ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Οι ΟΤΑ δεν φθάνουν στην πηγή των ΚΠΣ

Αν σε εποχές δύσκολες, πολιτικά και οικονομικά, η Τοπική Αυτοδιοίκηση αποτελούσε προστατευτικό κουκούλι και κύτταρο δημοκρατίας, στις μέρες μας, που το νέο φάντασμα πάνω από την Ευρώπη λέγεται ανεργία, καλείται να επαναπροσδιορίσει τους στόχους της και να προωθήσει εκτός των άλλων και αποτελεσματικές δράσεις για την περιφερειακή ανάπτυξη και την κοινωνική πρόοδο. Πολλοί είναι μάλιστα εκείνοι που υποστηρίζουν ότι το διακύβευμα στην επικείμενη αυτοδιοικητική αναμέτρηση θα είναι η ανάπτυξη που θα δώσει θέσεις εργασίας και όχι οι παλιές, παραδοσιακές υποσχέσεις για μια πλατεία ή ένα δρόμο. Οι κοινοτικοί πόροι ήταν τις δύο τελευταίες δεκαετίες ο εν δυνάμει ισχυρός χρηματοδότης των OTA. Ομως και τα κονδύλια που απορροφήθηκαν αυτά τα είκοσι χρόνια ήταν λίγα και τα έργα που υλοποιήθηκαν ήταν αμφιβόλου σκοπιμότητας και ποιότητας. Σήμερα επιτακτική είναι η ανάγκη η αυτοδιοίκηση να προσανατολίσει τις επιλογές της ώστε να αξιοποιήσει τους πόρους αυτούς αποτελεσματικότερα.

Από τα αποσπασματικά και κατακερματισμένα έργα μέχρι τη συντεταγμένη προσπάθεια να αποκτήσουν τα κοινοτικά προγράμματα αναπτυξιακή προοπτική, ο δρόμος για τους τοπικούς άρχοντες είναι μακρύς. Η εγκατάλειψη εδραιωμένων αντιλήψεων και διαχρονικών πολιτικών επιλογών όσον αφορά τη διαχείριση των ευρωπαϊκών κονδυλίων (που θέλουν χαρτιά και αποδείξεις) θα είναι, όμως, όπως όλα δείχνουν τραυματική! Ωστόσο, καθώς ο κίνδυνος απώλειας κοινοτικών και άλλων πόρων είναι ορατός, και με δεδομένο ότι το θεσμικό πλαίσιο του Δ΄ Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης είναι αυστηρότερο, οι OTA θα πρέπει να επιλέξουν την επώδυνη… ενηλικίωσή τους. Παράλληλα, η πολιτεία θα πρέπει να απλοποιήσει τις διαδικασίες ένταξης έργων και να προτείνει άξονες με σοβαρό αναπτυξιακό περιεχόμενο.

Εργα με κακοτεχνίες και υλικά κακής ποιότητας, που υστερούν σε προδιαγραφές και δεν ανταποκρίνονται στις αρχικές μελέτες, δρόμοι που… χάθηκαν μετά την πάροδο κάποιων ετών, αποχετευτικά δίκτυα που ουδέποτε συνδέθηκαν με τους σωστούς αγωγούς, αλλά και λιμενικά έργα (όπως εκείνα της Σάμου) ή αρδευτικά (όπως εκείνα στους Γοργοβίτες Καρδίτσας) πρέπει να εκλείψουν. Είναι πλέον κοινή διαπίστωση ότι στο μέλλον τα έργα δεν μπορεί να είναι αποσπασματικά, κατακερματισμένα και χωρίς πλήρη και ώριμη τεχνική υποστήριξη. O κάθε τοπικός άρχοντας θα πρέπει να ξεπεράσει τις όποιες εσωστρέφειες, να βάλει στην άκρη μικροκομματικά συμφέροντα, να αντιληφθεί ότι τα έργα υποδομής στην εποχή μας είναι σύνθετα, τεχνικώς πολύπλοκα. Απαιτούν σύμπραξη με άλλους φορείς, συνεργασίες σε τεχνικό αλλά και διοικητικό επίπεδο, και ωριμότητα. Μόνο έτσι μπορούν να υλοποιηθούν έργα που δεν θα εκθέτουν τη χώρα μας, αλλά και θα ικανοποιούν κοινωνικές ανάγκες, ενώ παράλληλα θα υπηρετούν και στόχους κοινωνικής σύγκλισης. O τοπικός άρχοντας που επιβίωνε με τις προσλήψεις και τις αναθέσεις έργων πρέπει να περάσει οριστικά στο παρελθόν.

Περιορισμένα τα έργα υποδομής

Σύμφωνα με τα στοιχεία από την πρόσφατη έκθεση της εταιρείας «Πληροφόρηση, Επιμόρφωση, Τοπική Ανάπτυξη» (που λειτουργεί ως παρατηρητήριο της συμμετοχής των OTA στα αναπτυξιακά προγράμματα, για λογαριασμό της Κεντρικής Ενωσης Δήμων και Κοινοτήτων) η συνολική εικόνα των έργων OTA στο 4ο τετράμηνο του 2005, είναι σταθερά αυξητική. «Τουλάχιστον 998 δήμοι (σε σύνολο 1.033) έχουν ένα ενταγμένο έργο», λέει στην «K» ο διευθύνων σύμβουλος της ΠΕΤΑ κ. Γιώργος Βασαρδάνης, «περίπου 180 OTA έχουν ενταγμένα έργα προϋπολογισμού άνω των 5 εκατ. ευρώ, ενώ 88 OTA υλοποιούν έργα άνω των 10 εκατ. ευρώ». Κρίνοντας τις επιδόσεις της πρωτοβάθμιας αυτοδιοίκησης στο Γ΄ ΚΠΣ ο κ. Βασαρδάνης υποστηρίζει ότι, συγκριτικά με το Α΄ και Β΄ ΚΠΣ, «οι τωρινές απορροφητικότητες είναι οι καλύτερες απ’ όλες όσες έχει καταγράψει ο θεσμός στην 20ετή συμμετοχή του στα συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα από την Ευρωπαϊκή Ενωση».

Συγκεκριμένα, από τα 24.053 έργα που έχουν ενταχθεί στο Γ΄ ΚΠΣ, τα 11.332 ανήκουν στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. O προϋπολογισμός των ενταγμένων έργων (μέχρι το τέλος του 2005) ανέρχονταν σε 4,073 δισ. ευρώ (σε συνολικό προϋπολογισμό έργων που φτάνει τα 36,262 δισ. ευρώ). Από αυτά, έχουν υπογραφεί συμβάσεις για έργα ύψους 2,292 δισ. ευρώ, ενώ οι δαπάνες των έργων (τα χρήματα από την Ε.Ε. που έφτασαν στα ταμεία των δήμων) ανέρχονται σε 1,412 δισ. ευρώ.

Αποκαλυπτική έκθεση

Από τα στοιχεία της έκθεσης της ΠΕΤΑ καθίσταται εμφανές, πρώτον: ότι τα έργα, που στις περισσότερες των περιπτώσεων αφορούν υποδομές, στην πλειονότητά τους είναι πολύ μικρά (360.000 ευρώ για ένα έργο μεσαίου μεγέθους), χρήματα που μετά βίας φτάνουν για αποχέτευση 100 μέτρων. Τα ποσά δηλαδή που καταφέρνουν ασθμαίνοντας να πάρουν οι OTA από τα κοινοτικά ταμεία δεν αποδίδουν σημαντικές και ουσιαστικές παρεμβάσεις στους δήμους, αν αναλογιστεί κανείς ότι η ανάπλαση μιας αστικής περιοχής χρειάζεται τουλάχιστον 2 δισ. ευρώ.

Μια δεύτερη διαπίστωση στην οποία καταλήγει η έκθεση είναι ότι, ενώ αρκετοί δήμοι εντάσσουν έργα με σημαντικό προϋπολογισμό, τελικώς δεν καταφέρνουν να τα δημοπρατήσουν, να υπογράψουν συμβάσεις και να εισρεύσει στα ταμεία τους κοινοτικό χρήμα. Για παράδειγμα, ο Δήμος Ερεσού-Αντίσσης, στο Νομό Λέσβου, που ενέταξε έργα ύψους 26.489.201 ευρώ, έχει συμβασιοποιήσει έργα μόλις 3.801.546 ευρώ. Αντίστοιχη περίπτωση είναι και ο Δήμος Καλαμάτας, που ενέταξε έργα προϋπολογισμού 30 εκατ. ευρώ και έχει συμβασιοποιήσει έργα ύψους 5 εκατ. ευρώ, ενώ απορρόφησε μόνο 2 εκατ. ευρώ.

Η τρίτη διαπίστωση αφορά τη μικρή συμμετοχή στα ευρωπαϊκά επιχειρησιακά προγράμματα των μεγάλων δήμων της χώρας, όπως για παράδειγμα οι Δήμοι Αθηνών, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης, από τους οποίους θα ανέμενε κανείς να διαθέτουν μηχανισμούς και τεχνικές υπηρεσίες ώριμες να διεκδικήσουν μερίδιο από το κοινοτικό χρήμα. Και οι τρεις αυτοί δήμοι δείχνουν απρόθυμοι να διεκδικήσουν μερίδιο από το Γ΄ ΚΠΣ. H Αθήνα, για παράδειγμα, έχει εντάξει έργα ύψους μόλις 33 εκατ. ευρώ, έχει συμβασιοποιήσει έργα 5 εκατ. και απορρόφησε δαπάνες ύψους 3,2 εκατ. ευρώ. O Πειραιάς έχει εντάξει έργα ύψους 19 εκατ. ευρώ, έχει συμβασιοποιήσει έργα ύψους μόλις 5 εκατ. και απορρόφησε 3,5 εκατ. ευρώ. H Θεσσαλονίκη ενέταξε έργα ύψους 35,8 εκατ. ευρώ, συμβασιοποίησε έργα 8 εκατ. και απορρόφησε 4,7 εκατ. ευρώ. Στον αντίποδα, ο «αμαρτωλός» Δήμος Ανω Λιοσίων που έχει εντάξει έργα ύψους 106 εκατ. ευρώ, έχει συμβασιοποιήσει έργα ύψους 95 εκατ. και απορρόφησε 77 εκατ. ευρώ.

«Τροχοπέδη η γραφειοκρατία»

Το πρώτο εύκολο συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί από την έκθεση είναι ότι οι δήμοι εντάσσουν έργα αλλά δύσκολα καταλήγουν σε συμβάσεις και ακόμη πιο δύσκολα καταφέρνουν να απορροφήσουν χρήματα. Δηλαδή διεκδικούν έργα, τα ανακοινώνουν στους πολίτες, εξαργυρώνουν τα πολιτικά οφέλη, αλλά αδυνατούν να τα υλοποιήσουν.

Οσον αφορά την αδυναμία των δήμων να υλοποιήσουν τα προγράμματα, ο πρόεδρος της ΚΕΔΚΕ κ. Πάρης Κουκουλόπουλος (που ο ίδιος ως δήμαρχος Κοζάνης αποτελεί μία από τις εξαιρέσεις στον κανόνα, δεν αποδέχεται τις αιτιάσεις του υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο αποδίδει την κακοδαιμονία στην αδυναμία των δημάρχων και μόνο.

«Το πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως στις διαδικασίες ένταξης των έργων, στη δαιδαλώδη γραφειοκρατία που αντιμετωπίζουν οι δήμοι. Πολλές φορές μάλιστα, τα χαρτιά πηγαίνουν κι έρχονται τόσες φορές που και οι πιο διεκδικητικοί δήμαρχοι αποθαρρύνονται», λέει στην «K» ο κ. Κουκουλόπουλος. «Από την ημέρα που προκηρύσσεται ένα έργο μέχρι την ημέρα που γίνεται η νομική δέσμευσή του -με την οποία και εντάσσεται- περνούν ακριβώς 18 μήνες. Στη συνέχεια περνούν άλλοι 7, στη διάρκεια των οποίων οι τεχνικές υπηρεσίες στην ουσία διενεργούν σεμινάρια για τους άπειρους μηχανικούς των Τεχνικών Συμβούλων». «Δεν είναι δυνατόν», επιμένει ο κ. Κουκουλόπουλος, «μία μελέτη να υπογράφεται από πτυχιούχο μηχανικό, να έχει επιβλέποντα μηχανικό και στη συνέχεια να πρέπει να θεωρηθεί από τον διευθυντή της υπηρεσίας, κατόπιν από το Συμβούλιο Δημοσίων Εργων, έπειτα από το υπουργείο Εσωτερικών και στη συνέχεια, όλοι αυτοί οι φορείς, να συσκεφτούν για να δείξουν… πώς στερεώνεται μία γέφυρα! Υπάρχουν προβλήματα, αλλά οι πολλαπλοί έλεγχοι απαξιώνουν τη διαφάνεια. O έλεγχος πρέπει να είναι δειγματοληπτικός και η τιμωρία, η απένταξη του έργου».

Σαθρό το θεσμικό πλαίσιο αναθέσεων

Κύκλοι του υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών υποστηρίζουν ότι «σημαντικό μερίδιο ευθύνης για τη μειωμένη απορροφητικότητα έχει τόσο ο νόμος 2860 του 2000, του τότε υφυπουργού Οικονομίας κ. Πάχτα, με τον ασφυκτικό γραφειοκρατικό και συγκεντρωτικό χαρακτήρα του, όσο και το σαθρό θεσμικό πλαίσιο περί αναθέσεων (ο διαβόητος μαθηματικός τύπος). O νόμος του Πάχτα δεν μπορούσε να αλλάξει, μεσούσης της προγραμματικής περιόδου, μιας και ο αριθμός των έργων ήταν μεγάλος. Ετσι, για την καλύτερη λειτουργία του μηχανισμού διεκδίκησης των έργων (πράγμα που αποτυπώνεται, σύμφωνα πάντα με το υπουργείο, και στους ρυθμούς απορρόφησης) το σύστημα διαχείρισης και ελέγχου πιστοποιήθηκε από την E.E. ενώ 13 τεχνικοί σύμβουλοι γρήγορα θα εγκατασταθούν στις περιφέρειες, προκειμένου να υποστηρίξουν τους φορείς υλοποίησης (ΟΤΑ και Σύνδεσμοι Δήμων και Κοινοτήτων), σε όποια φάση και να βρίσκεται το έργο τους».