ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Δύο χαμένες ευκαιρίες και τρία σενάρια

Οι εξελίξεις των ημερών στις σχέσεις Ε.Ε. – Τουρκίας εγκλωβίζουν τον προβληματισμό στα θέματα του Τελωνειακού Πρωτοκόλλου, στο άνοιγμα λιμανιών και αεροδρομίων, στην προσπάθεια να αντισταθμιστεί ένα τέτοιο ενδεχόμενο με ρυθμίσεις για την τουρκοκυπριακή Κοινότητα, στις κυρώσεις για την Τουρκία. Τα θέματα αυτά είναι κρίσιμα, όμως εκφράζουν μια μερική πτυχή ενός ευρύτερου προβλήματος.

Το ευρύτερο πρόβλημα της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας έγκειται στο ότι η Τουρκία δεν εμφανίζεται διατεθειμένη να προωθήσει κεντρικές θεσμικές αλλαγές ώστε να θεωρηθεί ότι εκπληρώνει τα πολιτικά κριτήρια της Κοπεγχάγης. Πολιτικά, η Τουρκία δεν δείχνει να αντέχει το βάρος εκτεταμένων αλλαγών στις πολιτικές δομές και το θεσμικό της σύστημα, σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές αρχές, που η ίδια έχει αποδεχθεί. Τα εσωτερικά πολιτικά προβλήματά της βαραίνουν ιδιαίτερα στο ζήτημα αυτό. Επιπλέον, η αμφισβήτηση της τουρκικής ένταξης από ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες δημιουργεί στην Τουρκία επιφυλάξεις για μεταρρυθμίσεις, καθώς αντιλαμβάνεται ότι τέτοιες μεταρρυθμίσεις δεν διασφαλίζουν αναγκαστικά την ένταξή της στην Ε.Ε. Ετσι το σημερινό πρόβλημα αποτελεί έκφραση αυτού του γενικότερου προβλήματος.

Οι ευρωπαϊκοί χειρισμοί

Η κατάσταση αυτή θέτει το ερώτημα για το πώς θα χειριστεί η Ε.Ε. -και η Ελλάδα- το πρόβλημα μιας υποψήφιας χώρας που αρνείται να δεσμευτεί για εσωτερικές μεταρρυθμίσεις σε κρίσιμα πεδία δημοκρατίας, ατομικών ελευθεριών που επιβάλλει η ένταξή της στην Ε.Ε., ενώ επιπλέον αρνείται να εκπληρώσει θεσμικές υποχρεώσεις της, και θέλει να προχωρεί κανονικά η ενταξιακή διαδικασία της.

Τα ζητήματα αυτά παρ’ όλο ότι έχουν ισχυρή θεσμική διάσταση δεν μπορούν να απαντηθούν με θεσμικές επιχειρηματολογίες. Το πρόβλημα δεν είναι θεσμικό, αλλά πολιτικό. Γι’ αυτό και οι διάφορες προτάσεις που συνδέουν την προσαρμογή της Τουρκίας στις κοινοτικές υποχρεώσεις της με κυπριακές παραχωρήσεις που άπτονται του Κυπριακού (άνοιγμα λιμανιού και αεροδρομίου στην τουρκοκυπριακή πλευρά) μπορεί από αυστηρή σκοπιά να μην είναι θεσμικά συμβατές με τις κοινοτικές αρχές, όμως πολιτικά θέτουν ζητήματα που φέρνουν τις ελληνικές θέσεις σε δυσκολία.

Επίσης, οι ίδιες οι προτάσεις της Επιτροπής στη σημερινή συγκυρία δεν είναι ευνοϊκές για την ελληνική πλευρά. Η διαπραγμάτευση με την Τουρκία θα διατηρηθεί χωρίς την άμεση πίεση για υπογραφή και εφαρμογή του Πρωτοκόλλου απέναντι στην Κύπρο. Η περιοδική εξέταση της τουρκικής προσαρμογής έπειτα από 18 ή όσους μήνες ουσιαστικά σπρώχνει το πρόβλημα στο μέλλον. Οι μοχλοί πίεσης αποδυναμώνονται. Γύρω από τις προτάσεις αυτές θα στοιχηθούν όλες οι άλλες χώρες, πιθανότατα με περιορισμένες παραλλαγές σε ό,τι αφορά τις δικλίδες ελέγχου της Τουρκίας. Οι προτάσεις αυτές μπορεί βεβαίως να τροποποιηθούν μέσα από διαπραγματεύσεις. Ομως, η Τουρκία δεν φαίνεται διατεθειμένη να κάνει παραχωρήσεις χωρίς ανταλλάγματα, πολύ περισσότερο όταν η ίδια η μελλοντική ένταξή της στην Ε.Ε. τίθεται σε αμφισβήτηση.

Ετσι, το ζητούμενο για την ελληνική πλευρά είναι μια διαπραγμάτευση που αφ’ ενός θα πετύχει να κάνει ευνοϊκότερα τα στοιχεία του πακέτου που προτείνεται, και αφ’ ετέρου θα καταλήξει σε μια διαδικασία που θα επιτρέψει σε όλους να διαχειριστούν το πρόβλημα σε βάθος χρόνου. Η επιλογή της πολιτικής διαδικασίας έναντι της σύγκρουσης έχει αυθύπαρκτη πολιτική αξία για όλους, ανεξάρτητα από τις διακυμάνσεις στην πορεία της ή ακόμα και από το απόμακρο τελικό αποτέλεσμα. Δύο είναι τα ενδεχόμενα αποτελέσματα στα οποία μπορεί να φτάσουμε:

– Αν η ενταξιακή διαδικασία στεφθεί από επιτυχία, θα έχει δώσει τον αναγκαίο χρόνο για δύσκολους πολιτικούς χειρισμούς που θα απαιτούν χρόνο για να καταλήξουν στο αποτέλεσμα αυτό.

– Αν η διαδικασία αυτή αποτύχει, ο χρόνος θα έχει αποτελέσει το μηχανισμό που θα απορροφά τους κραδασμούς, θα εμποδίσει το big bang μιας αποτυχίας και θα δώσει τη δυνατότητα να μετεξελιχθεί η διαπραγμάτευση για την ένταξη σε ένα εναλλακτικό αποδεκτό σχήμα συνεργασίας.

Στη σημερινή συγκυρία ο πολιτικός χειρισμός του θέματος σημαίνει ότι θα δίνει πολιτική διέξοδο λαμβάνοντας υπόψη όμως τις θεμιτές θέσεις και των τριών πλευρών, όχι μόνο της Τουρκίας. Διαφορετικά θα έχουμε την εξέλιξη μιας διαδικασίας με ένα παράδοξο: αντί να θεωρηθεί ότι η Τουρκία παραβιάζει βασικές αρχές και δεσμεύσεις της θα το έχει κάνει η ίδια η Ε.Ε., προκειμένου να μην επικριθεί η Τουρκία γι’ αυτό.

Η σύγκρουση

Η εναλλακτική επιλογή στα παραπάνω είναι το σενάριο της σύγκρουσης. Μια σύγκρουση όμως είναι επιλογή όταν αλλάζει τους όρους του παιχνιδιού. Ομως, μια κρίση εμπεριέχει πάντα τον κίνδυνο απρόβλεπτων εξελίξεων. Σε σχέση με μια κρίση, η πολιτική διαδικασία διατηρεί ανοικτές τις επιλογές, κάνει εφικτές έξυπνες μορφές διαπραγμάτευσης και πίεσης για προσαρμογή της Τουρκίας σε πολλά μέτωπα, περιορίζει τους κινδύνους και τα απρόβλεπτα, και δίνει τη δυνατότητα για εξελίξεις σε διάφορα άλλα πεδία. Πιθανώς κάποια στιγμή να οδηγήσει την Τουρκία να επιλέξει μεταξύ ένταξης και ειδικής σχέσης. Το τελευταίο θα ήταν ενάντια στις προσδοκίες και τα συμφέροντα τουλάχιστον της ελληνικής πλευράς, ιδιαίτερα όσο τα διμερή ζητήματα αφήνονται να παραμένουν ανοικτά. Τότε, οι πιθανότητες να επιλυθούν γίνονται ακόμα πιο χλωμές. Η Ελλάδα έχασε μια μεγάλη ευκαιρία να ασκήσει πίεση στην Τουρκία το 2004 και μετά ξανά το 2005 με το άνοιγμα της διαδικασίας διαπραγμάτευσης. Σήμερα, Ελλάδα και Κύπρος καλούνται να διαχειριστούν τις συνέπειες εκείνων των επιλογών.