ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Παρά τη δυσαρέσκεια η διαφορά παραμένει μεταξύ Ν.Δ. – ΠΑΣΟΚ

Μετά την άνοδο του δικομματισμού, που σημειώθηκε λόγω των δημοτικών και νομαρχιακών εκλογών κατά το Β΄εξάμηνο του 2006, το Βαρόμετρο του Απριλίου καταγράφει μικρή πτώση της επιρροής των δύο κομμάτων διακυβέρνησης, που δεν αποκλείεται, ωστόσο, να αποδειχθεί συγκυριακή. Η αποδυνάμωση των δύο «μεγάλων» φαίνεται σήμερα να συντελείται προς όφελος του ΛΑΟΣ και του Συνασπισμού, όχι όμως και του ΚΚΕ. Επίσης, προς όφελος της αντικομματικής ψήφου, γεγονός που υποδηλώνεται από την ενίσχυση των «λοιπών» μικρών κομμάτων, αλλά και την αυξημένη προτίμηση προς το λευκό και το άκυρο.

Δυσαρέσκεια χωρίς μεταστροφή. Παρά τα ευρέως λεγόμενα, ο εκλογικός συσχετισμός (η διαφορά) μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων δεν φαίνεται να μεταβάλλεται ουσιαστικά. Μετατοπίζεται απλώς σε χαμηλότερα επίπεδα (Ν.Δ. 42,5%, ΠΑΣΟΚ 39%), λόγω της ταυτόχρονης καθίζησής τους. Με βάση την παρούσα μέτρηση της πρόθεσης ψήφου, η εκτίμηση της Public Issue/VPRC για τη διαφορά παραμένει στις 3,5 εκατοστιαίες μονάδες, αν και -θα πρέπει να τονιστεί άλλη μια φορά- η διαφορά δεν θα είναι το σημαντικότερο ζήτημα στην επερχόμενη εκλογική αναμέτρηση.

Ο κυριότερος λόγος γι’ αυτό είναι η αδυναμία του ΠΑΣΟΚ να εισπράξει τη γενικότερη φθορά της κυβέρνησης, αλλά και την ειδικότερη ζημία, που υπέστη στην υπόθεση των ασφαλιστικών Ταμείων. Η (ευρεία) δυσαρέσκεια από την κυβερνητική πολιτική δεν μορφοποιείται σε εκλογικό ρεύμα υπέρ της αντιπολίτευσης, όπως βιάζονται να προεξοφλήσουν ορισμένα μέσα ενημέρωσης, αλλά «εκτονώνεται» προς τους μικρότερους κομματικούς σχηματισμούς ή οδηγεί σε ρευστοποίηση της ψήφου.

Είναι εντυπωσιακό ότι τόσο η εικόνα (η δημοτικότητα) του ΠΑΣΟΚ (-5%), όσο και η εικόνα του αρχηγού του (-4%) καταγράφουν στο παρελθόν δίμηνο μεγαλύτερες απώλειες από την αντίστοιχη της Ν.Δ. (-1%) και του πρωθυπουργού (-1%). Από αυτήν την πλευρά, είναι χαρακτηριστική και ιδιαιτέρως χρήσιμη για την αξιολόγηση της επίδρασής της, η σύγκριση της πρόσφατης κρίσης των Ταμείων, με εκείνη των υποκλοπών (Φεβρουάριος 2006). Είναι φανερό, ότι σε αντίθεση με την τελευταία, που είχε πλήξει καίρια όχι μόνον την κυβερνητική και κομματική δημοτικότητα (-11%, 2/06), αλλά και την ίδια την πρωθυπουργική εικόνα (-6%, 2/06), η πρόσφατη κρίση δεν «άγγιξε» σε αντίστοιχο βαθμό τίποτα από τα δύο.

Ψήφος διαμαρτυρίας και «συγκοινωνούντα δοχεία». Από την άλλη πλευρά, τόσο η εικόνα (δημοτικότητα) του ΛΑΟΣ, όσο και του ΣΥΝ σημείωσαν στο περασμένο δίμηνο θεαματική βελτίωση (+5%). Γεγονός, που αντανακλάται και στη σταθεροποίηση (ΣΥΝ) ή και ενίσχυση (ΛΑΟΣ) της εκλογικής τους επιρροής. Η πτωτική τάση του ΛΑΟΣ, που είχε παρατηρηθεί από τον Οκτώβριο, δείχνει να ανακόπτεται. Το ίδιο συμβαίνει και με τον Συνασπισμό.

Η ενίσχυσή του, τους τελευταίους δύο μήνες, συνδέεται άμεσα τόσο με την τρέχουσα ριζοσπαστικοποίηση της περιόδου, που παράγει η κρίση του εκπαιδευτικού μηχανισμού, όσο και με την επίθεση που δέχθηκε, η οποία τον ανέδειξε πολιτικά. Είναι προφανές, ότι ο Συνασπισμός κεφαλαιοποιεί τώρα τη στάση του κόμματος κατά τη διάρκεια των πρόσφατων κινητοποιήσεων.

Ταυτοχρόνως, το γεγονός ότι τείνει να υπάρξει εξισορρόπηση δυνάμεων μεταξύ ΣΥΝ και ΚΚΕ, ανοίγει, έπειτα από πολλά χρόνια, ένα νέο γύρο στη μάχη για την ηγεμονία στην Αριστερά.

Με βάση τα σημερινά δεδομένα, διαμορφώνονται ευδιάκριτα δύο ζεύγη «συγκοινωνούντων δοχείων»: το πρώτο αφορά τις διαρροές της Νέας Δημοκρατίας προς το ΛΑΟΣ και το δεύτερο τις διαρροές του ΠΑΣΟΚ προς τον ΣΥΝ. Η ψήφος στο ΛΑΟΣ είναι περισσότερο ευμετάβλητη, έχει χαρακτήρα λιγότερο αποκρυσταλλωμένης πολιτικής ή ιδεολογικής μετατόπισης και περισσότερο τυπικής κοινωνικής «ψήφου δυσαρέσκειας» από την κυβέρνηση. Εξαρτάται, επομένως, σε μεγάλο βαθμό από τη συγκυρία και τις διακυμάνσεις της.

Αν η κυβέρνηση δεν απολέσει την πρωτοβουλία των κινήσεων μέχρι τις εκλογές, ενδέχεται να συρρικνωθεί ή και να απορροφηθεί. Αλλωστε, κάτι παρόμοιο έδειξε να συμβαίνει κατά το προηγούμενο διάστημα, που ακολούθησε τις νομαρχιακές εκλογές και την εκλογική αποτυχία του ΛΑΟΣ. Η ψήφος (αριστερής) διαμαρτυρίας στον ΣΥΝ έχει διαφορετικό χαρακτήρα. Είναι σαφώς πιο πολιτική και ιδεολογικά φορτισμένη. Και για τούτο, μάλλον πιο δύσκολα αντιμετωπίσιμη από το ΠΑΣΟΚ, δεδομένου ότι προϋποθέτει την αποσαφήνιση της νέας στρατηγικής και φυσιογνωμίας του δεύτερου.

* Ο Γιάννης Μαυρής είναι πολιτικός επιστήμονας Ph.D, πρόεδρος & διευθύνων σύμβουλος της VPRC και Public Issue.