης Σημίτη. Πέρα, όμως, από τη σκοπιμότητα ενός «κόμματος αξιωματούχων», που ζητούσε απεγνωσμένα σανίδα σωτηρίας, υπάρχει και μια άλλη διάσταση. Η αλλαγή ηγεσίας ήλθε να ανταποκριθεί και σε μια βαθύτερη ανάγκη της παράταξης να επανενοποιηθεί εσωτερικά, να ανανεωθεί σε πρόσωπα, να αναβαπτισθεί ηθικοπολιτικά και να ξαναβρεί το κοινωνικό της πρόσωπο.

Αυτή η ανάγκη, σε συνδυασμό με την αμφισημία της πολιτικής προσωπικότητας του Γ. Παπανδρέου, έστειλαν κάτω από την ηγετική ομπρέλα του δυνάμεις με διαφορετικούς ιδεολογικοπολιτικούς προσανατολισμούς. Στο πρόσωπό του επενδύθηκαν μεγάλες και αντιφατικές προσδοκίες. Για την ακρίβεια, σχεδόν η κάθε συνιστώσα της παράταξης πρόβαλε σ’ αυτόν τη δική της συλλογική φαντασίωση, γεγονός που με τη σειρά του προκάλεσε κλίμα συσπείρωσης, αισιοδοξίας και μαχητικότητας. Δεν είναι τυχαίο ότι αναπτύχθηκε μια τόσο μεγάλη δυναμική πριν καλά καλά ο νέος αρχηγός αρθρώσει πολιτικό λόγο. Τα ΜΜΕ δεν κατασκεύασαν εκ του μηδενός πολιτικό αποτέλεσμα. Πολλαπλασίασαν την εμβέλεια μίας ήδη υπαρκτής πολιτικής ύλης.

Τα κεντροαριστερά μικρομεσαία στρώματα, που αποτελούν τον κορμό της εκλογικής βάσης του ΠΑΣΟΚ, υποδέχθηκαν με ανακούφιση την αλλαγή ηγεσίας. Συμμετείχαν μαζικά στη θριαμβική εκλογή από τη βάση του Γ. Παπανδρέου με δύο προσδοκίες: Πρώτον, την ηθική κάθαρση και πολιτική ανασυγκρότηση του κόμματός τους. Δεύτερον, την εφαρμογή μιας σύγχρονης εκδοχής της πολιτικής του πατέρα του, που θα περιλαμβάνει και κοινωνική προστασία των αδυνάτων.

Αποθέωση του αρχηγισμού

Οι προσδοκίες αυτές βρίσκονται σε αντίφαση με τον προσανατολισμό του νέου αρχηγού, έτσι όπως αυτός συνάγεται από τα πρώτα δείγματα γραφής του. Το ένα εκατομμύριο μέλη και φίλοι που ψήφισαν τον Γ. Παπανδρέου του έδωσαν την εντολή και τη δύναμη να αναβαπτίσει ηθικοπολιτικά το κόμμα τους κι όχι να το μεταλλάξει σε κάτι διαφορετικό. Δεν του έδωσαν «ανοικτή επιταγή». Είναι δικαίωμα του νέου αρχηγού να επιδιώξει την αλλαγή της φυσιογνωμίας του κόμματός του. Δεν μπορεί, όμως, να το επιχειρεί με πολιτικά λαθραίο τρόπο, καταφεύγοντας στη ρητορεία για «νέα εποχή» και «νέες ιδέες».

Εχει ιδιαίτερη σημασία να συνδεθεί το στρατηγικό αυτό εγχείρημα με το νέο εσωκομματικό καθεστώς. Είναι αλήθεια ότι ο Γ. Παπανδρέου υποστήριζε εδώ και χρόνια τη μετατροπή του ΠΑΣΟΚ σ’ ένα «ανοιχτό κόμμα» και στο πλαίσιο αυτό είχε ταχθεί και υπέρ της εκλογής του προέδρου από τη βάση (μέχρι πρότινος εκλεγόταν από το συνέδριο). Σ’ ένα ανοικτό δημοκρατικό κόμμα, όμως, ο πρόεδρος δεν είναι ελέω λαού μονάρχης! Υπάρχουν θεσμοί που εξισορροπούν την εξουσία του και βεβαίως μηχανισμός καθαίρεσής του.

Το νέο Καταστατικό

Τίποτα απ’ αυτά δεν προβλέπει το τροποποιηθέν Καταστατικό. Ο αρχηγισμός αποθεώνεται και θεσμικά. Το Εκτελεστικό Γραφείο, που υποτίθεται ότι είναι η ανώτατη πολιτική διεύθυνση του κόμματος, λειτουργούσε εδώ και καιρό σαν πολιτική θεραπαινίδα του Κ. Σημίτη. Εφ’ εξής τα πράγματα θα είναι ακόμα χειρότερα. Θα υπήρχε μία στοιχειώδης ισορροπία μόνο εάν εκλεγόταν εφ’ εξής από το συνέδριο κι όχι από την υπάκουη Κεντρική Επιτροπή. Κάτι τέτοιο, όμως, ούτε καν προτάθηκε.

Το ΠΑΣΟΚ έχει -τουλάχιστον προς το παρόν- παραδοθεί άνευ όρων στον Γ. Παπανδρέου. Ο νέος αρχηγός έχει υψώσει τη σημαία του διαλόγου και της συμμετοχής, αλλά στο εσωτερικό του Κινήματος και τα δύο αυτά σπανίζουν. Ακόμα και για τα πιο κρίσιμα ζητήματα η γραμμή χαράσσεται από τον ίδιο και έναν στενό κύκλο προσωπικών συνεργατών του. Δεν είναι τυχαίο ότι οι μεταγραφές, που σε άλλες συνθήκες θα προκαλούσαν θύελλα εσωκομματικών αντιδράσεων, τώρα έγιναν αποδεκτές χωρίς φωνή διαμαρτυρίας. Ολοι σχεδόν έσπευσαν να προσαρμοσθούν κι όχι μόνο επειδή το κόμμα έχει εισέλθει στην τελική ευθεία προς τις κάλπες.

Ολα δείχνουν ότι οδηγούμεθα σ’ ένα νέου τύπου αρχηγικό μοντέλο με αδύναμα κομματικά όργανα και με πρόεδρο, ο οποίος θα είναι πανίσχυρος μονάρχης όσο είναι νικηφόρος. Οταν μετατρέπεται σε παράγοντα ήττας θα εκδιώκεται. Σ’ αυτήν την διαδικασία σημαντικότερο ρόλο από τα μέλη και τα στελέχη θα παίζουν τα εξωθεσμικά κέντρα επιρροής.