ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΑΝΑΛΥΣΗ

Πρόθεση της κυβέρνησης -όπως γράψαμε την Κυριακή- είναι να αρχίσει και να ολοκληρωθεί στην παρούσα τετραετία, η συζήτηση για το ασφαλιστικό, ώστε να προσδιορισθούν με ακρίβεια τα πραγματικά του μεγέθη και έτσι η επόμενη κυβέρνηση, που θα επωμισθεί το βάρος της λήψεως των αποφάσεων, να γνωρίζει τις αντοχές του συστήματος και τις επιπτώσεις των μέτρων που θα προκριθούν. Ετσι, ο πολιτικός διάλογος, που αρχίζει μεθαύριο στη Βουλή, ο κοινωνικός, που συνεχίζεται μετά, εργοδοτών και εργαζομένων, δεν αποβλέπουν μόνο στην οικοδόμηση ενός κλίματος συναίνεσης, αλλά και στον προσδιορισμό των δεδομένων του προβλήματος.

Το ασφαλιστικό, πράγματι, δεν είναι απλώς το πιο κρίσιμο και δύσκολο πρόβλημα, οικονομικό και κοινωνικό, αλλά και το πιο περίπλοκο με την έννοια ότι τα τελευταία 10 χρόνια θεσπίστηκαν ασφαλιστικοί νόμοι, που η εφαρμογή τους δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη και συνεπώς δεν έχουν μετρηθεί και οι επιπτώσεις τους και οι αλλαγές, που έχουν επιφέρει στα δεδομένα του προβλήματος. Πρόκειται στην ουσία για μια κινούμενη άμμο, που απειλεί να καταπιεί κυριολεκτικά τις νέες ρυθμίσεις, όσο καλές και να είναι, αφού δεν έχει ακόμη αποσαφηνισθεί η βάση του συστήματος. Συγκεκριμένα, οι ουρές που άφησαν οι παλαιότεροι ασφαλιστικοί νόμοι είναι οι εξής:

Οι νόμοι Σουφλιά και Σιούφα (1902/1990 και 2084/1992) ήταν οι πρώτοι, που δρομολόγησαν μια μεταρρύθμιση στο ασφαλιστικό, αλλά λαθεμένα επέλεξαν τη σταδιακή αντιμετώπιση του προβλήματος και έτσι η προσπάθεια δεν ολοκληρώθηκε ποτέ και οι εκκρεμότητες παραμένουν ακόμη. Ετσι, παρά την ταμειακή ανάσα που πήρε το ασφαλιστικό (χωρίς αυτούς τους δύο νόμους η κατάρρευση θα είχε ήδη επέλθει), οι περισσότερες θεσμικές μεταρρυθμίσεις δεν έγιναν πράξη ή ατόνησαν.

Στη διετία του 1998 και 1999 ψηφίστηκαν άλλοι δύο νόμοι για το ασφαλιστικό, που υποτίθεται ότι στόχευαν στο νοικοκύρεμα του συστήματος και απεκλήθησαν το μίνι ασφαλιστικό. Χωρίς να αμφισβητείται η καλή πρόθεση των νομοθετησάντων, το μίνι είναι κλασική περίπτωση του τρόπου αντιμετώπισης με ημίμετρα. Προστίθενται με τέτοιου είδους νόμους, επιτροπές επί επιτροπών και συμβούλια επί συμβουλίων. Οπως ήταν αναμενόμενο, η εφαρμογή των περισσότερων μέτρων του μίνι ασφαλιστικού έχει μείνει μετέωρη.

Η τρίτη παρέμβαση ήταν ο νόμος Ρέππα (3029/2002), που προβλέπει ένταξη των μεγάλων και προβληματικών ταμείων στο IKA και ο οποίος μένει ακόμη στα χαρτιά.

Εχει απόλυτο δίκαιο, λοιπόν, ο υπουργός Εργασίας κ. Σάββας Τσιτουρίδης, όταν τονίζει στην «Καθημερινή» ότι μέχρι να ολοκληρωθεί ο εθνικός διάλογος για τη μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος πρέπει να έχει ολοκληρωθεί η εφαρμογή της υφισταμένης νομοθεσίας και ειδικότερα του νόμου 3029/2002, δηλαδή του νόμου Ρέππα και να έχει γίνει το νοικοκύρεμα στα οικονομικά των ασφαλιστικών ταμείων. Με την ολοκλήρωση των δράσεων στους δύο αυτούς τομείς θα έχουμε μιαν ακριβή εικόνα των παραμέτρων του ασφαλιστικού και του ακριβούς ύψους του αναλογιστικού του ελλείμματος.

Στο πλαίσιο αυτής της κατεύθυνσης τα μέτρα που προωθεί ο κ. Σάββας Τσιτουρίδης αφορούν κυρίως:

– Την αποφασιστική καταπολέμηση της εισφοροδιαφυγής με τη δημιουργία ειδικού σώματος ελεγκτών.

– Την αξιοποίηση της κινητής και ακίνητης περιουσίας των ασφαλιστικών ταμείων.

– Τη σταδιακή και κατόπιν διαλόγου ενοποίηση ομοειδών ταμείων και κλάδων στην κύρια και επικουρική ασφάλιση.

– Την προσαρμογή του θεσμού των βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων στα σημερινά δεδομένα.