ΠΟΛΙΤΙΚΗ

H ώρα της πληρωμής παλαιότερων αμαρτιών

H πιο δύσκολη στιγμή έφθασε για την Ολυμπιακή, η οποία αναζητεί το μέλλον της αντιμέτωπη, και επισήμως πλέον, με την απαίτηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να επιστρέψει από τα άδεια ταμεία της στο Δημόσιο, ποσά που ανέρχονται σε περίπου 540 εκατομμύρια ευρώ. H Ολυμπιακή ήδη χρωστάει άλλα 160 εκατομμύρια από την περίοδο 1998 – 2002.

Πρόκειται για τις κάθε μορφής κρατικές βοήθειες, άμεσες, έμμεσες, κρυφές και φανερές, που επί χρόνια αποτέλεσαν το μοναδικό μέσον επιβίωσης της εταιρείας. Οπως ανακοινώθηκε χθες από πλευράς Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τα προς επιστροφήν από την εταιρεία στο δημόσιο ταμείο ποσά έχουν ως εξής:

– 40 εκατομμύρια ευρώ, που πηγάζουν από την ανάληψη «από το Δημόσιο και την Ολυμπιακή Αεροπορία, μέρους του κόστους μίσθωσης» του στόλου των Αερογραμμών.

– 90 εκατομμύρια ευρώ που δόθηκαν «αδικαιολόγητα», όταν έγινε η διχοτόμηση της παλαιάς Ολυμπιακής με τη δημιουργία των Αερογραμμών.

– 350 εκατομμύρια θεσμοθετημένης φοροδιαφυγής και εισφοροδιαφυγής της εταιρείας, φυσικά «με την ανοχή του Ελληνικού Δημοσίου».

– 60 εκατομμύρια που προέρχονται από την «ανάληψη από το Δημόσιο διαφόρων οικονομικών υποχρεώσεων της Ολυμπιακής Αεροπορίας, που συνδέονται κυρίως με συμβάσεις μίσθωσης αεροσκαφών και την αποπληρωμή τραπεζικού δανείου».

Αυτά τα 540 εκατομμύρια αφορούν την περίοδο μετά το 2002 και ουσιαστικά μέχρι το τέλος του 2004, αλλά όπως ομολόγησε παρουσιάζοντας χθες την απόφαση ο αρμόδιος για τις μεταφορές Γάλλος επίτροπος Ζακ Μπαρό, το ακριβές ποσόν είναι ακόμα αντικείμενο ερευνών και διαβουλεύσεων με την Αθήνα. Τούτο γιατί δεν είναι ακόμα απόλυτα σαφές αν ορισμένα εξ αυτών θα μπορούσαν εν τέλει να δικαιολογηθούν ως νόμιμα ή, αντιθέτως, να προκύψουν νέα ποσά…

Και άλλα 160 εκατ.

Σε κάθε περίπτωση όμως, στα προαναφερθέντα προστίθενται και άλλα 160 εκατομμύρια από παλαιότερες αμαρτίες, της περιόδου 1998 – 2002, για τα οποία η χώρα έχει ήδη καταδικασθεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, αλλά δεν έχει εισπράξει από την O.A., με αποτέλεσμα να κινδυνεύει να της επιβληθεί τώρα και χρηματικό πρόστιμο από την Κοινότητα.

Πιο αναλυτικά, η απόφαση αναφέρει ότι «οι Αερογραμμές μισθώνουν αεροσκάφη είτε από την Αεροπορία είτε άμεσα από το Δημόσιο και καταβάλλουν σημαντικά χαμηλότερα μισθώματα» απ’ ό,τι προβλέπουν οι συμβάσεις εκμίσθωσης, «οι δε απορρέουσες ζημιές (σ.σ. τα 40 εκατομμύρια) επιβαρύνουν το Δημόσιο ή την Ολυμπιακή Αεροπορία κατ’ εντολήν του Δημοσίου». Συνεχίζει η απόφαση ότι υπήρξε «υπερεκτίμηση των στοιχείων ενεργητικού που μεταφέρθηκαν στις Αερογραμμές» υπό τη μορφή «ταμειακής προκαταβολής» (ύψους 90 εκατομμυρίων ευρώ) προς την Αεροπορία», κάτι που συνιστά και αυτό «παράνομη και ασυμβίβαστη ενίσχυση».

Τέλος, υπάρχει και η επίσης παράνομη «συνεχιζόμενη ανοχή στις οφειλές φόρων και κοινωνικών εισφορών κοινωνικής ασφάλισης από την εταιρεία», ύψους 350 εκατομμυρίων ευρώ.

Σε ό,τι αφορά τη διχοτόμηση της παλαιάς Ολυμπιακής σε «Αεροπορία» και «Αερογραμμές», η Επιτροπή εν πολλοίς θεωρεί ότι επρόκειτο περί… κόλπου για το οποίο από τον Μάρτιο του 2004 «είχε εκφράσει αμφιβολίες». Επί της ουσίας, αρκείται να επισημάνει ότι «οι Ολυμπιακές Αερογραμμές αποτελούν διάδοχο εταιρεία της Ολυμπιακής Αεροπορίας», άρα δεν μπορούν να απαλλαγούν των παλαιών αμαρτιών, πέραν του ότι «από τη δημιουργία τους έχουν λάβει σημαντικές κρατικές ενισχύσεις».

Ξεκάθαρη εικόνα

Οπως το έθεσε ο Μπαρό, «έχω μια κάποια υπομονή, αλλά πρέπει κάποτε να φανώ αυστηρός». Σε ό,τι δε αφορά την ιδιωτικοποίηση δήλωσε, μάλλον με γαλλικό μαύρο χιούμορ, ότι τώρα «υπάρχει μια πιο ξεκάθαρη εικόνα της κατάστασης», για να σημειώσει, με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον, ότι την Επιτροπή δεν την απασχολεί το ιδιοκτησιακό καθεστώς των αερομεταφορέων, αλλά η τήρηση των νόμων περί ανταγωνισμού.

Υπενθυμίζεται εδώ ότι τόσο το 1994 όσο και το 1998, δόθηκε στη χώρα η ευκαιρία να σώσει με νόμιμο τρόπο την Ολυμπιακή, καθώς έλαβε την άδεια της Επιτροπής να χρηματοδοτήσει την πλήρη αναμόρφωση της εταιρείας. Ατυχώς για την Ολυμπιακή, η προηγούμενη κυβέρνηση απέφυγε να αναλάβει το όποιο πολιτικό κόστος μιας πραγματικής αναδιάρθρωσης συγκρατώντας μόνο τη λέξη «χρηματοδότηση», την οποία φυσικά ανέλαβε ο φορολογούμενος. O λογαριασμός, 700 εκατομμύρια ευρώ ή σχεδόν 240 δισεκατομμύρια δραχμές μόνο για την εξαετία 1998 – 2004, είναι βαρύς.