ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΠΑΣΟΚ: κρίση πολιτικής αντιπροσώπευσης

Το 2007 είναι η τελευταία ευκαιρία του Γιώργου Παπανδρέου να καλύψει τη διαφορά, που σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις χωρίζει το κόμμα του από τη Ν.Δ. Για να συμβεί αυτό πρέπει να μεσολαβήσουν ανατροπές. Εάν οι πολιτικές εξελίξεις ακολουθήσουν την τρέχουσα πορεία τους, όλα δείχνουν ότι οι «γαλάζιοι» θα διατηρήσουν το προβάδισμά τους και πιθανώς θα το διευρύνουν με τη βοήθεια των παροχών, στις οποίες κάθε κυβέρνηση καταφεύγει όταν εισέρχεται στην τελική ευθεία προς τις κάλπες.

Οι πρόσφατες αλλαγές στα ηγετικά κλιμάκια του ΠΑΣΟΚ με τη στράτευση όλων των «βαρώνων» δημιούργησαν την αίσθηση ενός νέου ξεκινήματος και ως εκ τούτου έδωσαν μια πολιτική ώθηση. Αυτό, όμως, ήταν μάλλον το εύκολο βήμα. Εάν δεν καταστεί ευκρινές πώς οι αλλαγές αυτές εντάσσονται σ’ ένα ευρύτερο σχέδιο, το εγχείρημα μοιραία θα εκφυλισθεί. Και προς το παρόν τουλάχιστον, δεν διαφαίνεται μια δημιουργική πολιτική συνέχεια.

Ελλειψη ενότητας

Το μείζον πρόβλημα της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι ότι δεν εκπέμπει ένα ξεκάθαρο πολιτικό στίγμα. Ενα τέτοιο στίγμα δεν προκύπτει, βεβαίως, από την ύπαρξη ενός συμβατικού προγράμματος, απ’ αυτά που γράφονται επειδή κάθε κόμμα πρέπει να έχει ένα τέτοιο κείμενο.

Προκύπτει από την προβολή ενός συνεκτικού σχεδίου για την χώρα, ικανό να ιονίσει τις κοινωνικές δυνάμεις. Κι αυτό προϋποθέτει ότι έχει σφυρηλατηθεί πραγματική πολιτική ενότητα σε ορισμένους κεντρικούς στόχους.

Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες να τηρηθούν τα προσχήματα, πολιτική ενότητα δεν υφίσταται σήμερα στο ΠΑΣΟΚ. Κατά πάσα πιθανότητα δεν θα προκύψει ούτε από το επικείμενο προγραμματικό συνέδριο.

Θα γίνουν, βεβαίως, κάποιες ζυμώσεις και θα εγκριθούν κάποια κείμενα, αλλά τελικώς, λόγω και των προεκλογικών σκοπιμοτήτων, η όλη διαδικασία θα εκφυλισθεί στη γνωστή προσχηματική κομματική τελετουργία. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η αξιωματική αντιπολίτευση δεν έχει πολλές ελπίδες να καταστεί αξιόπιστη εναλλακτική λύση, ικανή να εισπράξει τη μερίδα του λέοντος από τη σημαντική κοινωνική δυσαρέσκεια που έχει προκαλέσει η κυβερνητική πολιτική.

Στην πραγματικότητα, το ΠΑΣΟΚ αντιμετωπίζει κρίση πολιτικής αντιπροσώπευσης. Με την αντιφατική ρητορική του δεν εκφράζει ούτε τα ανερχόμενα μεσοστρώματα, αλλά ούτε και τα λαϊκά στρώματα των αστικών κέντρων και της υπαίθρου, με τα οποία ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε σφυρηλατήσει ισχυρούς πολιτικοεκλογικούς δεσμούς. Η αδυναμία αυτή επιτρέπει στον Κώστα Καραμανλή να διατηρεί την πολιτική ηγεμονία του και ταυτοχρόνως συρρικνώνει τις ελπίδες των «πρασίνων» για επάνοδο στην εξουσία. Κι αυτή είναι ακριβώς η αιτία που τροφοδοτεί τη δεξαμενή της διάχυτης αμφισβήτησης στο ΠΑΣΟΚ.

Διάχυτη αμφισβήτηση

Ο Γιώργος Παπανδρέου έχασε την ευκαιρία να ταυτίσει γρήγορα την ηγεσία του με μια νέα προγραμματική πρόταση για τη χώρα. Δεν το έπραξε, με αποτέλεσμα ο ίδιος να απομυθοποιηθεί γρήγορα και το ΠΑΣΟΚ να καθηλωθεί σε μια γραμμή μίζερης διαχείρισης της εκλογικής ήττας.

Στην αξιωματική αντιπολίτευση δεν υφίσταται συγκροτημένη εσωκομματική αντιπολίτευση. Είναι διάχυτη όμως η αμφισβήτηση της ικανότητας του αρχηγού να οδηγήσει την παράταξη σε νίκη. Με τον εσωκομματικό «ανασχηματισμό» ο Γιώργος Παπανδρέου κέρδισε χρόνο, αλλά το κρίσιμο ζήτημα είναι να αρχίσει να κλείνει η ψαλλίδα. Ο ίδιος κάνει ό,τι μπορεί γι’ αυτό, αλλά δεν τρέφει πολλές αυταπάτες όσον αφορά το αποτέλεσμα. Γι’ αυτό και κεντρικό στοιχείο της προσωπικής στρατηγικής του είναι να εξασφαλίσει τον αποτελεσματικό έλεγχο του κόμματος. Μόνο έτσι μπορεί να ελπίζει ότι θα παραμείνει στην ηγεσία, ακόμα και στην περίπτωση που χάσει τις επόμενες εκλογές με διαφορά 3-4 μονάδων. Εάν τα καταφέρει, θα έχει κάνει ένα μεγάλο βήμα στον δρόμο προς το Μέγαρο Μαξίμου. Η εσωτερική λογική του διπολικού συστήματος δεν αφήνει περιθώρια για τρίτες λύσεις. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι ακόμα κι αν οι «πράσινοι» χάσουν τις επόμενες εκλογές, θα έχουν, λόγω της φθοράς των αντιπάλων τους και του συνδρόμου της αρνητικής ψήφου, πολλές πιθανότητες να κερδίσουν τις μεθεπόμενες.