ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ούτε Βατερλώ ούτε ρωμαϊκός θρίαμβος

Στους διεθνείς αγώνες πατινάζ οι κριτές δίνουν δύο βαθμούς, έναν για το τεχνικό και έναν για το καλλιτεχνικό μέρος. Αντίστοιχα, στο ντιμπέιτ της περασμένης Πέμπτης, μπορούμε να διακρίνουμε ένα τεχνικο-επικοινωνιακό και ένα πολιτικό μέρος. Ως προς το πρώτο, παρατηρούμε ότι όσο πιο «ειδικοί» είναι οι κριτές τόσο πιο αμείλικτη είναι η βαθμολογία τους: «χαμένη βγήκε η δημοσιογραφία», «στενός κορσές η συμφωνημένη διαδικασία», «άκαμπτο το πλαίσιο του διαλόγου», «δεν ήταν κλασικό ντιμπέιτ, αλλά παράλληλοι μονόλογοι ή συνεντεύξεις Τύπου ή σούπα για πέντε». Ως προς το πολιτικό σκέλος, η βαθμολογία φαίνεται να είναι πιο γενναιόδωρη και μάλιστα όσο περισσότερο απομακρυνόμαστε από το σώμα των επαϊόντων, τόσο διαπιστώνουμε μια αποδοχή αυτής της αναμέτρησης και μια διάθεση εξαγωγής ευρύτερων συμπερασμάτων.

Χωρίς μοιραία γκάφα

Εκείνοι που περίμεναν θεαματικές πτώσεις και τούμπες των αθλητών στον πάγο μάλλον θα απογοητεύτηκαν. Λάθη έγιναν, γενικολογίες, υπεκφυγές, μικρομπηχτές και ξεχείλωμα του χρόνου στις ερωτήσεις σημειώθηκαν, όμως εκείνοι που περίμεναν κάποια παταγώδη γκάφα διαψεύστηκαν. H συζήτηση δεν ήταν ούτε συναρπαστική ούτε ευχάριστη, ενώ η δυσκαμψία της διαδικασίας ήταν ένα πρόσθετο βάρος. Αχαρο ήταν και το «μετωπικό» στήσιμο των πέντε πολιτικών, που δεν αντάλλασσαν μπαλιές μεταξύ τους, αλλά μόνο με τον εντεταλμένο δημοσιογράφο και μόνο για τη συγκεκριμένη θεματική κατηγορία. Ελειπαν εκείνα τα συστατικά που προσθέτουν νεύρο και ενδιαφέρον σε μια πολυπρόσωπη συζήτηση: ο αυτοσχεδιασμός και η φαντασία, η έκπληξη, ο συντονισμός των κεραιών του ενός στα σήματα που εκπέμπουν οι Αλλοι ή ο Αλλος. Ελειπε το αττικόν άλας, έλειπε η μεσογειακή σπιρτάδα, όμως το συνολικό πακέτο δεν ήταν ένα πουκάμισο αδειανό. Τέσσερις στους δέκα Ελληνες πολίτες παρακολούθησαν τη διακαναλική εκπομπή, τη συζήτησαν και πολλοί περισσότεροι εξακολουθούν να τη συζητούν – και όχι με πνεύμα «καζούρας», αλλά προβληματισμού.

Μια εργάσιμη ημέρα και παραμονή εργάσιμης, περίπου τέσσερα εκατομμύρια Ελληνες καθηλώθηκαν μπροστά στη μικρή οθόνη. Ανεξάρτητα από το πόσους και ποιους ικανοποίησε, απογοήτευσε ή επηρέασε, η πολυφωνική, πολυκομματική αναμέτρηση της Πέμπτης θα μείνει στην πολιτική ιστορία του τόπου και στην ιστορία της τηλεόρασης. Οχι βέβαια με τη μορφή μιας «χρυσής σελίδας» ή «νίκης της δημοκρατίας», αλλά σαν μια μικρή υποσημείωση, που έχει όμως τη σημασία της, αφού ήταν η πρώτη απόπειρα για μια κοινή, ήπια και πολιτισμένη εμφάνιση των ηγετών πέντε κομμάτων σε μια περίοδο που πολλοί μιλούν για πόλωση, «ντέρμπι» και παγίωση του δικομματισμού. Αν και τα γκάλοπ έδειχναν υψηλό βαθμό συνοχής των ψηφοφόρων των κομμάτων, ακόμα και οι πιο αποφασισμένοι των αποφασισμένων άκουσαν με προσοχή τις απόψεις των μικρών και των μεγάλων. O ίσος χρόνος που δόθηκε στους «μικρούς» δεν ήταν μια υποχώρηση, μια μεγαλόθυμη χειρονομία των δύο μεγάλων κομμάτων, αλλά ανταποκρίνεται σε μια ευρύτερη λαϊκή ανάγκη, σε μια δημοκρατική απαίτηση για αναλογική και ισότιμη εκπροσώπηση όλων των ιδεών και των απόψεων στο πιο ισχυρό Μέσο της εποχής μας, την τηλεόραση.

Κριτική επί της ουσίας

Το ντιμπέιτ δεν στάθηκε Βατερλώ για τον έναν, αλλά ούτε και ρωμαϊκός θρίαμβος για τον άλλο μονομάχο. Δεν ήταν χολιγουντιανό θέαμα, δεν ανέτρεψε το σκηνικό, όμως απέδειξε ότι ο «ριαλιτοθρεμμένος» τηλεθεατής δεν μένει στο επίπεδο των εντυπώσεων, δεν υποκύπτει αμαχητί στη γοητεία της εικόνας. Ενώ πριν από το ντιμπέιτ πολλοί αστειεύονταν για το αν οι παρευρισκόμενοι θα ήταν όρθιοι ή καθιστοί, σε μπερζέρες, ανάκλιντρα ή πολυθρόνες, για το ποιον κολακεύει η ημιανάπαυση ή η ξάπλα, την επόμενη ημέρα η θεματολογία της καθημερινής συζήτησης άλλαξε. Σε όλους τους χώρους που συχνάζουν άνω των δύο ατόμων, οι κουβέντες για το ντιμπέιτ δίνουν και παίρνουν και επικεντρώνονται όχι στην εικόνα, αλλά στο λόγο, στα όσα ειπώθηκαν ή αποσιωπήθηκαν. Μέσω της εικόνας, ο λόγος παίρνει την εκδίκησή του!

Ο βαθμός ικανοποίησης των τηλεθεατών από το χθεσινό ντιμπέιτ μένει να εξακριβωθεί. Ομως θα ήταν απαράδεκτος σνομπισμός η απαξίωση των εκατομμυρίων πολιτών, που κάθε άλλο παρά «μοιραίοι και άβουλοι αντάμα» παρακολούθησαν μια αρκετά κουραστική εκπομπή δυόμισι ωρών και μάλιστα χωρίς «να προσμένουν κάποιο θάμα».