ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΑΝΑΛΥΣΗ

Το άνοιγμα στο εμπορικό ισοζύγιο της χώρας ήταν από τις πιο μακρόχρονες παθογένειες της οικονομίας μας, που εκδηλωνόταν ακόμη και σε παλαιές εποχές, που οι εισαγωγές τελούσαν υπό τον έλεγχο του κράτους και πραγματοποιούνταν μόνο με την έκδοση αδειών και για συγκεκριμένες ποσότητες. Ολη αυτή την περίοδο που κράτησε από την απελευθέρωση του 1944 μέχρι και το 1953, που ο τότε υπουργός Συντονισμού Σπύρος Μαρκεζίνης έκανε την υποτίμηση της δραχμής με ταυτόχρονη απελευθέρωση των εισαγωγών, το μεγάλο έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου απεκάλυπτε τον χαμηλό βαθμό ανάπτυξης της οικονομίας και κυρίως της γεωργίας και της βιομηχανίας μας. Στις επόμενες δεκαετίες και ειδικά μετά το 1955, η χώρα πραγματοποίησε εντυπωσιακά άλματα στον δρόμο της ανάπτυξης για να παύσει πια και τυπικά στη δεκαετία του ’70 να θεωρείται υπανάπτυκτη, σύμφωνα με τα κριτήρια της Διεθνούς Τράπεζας και να μεταταγεί στους πίνακες των ανεπτυγμένων χωρών που ήσαν μέλη του ΟΟΣΑ.

Η γοργή αυτή ανάπτυξη, που έδωσε τα καλύτερα επιτεύγματά της στους τομείς των δημοσίων έργων και της βιομηχανίας στις δεκαετίες του ’60 και του ’70, βελτίωσε και το εμπορικό ισοζύγιο, αλλά δυστυχώς η επέλαση των κοινωνικοποιήσεων στη δεκαετία του ’80 υπονόμευσε την ανάπτυξη, που στηριζόταν στην ιδιωτική πρωτοβουλία και το ισοζύγιο άρχισε να χειροτερεύει ταυτόχρονα με την αύξηση του δημοσίου χρέους. Αλλωστε, η διεύρυνση των ελλειμμάτων του προϋπολογισμού που τροφοδοτούσαν το χρέος σήμαινε στην πράξη χρηματοδότηση μιας κατανάλωσης με δανεικά, που κατευθυνόταν σε εισαγόμενα είδη.

Η επάνοδος, μετά το 1993, της οικονομίας σε ανοδική τροχιά δεν αποδείχθηκε ικανή να διορθώσει τα κακώς κείμενα, διότι παρά την ένταξη στην ΟΝΕ η κυβέρνηση Σημίτη δεν απετόλμησε τις διαρθρωτικές αλλαγές, που θα βελτίωναν την ανταγωνιστικότητά της. Ετσι από τότε μέχρι σήμερα, το εμπορικό ισοζύγιο χρόνο με τον χρόνο παρουσιάζει μεγαλύτερα ελλείμματα, τα οποία εκφράζουν το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας στη διεθνοποιημένη ελεύθερη αγορά. Ενώ στις δεκαετίες του ’60 και του ’70 οι εισαγωγές μας ήταν διπλάσιες των εξαγωγών, τώρα πλέον είναι τριπλάσιες με τάση να γίνουν ακόμη μεγαλύτερες. Η εγχώρια παραγωγή όχι μόνο ποσοτικά, αλλά κυρίως ποιοτικά και από πλευράς τιμών, υποχωρούσε σταθερά υπό την πίεση των καλύτερων εισαγόμενων προϊόντων, ενώ οι εξαγωγές μας με το μειονέκτημα της χαμηλής ανταγωνιστικότητας, δύσκολα διείσδυαν στις ξένες αγορές.

Από πέρυσι παρατηρείται μια ανάκαμψη στις εξαγωγές μας, η οποία κατά βάση οφείλεται στο άνοιγμα νέων αγορών (στα Βαλκάνια, στις αραβικές χώρες και στην Κίνα, Ινδία κ. λπ.), αλλά και στην ανάπτυξη βιομηχανικών κλάδων με σύγχρονες μονάδες (μεταλλουργία, χημική βιομηχανία κ. λπ.). Παρά το γεγονός, όμως, ότι οι εξαγωγές μας αυξάνονται με ταχύτερο ρυθμό από τις εισαγωγές, το μέγεθος των τελευταίων είναι τόσο μεγάλο ώστε το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου να αυξάνει. Και επειδή και η ιδιωτική κατανάλωση αυξάνει με υψηλούς ρυθμούς και το σύγχρονο καταναλωτικό πρότυπο των πολιτών εμπλουτίζεται όλο και περισσότερο με εισαγόμενα αγαθά, το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου θα μας ταλανίζει για πολλά ακόμη χρόνια. Αλλωστε καθυστερήσεις δεκαετιών δεν ξεπερνιούνται εύκολα από τη μια χρονιά στην άλλη. Ο δρόμος για να αποκαταστήσουμε τη χαμένη ανταγωνιστικότητα και κυρίως για να αυξήσουμε την εγχώρια παραγωγή με σύγχρονες επενδύσεις είναι μακρύς και γεμάτος εμπόδια και συνεπώς θα απαιτηθούν αλλαγές στη δομή της οικονομίας, απελευθερώσεις αγορών και μια νέα κοινωνική συμπεριφορά των πολιτών.