ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Εκατό ημέρες μετά το αποτέλεσμα της 4ης Οκτωβρίου

Το χρονικό διάστημα που έχει μεσολαβήσει από τις πρόσφατες βουλευτικές εκλογές μάς επιτρέπει να αξιολογήσουμε «εν ψυχρώ» την επίδραση που άσκησε -περαιτέρω- το ίδιο το εκλογικό αποτέλεσμα στον συσχετισμό των πολιτικών δυνάμεων. Ωστόσο, στον σημερινό συσχετισμό αποτυπώνονται και δύο επιπλέον στοιχεία: αφενός, η επίδραση της εκλογής του νέου προέδρου της Ν.Δ. και, αφετέρου, η επίδραση της τρέχουσας οικονομικής κρίσης.

Το εκλογικό αποτέλεσμα της 4ης Οκτωβρίου χαρακτηρίστηκε, απολύτως δικαιολογημένα, ως «ευρεία νίκη» του ΠΑΣΟΚ και «συντριβή» της Ν.Δ. (Η αύξηση της αποχής μεγέθυνε πλασματικά, ώς ένα βαθμό, τα ποσοστά των δύο κομμάτων και τη μεταξύ τους διαφορά, αλλά όπως είναι γνωστό πολλές φορές οι εντυπώσεις επιδρούν καθοριστικά στην πραγματικότητα.) Ελάχιστοι πολιτικοί αναλυτές, όμως, αναρωτήθηκαν για τη δυναμική που πάντοτε αποκτά ένα παρόμοιο αποτέλεσμα. Αντίθετα με τους επαγγελματίες της πολιτικής, που κατά κανόνα παρακολουθούν συστηματικά τις δημοσκοπήσεις, το μεγαλύτερο μέρος του εκλογικού σώματος συνειδητοποιεί την (προβλεπόμενη) πολιτική μεταβολή μόνον ύστερα από τη θεσμική της επικύρωση, στις εκλογές. Και όσο μεγαλύτερη είναι η κοινωνική «έκπληξη» ή το «σοκ» από το εκλογικό αποτέλεσμα τόσο μεγαλύτερο είναι το κοινωνικό ρεύμα και η κομματική μετατόπιση προς τη νέα εξουσία. Υπό αυτήν την οπτική, είναι χαρακτηριστικό ότι στην πρώτη μετεκλογική μέτρηση του περασμένου Οκτωβρίου το προβάδισμα που κατέγραψε το ΠΑΣΟΚ στις εκλογές (10,5 μονάδες) έδειξε να τριπλασιάζεται (53%, έναντι 22%), για να περιοριστεί στη μέτρηση του Δεκεμβρίου, αμέσως μετά την εκλογή Σαμαρά, σε επίπεδα της τάξης του 16%. Σήμερα, η εκλογική επιρροή του ΠΑΣΟΚ υπολογίζεται στο 48%, δηλαδή σχεδόν 4 μονάδες πάνω από το εκλογικό του ποσοστό, ενώ της Ν.Δ. σε 30,5%, δηλαδή 3 μονάδες κάτω από την εκλογική της επίδοση.

Η διατήρηση σήμερα μιας διευρυμένης διαφοράς μεταξύ των δύο κομμάτων ερμηνεύεται και από άλλους παράγοντες: Πρώτον, στο μετεκλογικό τρίμηνο Οκτωβρίου – Δεκεμβρίου εδραιώθηκε στο εκλογικό σώμα η πεποίθηση ότι ο απελθών πρωθυπουργός, στην ουσία, εγκατέλειψε τη θέση του. Επίσης, με ευθύνη κυρίως των κοινοτικών αξιωματούχων ή του ξένου Τύπου και λιγότερο της κυβερνητικής προπαγάνδας, κατέστησαν κοινωνικά ορατές οι ευθύνες της προηγούμενης κυβέρνησης για την κατάρρευση των δημοσίων οικονομικών και γενικότερα της διακυβέρνησης. Πρόκειται, αναμφίβολα, για δύο σημεία τα οποία αντικειμενικά επιδεινώνουν τη σημερινή εικόνα της αντιπολίτευσης. Δεύτερον, η διαδικασία εκλογής προέδρου πόλωσε και διαίρεσε (ιδεολογικά, πολιτικά, κοινωνικά, γεωγραφικά) την εκλογική βάση της Ν.Δ. σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι συνέβη το 2007, στην αντίστοιχη διαδικασία του ΠΑΣΟΚ. Αυτό το ρήγμα, σε ένα βαθμό, δεν έχει (ακόμη) απορροφηθεί. Ασφαλώς οι συνθήκες είναι διαφορετικές, αλλά δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής και το γεγονός ότι εξαιτίας του δικού του διχασμού το ΠΑΣΟΚ εισήλθε τουλάχιστον επί 6μηνο σε σοβαρή κρίση της κοινωνικής του επιρροής (περίοδος ανάδειξης του ΣΥΡΙΖΑ). Τρίτον, είναι γνωστό ότι σε περιόδους σοβαρών κρίσεων (είτε εθνικών, είτε οικονομικών) η κοινή γνώμη τείνει να συσπειρώνεται γύρω από την εκάστοτε κυβέρνηση. Πρόκειται για τη γνωστή επίδραση, που στην ορολογία των δημοσκοπήσεων περιγράφεται ως «επίδραση συσπείρωσης» (rally effect ή rally around the flag). Είναι προφανές, ότι η επίδραση αυτή μπορεί να μεγεθύνεται σε περιπτώσεις που δεν υφίσταται ή δεν είναι επαρκώς προετοιμασμένη η εναλλακτική κυβερνητική λύση. Τέταρτον, η ανάδειξη του μεταναστευτικού προβλήματος δείχνει να ενισχύει την ακροδεξιά διαμαρτυρία, γεγονός που επίσης μεταφράζεται σε (περιορισμένες) εκλογικές διαρροές της Ν.Δ.

Συμπερασματικά, η εκλογή Σαμαρά μόνον εν μέρει έχει καταφέρει μέχρι στιγμής να αντισταθμίσει τις συνέπειες της βαρύτατης εκλογικής ήττας της Ν.Δ. Με την εκλογή του, ο νέος αρχηγός της Ν.Δ. απέκτησε ένα προσωπικό πολιτικό κεφάλαιο. Είναι χαρακτηριστικό, ότι σε σύγκριση με την τελευταία αντίστοιχη του Κ. Καραμανλή (40%, τον Σεπτέμβριο), η δημοτικότητά του εκτοξεύθηκε τον Δεκέμβριο αμέσως μετά την εκλογή του στο 70% (+30 μονάδες). Ωστόσο, το στοιχείο αυτό δεν ενισχύει αυτομάτως την πρωθυπουργική του εικόνα. Στον σχετικό δείκτη πρωθυπουργικής καταλληλότητας καταγράφει ποσοστό μόλις 20%, έναντι 53% του Γ. Παπανδρέου. Επίσης, δεν βελτιώνει ουσιαστικά την εικόνα της Ν.Δ. Η δημοτικότητά της αυξήθηκε μετά την εκλογή του +14% (από 30% σε 44% τον Δεκέμβριο), παραμένει ωστόσο σήμερα ελλειμματική. Ούτε βεβαίως ανατάσσει τη (χαμένη) κυβερνητική της ικανότητα: Η ικανοποίηση από την αντιπολίτευση (19%) δεν έχει επανέλθει ούτε καν στα χαμηλά προεκλογικά της επίπεδα (22%), ενώ μόλις το 8% των πολιτών την θεωρεί ικανότερη να κυβερνήσει (ενώ 40% θεωρεί το ΠΑΣΟΚ).