ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Προϋπολογισμός: τι δεν θα πουν στη Βουλή

Σήμερα αρχίζει στη Βουλή η πενθήμερη συζήτηση για τον προϋπολογισμό του 2007, που θα λήξει την Πέμπτη τα μεσάνυχτα με την έγκρισή του από τους βουλευτές της Ν.Δ., η οποία σημαίνει παροχή ψήφου εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση. Υποτίθεται ότι στο πενθήμερο αυτό θα διεξαχθεί η κορυφαία αναμέτρηση του έτους μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης, πρώτον, διότι το ίδιο το αντικείμενό της είναι ίσως το πιο σημαντικό γεγονός για τους πολίτες, αφού το κράτος μέσω του προϋπολογισμού των ΔΕΚΟ, ΝΠΔΔ κ.λπ. διαχειρίζεται πάνω από το μισό του εθνικού εισοδήματος, επηρεάζοντας έτσι τα εισοδήματα και την απασχόληση εκατομμυρίων πολιτών. Αλλωστε και ιστορικά ο κοινοβουλευτισμός γεννήθηκε πριν από 350 περίπου χρόνια, ακριβώς όταν η αστική τάξη της εποχής αξίωσε από τον βασιλέα της Αγγλίας να συζητεί τα έσοδα και τις δαπάνες του κράτους με εκλεγμένους εκπροσώπους του λαού.

Δεύτερον, η αναμέτρηση θα είναι κορυφαία γιατί εκ των πραγμάτων η συζήτηση για τον προϋπολογισμό μετεξελίσσεται σε συζήτηση εφ’ όλης της ύλης που κορυφώνεται με τη λεκτική μονομαχία Κώστα Καραμανλή και Γιώργου Παπανδρέου, μετά τις 8 το βράδυ της Πέμπτης, έτσι ώστε να τους δείξουν τα κανάλια και να τους δει ο κόσμος!

Διάλογος κωφών

Αν κρίνουμε όμως από την εμπειρία των τελευταίων ετών, θα διαπιστώσουμε με θλίψη ότι όχι μόνο δεν γίνεται αυτό το πενθήμερο στη Βουλή μια ειλικρινής αντιπαράθεση πολιτικών γραμμών για να προσδιορισθούν επακριβώς οι οικονομικές και κοινωνικές προτεραιότητες, αλλά αντίθετα, η συζήτηση εκφυλίζεται είτε σε διάλογο κωφών είτε σε μια στείρα αντιπαράθεση με την αντιπολίτευση να πλειοδοτεί σε λαϊκίστικες παροχές, αφού προηγούμενα έχει καταγγείλει την κυβέρνηση για κοινωνική αναλγησία, η δε κυβέρνηση αμυνόμενη προβάlλει το έργο της με αλαζονεία, χωρίς την ευαισθησία να κάνει αυτοκριτική ακόμη και σε μέτρα της που αποδείχθηκε ότι ήταν λαθεμένα. Τέλος, και αυτή η πολυδιαφημισμένη μονομαχία των αρχηγών στο τέλος αποδεικνύεται μια τηλεοπτική κοκορομαχία.

Δημόσιος παράγοντας τον οποίο εκτιμώ για το ήθος και τη σοβαρότητά του μου είπε ότι θα ήταν πολύ χρήσιμο ένα άρθρο που θα αναφερόταν όχι στα θέματα που θα συζητηθούν στην πενθήμερη συζήτηση αλλά σε αυτά… που δεν θα συζητηθούν. Και μου απαρίθμησε τα εξής:

– Πρώτον, δεν θα συζητηθεί η σκοπιμότητα και η αποδοτικότητα των δημοσίων δαπανών. Θα έλθει π.χ. η αντιπολίτευση και θα καταγγείλει την κυβέρνηση γιατί δεν δίνει στην Παιδεία το 5% του ΑΕΠ ή στην Υγεία περισσότερα. Και η μεν κυβέρνηση θα ανταπαντήσει ότι λόγω κοινοτικής επιτήρησης και δημοσιονομικής στενότητας δεν έχει περιθώρια, αλλά ούτε αυτή ούτε κανένα άλλο πολιτικό κόμμα θα θέσει το πρόβλημα αν τα χρήματα που δίνει ο φορολογούμενος για την Παιδεία και την Υγεία αξιοποιούνται ή αντίθετα σπαταλώνται από την κακοδιαχείριση στα νοσοκομεία, στα πανεπιστήμια, στα γυμνάσια και τα σχολεία. Ολοι ζητούν αύξηση δαπανών, αλλά κανείς δεν αντιπροτείνει νοικοκύρεμα ή αύξηση παραγωγικότητας ώστε να πιάσουν τόπο τα χρήματα των φορολογουμένων.

– Δεύτερον, δεν θα συζητηθεί το πρόβλημα του μισθολογίου των δημοσίων υπαλλήλων, δηλαδή η ανάγκη να εφαρμοσθεί ένα νέο μισθολόγιο συνδεδεμένο με την παραγωγικότητα και με άξονα την αξιοκρατία. Η αντιπολίτευση θα χύσει πάλι κροκοδείλια δάκρυα για τις όντως χαμηλές αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων, αλλά δεν θα αποτολμήσει να ζητήσει κατάργηση των φαυλοκρατικών διακρίσεων υπέρ ορισμένων συντεχνιών (π.χ. εφοριακοί). Στο Δημόσιο ως γνωστόν υπάλληλοι με τα ίδια προσόντα αμείβονται άνισα ανάλογα με το υπουργείο στο οποίο είναι διορισμένοι, ενώ το βαθμολόγιο δεν παρακολουθεί την επίδοση και την απόδοση, αλλά τα χρόνια. Ακριβώς για τον ίδιο λόγο δεν θα ζητήσει η αντιπολίτευση να καταργηθούν οι εκτός προϋπολογισμού ειδικοί λογαριασμοί, οι οποίοι ενώ τροφοδοτούνται από κρατικά χρήματα, δηλαδή από φόρους, μισθοδοτούν επιλεγμένες κατηγορίες δημοσίων υπαλλήλων. Η «Καθημερινή» στις 29/10 είχε αποκαλύψει ότι δεκατρία υπουργεία διαχειρίζονται δίκην τσιφλικίων 8 δισ. ευρώ για να αμείψουν πρόσθετα τους δικούς τους υπαλλήλους!

– Τρίτον, δεν θα συζητηθεί και πολύ περισσότερο ούτε η κυβέρνηση αλλά ούτε και η αντιπολίτευση θα ζητήσει να τερματιστεί το σκάνδαλο των υπέρ τρίτων φόρων. Υπενθυμίζουμε και πάλι ότι η «Καθημερινή» στις 5/11 είχε αποκαλύψει ότι περί τα 10 δισ. ευρώ ετησίως αφαιρούνται από την τσέπη των φορολογουμένων, προκειμένου να χρηματοδοτήσουν τα ασφαλιστικά ταμεία ισχυρών επαγγελματικών ομάδων (αξιωματικοί, δικηγόροι, συμβολαιογράφοι, δημοσιογράφοι, μηχανικοί, ιερωμένοι κ.ά.) με τη μορφή 300 διαφορετικών «φόρων υπέρ τρίτων».

– Τέταρτον, είναι βέβαιο ότι δεν θα συζητηθεί με ειλικρίνεια και σαφήνεια το μεγαλύτερο οικονομικό και κοινωνικό πρόβλημα της χώρας, το ασφαλιστικό. Ενώ όλα τα κόμματα συμφωνούν ότι η ελληνική οικονομία έχει στα θεμέλιά της μια βόμβα έτοιμη να εκραγεί, κανένα δεν αποτολμά να βάλει στο τραπέζι για συζήτηση κάποια πρόταση για τις αλλαγές που πρέπει να γίνουν στο ασφαλιστικό μας σύστημα για να επιβιώσει.

Απαίτηση για μεταρρυθμίσεις

Δεν ξέρω αν ο απαισιόδοξος συνομιλητής μου επιβεβαιωθεί, εκείνο όμως που ελπίζω να γίνει είναι αυτή τη φορά ο κ. Κώστας Καραμανλής να ξεκόψει οριστικά με τα πρότυπα του παρελθόντος βάζοντας τους υπουργούς του, τον καθένα στον τομέα του, να απαριθμήσουν τις μεταρρυθμίσεις που σχεδιάζουν. Οπως απέδειξε και η αντιπαράθεση κυβέρνησης και αντιπολίτευσης στο θέμα του ΟΤΕ, όταν η κυβέρνηση υλοποιεί τις μεταρρυθμίσεις που έχει υποσχεθεί εδραιώνει την πολιτική της υπεροχή, βάζοντας στη γωνία την αντιπολίτευση, η οποία μετατρέπεται σε μια δύναμη αδράνειας και συντήρησης που υπερασπίζεται τις καθυστερημένες όψεις της οικονομίας. Και η μεταρρυθμιστική αυτή συμπεριφορά της κυβέρνησης, όπως αποδεικνύεται και από τις σφυγμομετρήσεις, επιβραβεύεται από τους πολίτες. Η κοινωνία είναι πιο μπροστά από το πολιτικό σύστημα και αξιώνει τις αλλαγές και μεταρρυθμίσεις, ενώ είναι έτοιμη να βάλει στο «χρονοντούλαπο της ιστορίας» τα κρατικίστικα μοντέλα που εκθειάζουν οι συνδικαλιστές όλων των παρατάξεων.