ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Γερμανική «ταφόπλακα» στις έρευνες για Siemens

Μπορεί να είχε χάσει ο Μιχ. Χριστοφοράκος τη μάχη στο Εφετείο του Μονάχου κέρδισε όμως, στην Καρλσρούη, τον πόλεμο για τη μη έκδοσή του στην Ελλάδα, με την απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου, που δρομολογεί νέα δεδομένα, ανατρέποντας πολλά στον σχεδιασμό των ελληνικών αρχών που ερευνούσαν για τις μίζες και τα «μαύρα ταμεία».

Κι ενώ ο Μιχ. Χριστοφοράκος πέτυχε να μείνει ακαταδίωκτος διά παντός από την ελληνική δικαιοσύνη, καθώς όλα τα αδικήματά του σκεπάστηκαν από τη λήθη της παραγραφής -σύμφωνα με την απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας- η έρευνα στη χώρα μας δέχθηκε ισχυρότατο, αν όχι καίριο, πλήγμα.

Αμέσως μετά την αναγγελία της απόφασης των Γερμανών που είπαν οριστικά «Οχι» για τον ερχομό του πρώην πανίσχυρου άνδρα της Siemens στην Ελλάδα, εν μέσω της προεκλογικής περιόδου, τα πολιτικά κόμματα δέχθηκαν την είδηση με δι το καθένα τρόπο και οι ελληνικές δικαστικές αρχές με απογοήτευση.

Με δεδομένο πως ο κεντρικός κατηγορούμενος δεν θα οδηγηθεί ενώπιόν τους και με το σκεπτικό της απόφασης να κάνει λόγο για παραγραφή όλων των αδικημάτων που του αποδόθηκαν, οι ελληνικές δικαστικές αρχές συνειδητοποίησαν πως η έρευνα για ένα από τα μεγαλύτερα πολιτικοοικονομικά σκάνδαλα θα συνεχιστεί αλλά αφυδατωμένη και σε πολύ στενά πλαίσια.

Ενδεικτικό είναι το σχόλιο ανώτατου δικαστικού παράγοντα ο οποίος μιλώντας στην «Κ» για την επόμενη μέρα των δικαστικών ερευνών για τα «μαύρα ταμεία», ανέφερε χαρακτηριστικά: «Εχουμε πλέον τον οίκο ανοχής και ερευνούμε τι έγινε αλλά μας λείπει η κοπέλα»!

Ωστόσο, επειδή η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία, ανώτατες δικαστικές πηγές, μιλώντας στην «Κ» κρατούσαν κάποια αχτίδα αισιοδοξίας ζωντανή, προσδοκώντας μήπως το δεύτερο ένταλμα που εκκρεμεί ακόμα στο Μόναχο για την έκδοση του Μιχ. Χριστοφοράκου, έχει καλύτερη τύχη. Πάντως δεν έκρυβαν την απογοήτευσή τους που ο Χριστοφοράκος, παρά τις προσπάθειες, πέτυχε τον στόχο του και απέφυγε την κρίση της ελληνικής δικαιοσύνης συμπαρασύροντας πολλές και κρίσιμες πλευρές της υπόθεσης με τις μίζες και τα «μαύρα ταμεία».

Ποινικώς νεκρά αδικήματα

Παράλληλα η απόφαση του γερμανικού ανώτατου δικαστηρίου που έκρινε πως όλα τα αδικήματα σε βάρος του Μιχ. Χριστοφοράκου ήταν ποινικώς νεκρά, δηλαδή παραγεγραμμένα, εκτόξευσε στα ύψη τις επικρίσεις, εντός και εκτός Δικαιοσύνης, για τον τρόπο που έγιναν επί τρία, τουλάχιστον, χρόνια στην Ελλάδα οι έρευνες όπως και για τυχόν παραλείψεις και αστοχίες εκείνων που είχαν την ευθύνη των ερευνών.

Μάλιστα με δεδομένο πως η έρευνα στον Αρειο Πάγο για τον μέχρι πρότινος ανακριτή της υπόθεσης, κ. Νικ. Ζαγοριανό, είναι ανοικτή, ανώτατες δικαστικές πηγές, μιλούσαν για «διεύρυνσή της σε όλους, όσοι χειρίστηκαν την υπόθεση από την αρχή μέχρι το τέλος».

Κι σαν να μην έφθανε το γεγονός πως η γερμανική δικαιοσύνη στο ανώτατο επίπεδο δεν ικανοποίησε το ελληνικό αίτημα και δεν έδωσε τον Μιχ. Χριστοφοράκο, μία ακόμα απόφαση -από το Μόναχο αυτή τη φορά- ήρθε να βάλει ταφόπλακα σε κρίσιμες πτυχές της έρευνας στην Ελλάδα για τα «μαύρα ταμεία».

Η απόφαση αυτή φέρει την υπογραφή της εισαγγελέως κ. Μπόιμλερ που υπηρξε η αρχιτέκτονας των ερευνών για τις μίζες στη Γερμανία και η οποία έχει αναλάβει να ξετινάξει και το κομμάτι που αφορά την ελληνική πτυχή του σκανδάλου με κεντρικό πρόσωπο τον Μιχ. Χριστοφοράκο.

Οι συνέπειες της απόφασης – την οποία δημοσιεύει σήμερα κατ’ αποκλειστικότητα η «Κ» είναι μείζονος σημασίας, όχι μόνον από δικαστικής πλευράς, καθώς ουσιαστικά, όπως δήλωνε ανώτατος δικαστικός στην «Κ», «τοποθετείται ταφόπλακα στην έρευνα για τις μίζες και τις χρήσιμες πληρωμές, και για τη σύμβαση για το έργο ασφάλειας των Ολυμπιακών Αγώνων αλλά και για την προμήθεια και αγορά οπλικών συστημάτων». Για να προσθέσει η ίδια πηγή πως «μένουν πλέον στο απυρόβλητο όσοι ενεπλάκησαν στο σκάνδαλο και στο σκοτάδι οι όποιες οικονομικές και άλλες παρανομίες…».

Πριν όμως παραθέσουμε το εξαιρετικά ενδιαφέρον σκεπτικό της, ας δούμε ποια ήταν η αφορμή που η γερμανική δικαιοσύνη έφθασε να κλείσει οριστικά -λόγω δεδικασμένου- τις έρευνες στην Ελλάδα για το έργο ασφάλειας των Ολυμπιακών Αγώνων το οποίο υπήρξε το δεύτερο μεγάλο κεφάλαιο στην ανάκριση έπειτα από εκείνο για την τεχνολογική αναβάθμιση του ΟΤΕ.

Ολα ξεκίνησαν όταν στο Μόναχο και στην Εισαγγελία του, άνοιξε μια ακόμα έρευνα -δεν είχε γίνει γνωστή ώς τώρα- σε βάρος του Μιχ. Χριστοφοράκου.

Τον πρώτο λόγο και σε αυτήν είχε η εισαγγελέας κ. Μπόιμλερ. Αντικείμενό της ήταν να εξετάσει αν ο Χριστοφοράκος ήταν συνεργός στα «μαύρα ταμεία», του Γερμανού Ρ. Σίκατσεκ, του ανθρώπου που έχει αποκαλύψει πολλά για τις «χρήσιμες πληρωμές» και στην Ελλάδα και έχει καταδικαστεί σε φυλάκιση με αναστολή.

Σε αυτή την έρευνα ο Χριστοφοράκος έδωσε τρεις καταθέσεις στις αρχές Ιουλίου και μία ο Σίκατσεκ.

Το ενδιαφέρον της έρευνας αυτονόητο. Οι «χρήσιμες πληρωμές» σε πολιτικούς και πολιτικά κόμματα που είχε αποκαλύψει ο Σίκατσεκ ότι ήταν πρακτική της Siemens στην Ελλάδα με έμφαση το έργο ασφάλειας των Ολυμπιακών Αγώνων και με χρονικό ορίζοντα -κι αυτό εχει μεγάλη σημασία- μετά το 2004…

Μίζες ναι, δωροδοκίες όχι

Η έρευνα προχώρησε σε βάθος. Η κ. Μπόιμλερ που γνωρίζει το σύνολο της υπόθεσης απέξω ήταν γρήγορα σε θέση να αξιολογήσει τα στοιχεία και τα δεδομένα και να καταλήξει σε απόφαση. Και αυτό έκανε. Με διάταξή της έβαλε στο αρχείο τα πάντα. Και το σκεπτικό της είναι πραγματική βόμβα για το C41 και για δύο άλλες σοβαρότατες πτυχές της υπόθεσης. Την αγορά των οπλικών συστημάτων Ερμής και την προμήθεια των πυραύλων Πάτριοτ. Το σκεπτικό της απόφασης, που όπως δήλωναν στην «Κ» αρμόδιες πηγές, αποτελεί για την ελληνική Δικαιοσύνη δεδικασμένο, και είναι εκείνο που δένει τα χέρια των Ελλήνων δικαστών αφού έχει να κάνει με τις ίδιες κατηγορίες που έχουν αποδοθεί και στην Ελλάδα. Δηλαδή, δωροδοκίες, ξέπλυμα «μαύρου χρήματος» και απάτη.

Και για του λόγου το αληθές, να τι αναφέρει επί λέξει η απόφαση:

«Οι πληρωμές μέσω της εταιρείας Placid Blue, συμφερόντων του Μιχ. Χριστοφοράκου, δεν συνιστούν δωροδοκία διότι είχαν δοθεί για την καλλιέργεια πολιτικού περιβάλλοντος, χωρίς να συνδέονται με συγκεκριμένες ενέργειες σε συγκεκριμένα πρόσωπα για τα οποία δεν προέκυψαν από την έρευνα κάποια στοιχεία για την τέλεση αξιοποίων πράξεων».

«Υπεργολάβος της Saic»

Με αυτό το δεδομένο η εισαγγελέας προχωρεί στην αρχειοθέτηση και για τις τρεις υποθέσεις. Εκεί όμως που η απόφαση είναι καταπέλτης είναι το έργο ασφάλειας των Ολυμπιακών Αγώνων όπου είχε επικεντρωθεί και το ενδιαφέρον της δικαιοσύνης και η πολιτική αντιπαράθεση για τις μίζες.

Η εισαγγελέας του Μονάχου στην απόφασή της με δηκτικό ύφος σημειώνει πως η Siemens δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως «εταιρεία εξειδικευμένης απάτης» και ότι στο μεγάλο αυτό έργο δεν είχε τον πρώτο ρόλο για να χρειάζεται να πληρώνει μίζες και να παρανομεί, αλλά θέση υπεργολάβου με εργολάβο την αμερικανική εταιρεία Saic.

«Η Siemens, αναφέρεται επί λέξει, δεν ήταν αντισυμβαλλόμενη του ελληνικού Δημοσίου αλλά υπεργολάβος και ανήκει στις εταιρείες επικεφαλής σε θέματα τεχνολογίας και δεν μπορεί να θεωρείται εταιρεία εικονική ή εταιρεία που εξειδικεύεται σε απάτες».

Και σε άλλο σημείο της απόφασής της με έμφαση σημειώνει: «Μια τόσο μεγάλη εταιρεία θα ήταν απίθανο να λάβει μέρος σε ένα τόσο μεγάλο έργο που είχε συγκεντρώσει το ενδιαφέρον της διεθνούς κοινής γνώμης για να μην το υλοποιήσει και να εξαπατήσει το ελληνικό Δημόσιο…».

Αλλάζει χέρια η ανάκριση

Και μέσα σε όλα αυτά η ανάκριση στη χώρα μας, με περιορισμένο πλέον ορίζοντα λόγω της μη έκδοσης Χριστοφοράκου και του δικαστικού προηγουμένου που έχει δημιουργηθεί με τις αποφάσεις της γερμανικής Δικαιοσύνης, αλλάζει χέρια.

Η Ολομέλεια των Εφετών συνεδριάζει στα μέσα του μήνα για να ορίσει τον εφέτη ανακριτή που θα διαδεχθεί τον κ. Νικ. Ζαγοριανό που ελέγχεται πλέον πειθαρχικά για τον τρόπο που χειρίστηκε από την αρχή όλη την έρευνα.

Μάλιστα μέσα στις προσεχείς ημέρες καλείται για εξηγήσεις από τον αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου κ. Ιω. Παπανικολάου που ήταν εκείνος που ξεκίνησε τις έρευνες εγκαλώντας τον κ. Ζαγοριανό για σωρεία πράξεων και παραλείψεων. Η εξέλιξη αυτή δεν έπεσε ως κεραυνός εν αιθρία, καθώς οι ενέργειες Ζαγοριανού είχαν αποδοκιμαστέι με αποφάσεις δικαστικών συμβουλίων και βέβαια έχει ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον παρασκήνιο.

Στον Αρειο Πάγο και το υπουργείο Δικαιοσύνης από καιρό υπήρχε προβληματισμός για το κόστος και τις συνέπειες των ενεργειών Ζαγοριανού κυρίως σε, ότι αφορά τον αντίκτυπό τους στη γερμανική Δικαιοσύνη. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που είχαν προφητικά προβλέψει πως πάνω στις δικές του αστοχίες θα πατούσε ο Χριστοφοράκος για να πετύχει τη μη έκδοσή του και βέβαια πολλοί ήταν και εκείνοι που τον κατηγορούσαν για νομικές «ακρότητες». Ολους αυτούς τους προβληματισμούς απελευθέρωσε η συνταξιοδότηση του κ. Γ. Σανιδά και η κίνηση του νέου εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κ. Ιω. Τέντε να ζητήσει από την Ολομέλεια των Εφετών την αντικατάσταση Ζαγοριανού. Κίνηση που βρήκε ευήκοα ώτα και στο υπουργείο Δικαιοσύνης και στο δικαστικό σώμα δρομολογώντας την «έξοδο» Ζαγοριανού που επιφέρει βέβαια, έως ότου ενημερωθεί ο νέος ανακριτής, μέγαλη καθυστέρηση στις έρευνες. Με ό,τι αυτό συνεπάγεται.