ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τα διλήμματα της σοσιαλδημοκρατίας

Η γενική συζήτηση, αν όχι και κρίση, που άνοιξε μετεκλογικά στο ΠΑΣΟΚ, δίνει σημαντική ευκαιρία να προβληματιστούμε, ο καθένας από τη μεριά του, πάνω στα γενικότερα ζητήματα πολιτικής που αναδεικνύονται και που αφορούν όλους μας, ιδιαίτερα στο χώρο της Αριστεράς. Ειπώθηκε από κάποια στελέχη του ΠΑΣΟΚ, χωρίς πολλές περαιτέρω επεξεργασίες έως τώρα, ότι στην ουσία «χάσαμε γιατί δεν πείσαμε», κάτι που ήδη μας εισάγει σε αυτόν τον προβληματισμό.

Κάποιοι δεν έπεισαν, κάποιοι δεν πείστηκαν, κάποιος πολιτικός και προγραμματικός λόγος δεν ήταν ή δεν μπορούσε να είναι πειστικός. Γιατί όμως; Θα αναζητηθούν εξηγήσεις στην πρόσφατη ιστορία του ΠΑΣΟΚ και στην αποτελεσματικότητα των αναπροσαρμογών, κομματικών, πολιτικών και προγραμματικών, που επιχείρησε. Υπάρχει όμως πια και εμφανώς, πέρα από αυτά που δεν είναι και ασήμαντα, ένα ζήτημα γενικότερο που αφορά το γενικό σχέδιο μεταρρύθμισης, την πειστικότητα και την ελκυστικότητά του, ένα ζήτημα που τίθεται σήμερα σε όλα τα κόμματα που προέρχονται ή εμπνέονται από τη σοσιαλδημοκρατική και σοσιαλιστική ιστορία, κυρίως στην Ευρώπη, όποιο κι αν είναι το όνομά τους.

Σε αυτήν την παράδοση, σε απόκλιση ή και σε αντίθεση με τη στρατηγική της βίαιης ανατροπής και της από μηδενικής βάσεως ανοικοδόμησης της οικονομίας, της κοινωνίας και της πολιτικής εξουσίας, τα κύρια στοιχεία ήταν η κοινοβουλευτική δημοκρατία, η ισχυρή συνδικαλιστική, κομματική και πολιτική σε κάθε επίπεδο οργάνωση των εργαζομένων και γενικότερα των πολιτών, η αύξηση της παρεμβατικότητας του κράτους στην οικονομία, μεγάλες δημόσιες επενδύσεις και ευρύς δημόσιος τομέας, η οικοδόμηση ενός καθολικής εφαρμογής κοινωνικού κράτους, συστηματική επιδίωξη της πλήρους απασχόλησης, η επίτευξη συμβιβασμών που εξασφάλιζαν μια σχετικά ισόρροπη κατανομή των αποτελεσμάτων της αυξημένης παραγωγικότητας της εργασίας ανάμεσα στους εργαζόμενους και το ιδιωτικό κεφάλαιο.

Ολα αυτά, με αποκλίσεις και αποχρώσεις, συντέθηκαν στο ευρωπαϊκό σοσιαλδημοκρατικό μοντέλο που κυριάρχησε μεταπολεμικά και έως πριν από λίγα χρόνια, με οικονομική αποτελεσματικότητα, σημαντική κοινωνική συναίνεση και σχετική πολιτική σταθερότητα. Μπήκε υπό αμφισβήτηση όταν σε συνθήκες προϊούσας παγκοσμιοποίησης άρχισε να είναι λιγότερο ανταγωνιστικό διεθνώς, να βλέπει την παραγωγική του βάση και την απασχόληση να μειώνεται και να μετακομίζει, την ανεργία να μεγαλώνει, το κόστος του κοινωνικού κράτους να μεταφράζεται σε ελλείμματα και χρέη, την αποτελεσματικότητα της δημόσιας παρέμβασης στην οικονομία να μειώνεται αφού άνοιγε και σε άλλες δυνατότητες ο χώρος στον οποίον ασκούνταν. Αυτή η αμφισβήτηση συνεχίζεται και αποδομεί, αλλού ταχύτερα άλλού αργότερα, το όλο οικοδόμημα. Επιπλέον το ίδιο το μοντέλο, που εξ ορισμού ήταν έντονα προσανατολισμένο στην «ανάπτυξη» χωρίς όρια, συνάντησε μολαταύτα τα όριά του στην ορατή πλέον αλλοίωση ή και καταστροφή του περιβάλλοντος, τοπικά και σε ευρωπαϊκή και παγκόσμια κλίμακα, με οικονομικές πια και κοινωνικές συνέπειες, αλλά και πολιτικές, μια και αποξενώθηκε προοδευτικά από τη συναίνεση πολλών πολιτών, ιδιαίτερα ανιδιοτελών και κατά κύριο λόγο νέων.

Το αποτέλεσμα αυτών των εξελίξεων είναι μια σειρά από διλήμματα. Να απαντήσεις στις προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης απέναντι στο σοσιαλδημοκρατικό μοντέλο, επιμένοντας στην απλή αναπαραγωγή του, είναι μάλλον μάταιο. Να προσχωρήσεις σε λύσεις που, άσχετα από την πρόθεσή σου, το αποδομούν εν μέρει ή συνολικά, σε οδηγεί σε απώλεια της έως τώρα «νομιμοποίησής» σου, ενώ οι «λύσεις» σου δεν έχουν πειστικότητα και ελκυστικότητα. Να προτείνεις την προσαρμογή του στη νέα κλίμακα όπου τοποθετούνται τα προβλήματα, δηλαδή σε μια πολιτικά ενωμένη Ευρώπη και σε έναν πολιτικά διευθυνόμενο κόσμο, απαιτεί πολλές αλλαγές στην έως τώρα πολιτική σου κουλτούρα, απαιτεί και χρόνο και τολμηρές διεθνείς πρωτοβουλίες, συμβιβασμούς και συνεργασίες, φαντάζει στα μάτια των «ρεαλιστών» μηχανικών της εξουσίας ουτοπικό. Να προσανατολιστείς από τώρα, ρεαλιστικά και πειστικά, προς μιαν ανασυγκρότηση της πολιτικής με βάση το κοινωνικό κράτος, τη δημοκρατία και τις ελευθερίες, αλλά και την οικολογική βιωσιμότητα όλων των οικονομικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων, φαίνεται ακόμη και τώρα επίσης ουτοπικό.

Και όμως, αυτά είναι τα ζητήματα που θα έπρεπε να απασχολούν θεωρητικά και πρακτικά, σήμερα και όχι μεθαύριο, όσους ενδιαφέρονται για την πρόοδο χωρίς εισαγωγικά και ιδεοληψίες, και θέλουν να πείσουν τους πολίτες. Και βέβαια και το ΠΑΣΟΚ, που έχει αποδειχθεί πολιτικά ξένο προς τέτοιου τύπου προβληματισμούς, άσχετα από επιμέρους συμβολές. Αλλά και όλες τις πολιτικές δυνάμεις που αναζητούν έναν άλλο αλλά πάντως εφικτό κόσμο…

* Ο κ. Μιχάλης Παπαγιαννάκης είναι οικονομολόγος, βουλευτής του Συνασπισμού.