ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΑΝΑΛΥΣΗ

Το αποτέλεσμα των γερμανικών εκλογών προβληματίζει από χθες όλους τους Ευρωπαίους πολίτες, οι οποίοι διαισθάνονται ότι μια μακρά περίοδος πολιτικής αστάθειας και αβεβαιότητας στο Βερολίνο θα είναι μεγάλη ζημιά για όλη τη Γηραιά Ηπειρο, η οικονομική πρόοδος της οποίας συνθλίβεται σήμερα ανάμεσα στις ΗΠΑ για τις γοργά αναπτυσσόμενες χώρες της Ασίας, από την Ιαπωνία, μέχρι την Κίνα και την Ινδία. H γερμανική οικονομία δεν είναι απλώς η ισχυρότερη της Ευρώπης, αλλά και μια οικονομία κυρίως εξωστρεφής. Καμιά από τις άλλες μεγάλες οικονομίες του πλανήτη δεν έχει την εξωστρέφεια της Γερμανίας, εκτός βέβαια της Ιαπωνίας. Πράγματι, η Κίνα, η Ινδία και κυρίως οι Ηνωμένες Πολιτείες πραγματοποιούν τεράστιες εξαγωγές, αλλά κατά βάση η ανάπτυξή τους στηρίζεται στην απέραντη και δυναμική εγχώρια αγορά. H Γερμανία, όμως, ως κατ’ εξοχήν εξωστρεφής οικονομία, στηρίζει τη δική της ανάπτυξη στις εξαγωγές, γεγονός που την αναγκάζει να συγκρούεται καθημερινά στη διεθνή αγορά με οικονομίες χαμηλού εργατικού κόστους όπως η Κίνα και η Ινδία ή με χώρες που συνδυάζουν την υψηλή τεχνολογική βάση με μια ελεύθερη αγορά εργασίας όπως η Αμερική. H Γερμανία, δηλαδή, είναι η περισσότερο εκτεθειμένη στις παρενέργειες της παγκοσμιοποίησης, οικονομία του πλανήτη και ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο η πολιτική της ηγεσία, δηλαδή ο μέχρι τούδε καγκελάριος Γκέρχαρντ Σρέντερ, αλλά και η διεκδικήτρια του αξιώματος κ. Αγκελα Μέρκελ, προγραμματίζουν οικονομικές μεταρρυθμίσεις που θα καθιστούσαν πιο ανταγωνιστική την οικονομία της χώρας τους.

Οι μεταρρυθμίσεις, όμως, που επιχείρησε στην αγορά εργασίας και στο ασφαλιστικό ο Σρέντερ (με τον νόμο Χαρτς) αλλά κυρίως αυτές που διεκήρυξε η κ. Μέρκελ (προτάσεις Κίρχοφ για ενιαίο φορολογικό συντελεστή 25% και αύξηση του ΦΠΑ κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες) συνάντησαν τη σφοδρή αντίδραση των εργαζομένων, αλλά και της μεσαίας τάξης, με αποτέλεσμα μια μετατόπιση του κέντρου βάρους τόσο στην Κεντροδεξιά όσο και στην Κεντροαριστερά προς τα πιο προοδευτικά κομματικά σχήματα και τελικά την αδυναμία συγκρότησης μιας ισχυρής κυβέρνησης.

Με λίγα λόγια διαπιστώνουμε ότι στην καρδιά της Ευρώπης, όπου το κοινωνικό κράτος έχει μια ιστορία 50 ετών και πλέον, έχουν δημιουργηθεί ευρύτατες κοινωνικές συμμαχίες εργαζομένων αλλά και μεσαίων στρωμάτων που αρνούνται πεισμόνως να αποδεχθούν αλλαγές και μεταρρυθμίσεις που θα αποδομήσουν την κοινωνική συνοχή. Το αμερικανικό μοντέλο και κατά μείζονα λόγο το ασιατικό δεν έχει περιθώρια κοινωνικής αποδοχής στην Ευρώπη. Από την άλλη πλευρά, όμως, η παγκοσμιοποίηση ασκεί τέτοια στρατιωτική πίεση ώστε η ανάγκη μεταρρυθμίσεων θα τροφοδοτεί αντίστροφες δυνάμεις και έτσι παγιδευμένες οι πολιτικές ηγεσίες πρέπει να αναζητήσουν λύσεις. Ποιες θα είναι αυτές είναι νωρίς ακόμη να τις προβλέψουμε. Αλλά όποιες κι αν είναι, αμφιβάλλω αν λύσουν τελικά τα προβλήματα ανταγωνιστικότητος της ευρωπαϊκής οικονομίας, η κοινωνική δομή της οποίας δεν προσφέρεται για να μιμηθεί τα φιλελεύθερα μοντέλα της Αμερικής, καθότι οι εργαζόμενοί της δεν θα θυσιάσουν ποτέ το υψηλό βιοτικό τους επίπεδο για να ανταγωνισθούν τους Κινέζους ή τους Ινδούς.

Ανοίγει, λοιπόν, για την Ευρώπη μια περίοδος πολιτικής αβεβαιότητας, αφού αργά ή γρήγορα αυτά που συμβαίνουν τώρα στη Γερμανία θα τα δούμε αύριο-μεθαύριο στη Γαλλία και την Ιταλία. Και στις δύο αυτές χώρες υποβόσκει οικονομική κρίση που εκφράζεται με τα υψηλά ποσοστά της ανεργίας, των ελλειμμάτων του κράτους και της υπονόμευσης του βιομηχανικού τομέα. H Ευρώπη δεν ταιριάζει με την παγκοσμιοποίηση με την έννοια ότι οι λαοί της αρνούνται να πληρώσουν το βαρύ τίμημα που απαιτείται για να ανταγωνισθούν με επιτυχία τις οικονομίες χωρίς κοινωνικό κράτος. Ανοίγει, λοιπόν, μια νέα εποχή, στη διάρκεια της οποίας οι πολιτικοί ηγέτες της Ευρώπης πρέπει να πάρουν τις αποφάσεις τους και το δυστύχημα είναι ότι η Γερμανία σε αυτήν την κρίσιμη περίοδο δεν έχει ούτε έναν Αντενάουερ ούτε έναν Χέλμουτ Σμιτ!