ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Οι μοιραίες στιγμές του Γ. Παπανδρέου

Στην πολιτική, λένε πολλοί, ένα λάθος αρκεί για να γκρεμίσει πέντε ή και περισσότερες επιτυχείς κινήσεις. Πόσω μάλλον, όταν το σφάλμα συμπίπτει με μια κρίσιμη συγκυρία, η οποία το καθιστά καθοριστικό για τις εξελίξεις, επιδρώντας καταλυτικά και στην εικόνα του πολιτικού που το διαπράττει.

Θα έχετε ίσως αντιληφθεί ότι ο πρόλογος ταιριάζει «γάντι» στον κ. Γ. Παπανδρέου. Αν επιχειρήσει κανείς να απαριθμήσει τα τρανταχτά του σφάλματα το διάστημα της τετραετούς παντοδυναμίας του, θα διαπιστώσει έκπληκτος ότι διαπράχθηκαν σχεδόν όλα, λίγο πριν από τις κρισιμότερες εκλογικές αναμετρήσεις που έχασε. Είναι δε ακόμη πιο εντυπωσιακό ότι οι περισσότερες από τις πολιτικές αστοχίες που του καταλογίζονται, αφορούν πρόσωπα που μόνος επέλεξε για να «σηματοδοτήσει» το νέο και ανατρεπτικό προφίλ που ο ίδιος οραματιζόταν για το κόμμα του.

Το πρώτο «πανθομολογούμενο» λάθος του διαπράχθηκε πριν ακόμη και από τις εκλογές του 2004. Εχοντας στις προεκλογικές του αποσκευές όλες τις φιλικές εφημερίδες να μιλούν για «εφικτή ανατροπή των δημοσκοπήσεων» και την εντολή 1.000.000 «πρασίνων» ψηφοφόρων «Γιώργο προχώρα, άλλαξέ τα όλα», ο κ. Παπανδρέου επιλέγει τους κ. Στ. Μάνο, Ανδ. Ανδριανόπουλο, Μίμη Ανδρουλάκη και Μαρία Δαμανάκη στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας. «Αμφίπλευρη διεύρυνση» ονόμασαν το εγχείρημα όσοι το υποστήριξαν, αλλά δεν έπεισαν.

Η «αμφίπλευρη διεύρυνση»

Το ερώτημα «γιατί να χαρίσουμε έδρες σε ανθρώπους που μέχρι πρότινος μας έβριζαν» δεν βρήκε πειστική απάντηση στο επιχείρημα του κ. Παπανδρέου ότι «είναι χρήσιμη η φωνή τους στη Βουλή». Πόσω μάλλον ότι και στη μετεκλογική δοκιμασία της «αμφίπλευρης διεύρυνσης», το εγχείρημα απεδείχθη εντελώς αποτυχημένο: Ο κ. Ανδριανόπουλος αποχώρησε από τη Βουλή, με τον κ. Μάνο δεν υπήρξε ποτέ καμία σύγκλιση και ο Μ. Ανδρουλάκης ακόμη και προχθές επανέλαβε ότι ήταν λάθος να χρησιμοποιηθεί ως «αντίβαρο» των «φιλελεύθερων» στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας.

Το δεύτερο σφάλμα του κ. Παπανδρέου προκύπτει λίγους μήνες αργότερα, όταν ανακοινώνει το ευρωψηφοδέλτιο του ΠΑΣΟΚ. Τα περισσότερα ονόματα είναι εντελώς άγνωστα στους περισσότερους και δέχεται υπόγεια κριτική όχι τόσο για την ανανέωση που επιχειρεί, όσο κυρίως για το γεγονός ότι πολλοί από τους υποψήφιους ευρωβουλευτές δεν έχουν καμία απολύτως εμπειρία στα ευρωπαϊκά θέματα. Στο επίκεντρο της κριτικής βρίσκεται η νεαρή συνδικαλίστρια κ. Μαίρη Ματσούκα η οποία τίθεται επικεφαλής του ευρωψηφοδελτίου, παρά το γεγονός ότι ακόμη και η ίδια φέρεται να έχει εκφράσει τις επιφυλάξεις της να «ηγείται» μιας λίστας στελεχών με ασφαλώς μεγαλύτερη πολιτική διαδρομή.

Το παράδοξο είναι ότι με το συγκεκριμένο ψηφοδέλτιο, το ΠΑΣΟΚ έλαβε 34%, όταν στις ευρωεκλογές του 1999 είχε συγκεντρώσει μόλις 32%. Ωστόσο όλοι συγκρίνουν το 34% με το 40,5% που είχε λάβει το ΠΑΣΟΚ τρεις μήνες νωρίτερα στις εθνικές εκλογές και για πρώτη φορά ο πρόεδρος δέχεται ευθεία αμφισβήτηση για τις επιλογές του.

Το επόμενο σφάλμα του κ. Παπανδρέου μάλλον του χρεώνεται εκ του αποτελέσματος. Διότι όταν ο ίδιος -αιφνιδιάζοντας και πάλι- στο Συνέδριο το Μάρτιο του 2005 προτείνει ως νέα γραμματέα του ΠΑΣΟΚ την πρώην συνεργάτη του κ. Χρ. Παπουτσή στις Βρυξέλλες κ. Μαριλίζα Ξενογιαννακοπούλου, δεν συναντά πολλές αντιδράσεις. Μόνον κάποιες επιφυλάξεις για το αν η εξ Ευρώπης φιλόδοξη πολιτικός θα μπορούσε να ανταποκριθεί στο άχαρο και σκληρό κομματικό παιχνίδι ισορροπιών που απαιτεί η θέση του Γραμματέα.

Αλλαγή Γραμματέα

Οι αμφιβολίες αυτές έμελλε να δικαιωθούν σύντομα και μάλιστα από τον ίδιο τον κ. Παπανδρέου. Μόλις 18 μήνες αργότερα ο πρόεδρος με επίσης αιφνιδιαστικό τρόπο αντικαθιστά την κ. Ξενογιαννακοπούλου με τον εκ διαμέτρου αντίθετης πολιτικής αντίληψης, λογικής και αισθητικής κ. Ν. Αθανασάκη, στον οποίο και εύχεται καλή επιτυχία χαρακτηρίζοντάς τον «αρκούδο» του ΠΑΣΟΚ.

Το καθοριστικότερο ωστόσο σφάλμα του κ. Παπανδρέου έρχεται αμέσως μετά και δεν αφορά επιλογές προσώπων. Εντοπίζεται στην εξόφθαλμη υπαναχώρησή του από τη στήριξη του περιβόητου άρθρου 16 την άνοιξη του 2007. Καίτοι σε ανύποπτο χρόνο εκείνος ήταν που είχε δηλώσει υπέρμαχος της ίδρυσης μη κρατικών πανεπιστημίων στην Ελλάδα, οπισθοχωρεί πλήρως υπό την πίεση κυρίως των κ. Βενιζέλου, Σημίτη και Λοβέρδου, αλλά και της διαλυμένης και ανασυσταθείσης από τον ίδιο νεολαίας του.

Και όχι μόνον αυτό. Χρησιμοποιώντας ως πρόσχημα το άρθρο 24 για το Περιβάλλον, ανακοινώνει την οριστική αποχώρηση του ΠΑΣΟΚ από ολόκληρη τη διαδικασία της Συνταγματικής Αναθεώρησης, γεγονός που τον εκθέτει σε όσους είχαν πιστέψει το εκσυγχρονιστικό του προφίλ και τον εμφανίζει άτολμο και πολιτικώς άβουλο έναντι των ενδοκομματικών του αντιπάλων.

Η κυβέρνηση ορθώς επέκρινε τότε τον κ. Παπανδρέου ότι επέλεξε την οδό της άτακτης φυγής, ενώ γνώριζε ότι για να «περάσει» οποιαδήποτε συνταγματική τροποποίηση θα έπρεπε να προσφέρει τη συναίνεση του ΠΑΣΟΚ είτε στην προηγούμενη, είτε στην παρούσα Βουλή. Και γι’ αυτό, όλα τα επιχειρήματα που επικαλέστηκε δεν έπεισαν όσους εντόπισαν την πολιτική του ανακολουθία. Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και άνθρωποι που τον στήριζαν τότε, χαρακτηρίζουν σήμερα τη «συνταγματική του αποχώρηση», ως το κορυφαίο -και μοιραίο ίσως για τη συνέχεια- πολιτικό του ατόπημα.

Προσωπικά λάθη

Της επιλογής του αυτής βέβαια προηγείται, αλλά και ακολουθεί σειρά μικρότερων σφαλμάτων. Τα οποία ωστόσο μάλλον επιβεβαιώνουν παρά διαψεύδουν όσους τείνουν πλέον να πιστέψουν ότι ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ δεν έχει ολοκληρωμένο σχέδιο, αλλά ότι αντιθέτως διαμορφώνει και καταλήγει στις αποφάσεις του βάσει των επιρροών στενών του συνεργατών και της συγκυρίας. Σταχυολογούμε μερικά.

– Η μομφή του κ. Παπανδρέου στον κ. Γ. Αλογοσκούφη που κατέληξε στον αιφνιδιασμό του, όταν ο κ. Καραμανλής, τού τη μετέτρεψε στην ίδια συνεδρίαση σε ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση.

– Η ίδρυση πολλών και πολυπληθών οργάνων, στα οποία μετέχουν δεκάδες στελέχη χωρίς ουσιαστικές αρμοδιότητες, με συνέπεια οι καίριες αποφάσεις να λαμβάνονται από τον ίδιο σε συνεργασία με τους άγνωστους στους περισσότερους συνεργάτες του.

– Η καθαίρεση του κ. Φλωρίδη από τη θέση του υπευθύνου των Οικονομικών, όταν ο πρώην υπουργός αποκάλυψε ότι το «αγαπημένο» του προέδρου, σουηδικό μοντέλο, στηρίζεται στην υψηλή φορολογία.

– Η επιλογή του κ. Κ. Λαλιώτη να αναλάβει την προεκλογική εκστρατεία τού κόμματος, όταν ο πρώην γραμματέας είχε εκδιωχθεί ακόμη και από τον κ. Κ. Σημίτη, προφανώς ως αναχρονιστικός των δικών του εκσυγχρονιστικών αντιλήψεων.

– Τέλος, η πρόσφατη ανακοίνωση της κ. Φώφης Γεννηματά ως επικεφαλής του ψηφοδελτίου Επικρατείας όταν ακόμη και η ίδια σε συνεντεύξεις της είχε παραδεχθεί το συνταγματικό ασυμβίβαστο που της απαγόρευε να κατέλθει στην κεντρική πολιτική σκηνή, μέχρι να ολοκληρωθεί η θητεία της στην υπερνομαρχία.

Ολα αυτά πάντως και πολλά ακόμη που θα μπορούσε κανείς να «χρεώσει» προσωπικά στον κ. Παπανδρέου, ενδεχομένως συνιστούν υπερβολική κριτική. Δεν χωρά αμφιβολία ότι στα τελευταία τέσσερα χρόνια ο ίδιος δέχθηκε ουκ ολίγες φορές όχι μόνον εσωτερική αμφισβήτηση, αλλά συχνά και ωμή υπονόμευση. Ενδεικτικά υπενθυμίζεται ότι ο ίδιος ο κ. Σημίτης στο βιβλίο του που εξέδωσε το 2005 απέδωσε την πρώτη ήττα του ΠΑΣΟΚ, όχι στα δικά του πεπραγμένα, αλλά στην προεκλογική περίοδο, «καταλογίζοντας» έτσι εμμέσως, αλλά και… αποκλειστικώς στον κ. Παπανδρέου τη συντριβή του 2004. Και ο σημερινός πρόεδρος όχι μόνον δεν αντέδρασε τότε, αλλά παρέστη και στην παρουσίαση του βιβλίου!

Γι’ αυτό ίσως και να ‘χουν δίκιο όσοι αποδίδουν τη «μεταλλαγμένη» εσχάτως συμπεριφορά του κ. Παπανδρέου σε ένα προσωπικό πρόβλημα που μοιάζει να βιώνει. «Είχε πολλές ιδέες, αλλά δεν αποτόλμησε να τις εφαρμόσει μέχρι τέλους. Και τώρα μετανιωμένος για όσα ο ίδιος δεν έπραξε προσπαθεί να πείσει τους πάντες να του δώσουν ξανά τη λευκή επιταγή που είχε το 2004» έλεγε προχθές βουλευτής του ΠΑΣΟΚ που δεν ανήκει σε καμία ομάδα.

Στην πολιτική ωστόσο εκτός από τα λάθη που κατά κύριο λόγο διαμορφώνουν τις εντυπώσεις, υπάρχει και η λεγόμενη «αξιοποίηση της ευκαιρίας». Ευκαιρία να γίνει κάποιος αρχηγός κόμματος δεν παρουσιάζεται σε όλους τους βουλευτές. Ακόμη δε πιο σπάνια τους προσφέρεται για δεύτερη φορά…