ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ιστορική πρόκληση η απόφαση για το χρέος

Η απόφαση της Συνόδου Κορυφής του Eurogroup δίνει μια μεγάλη ανάσα, καθώς εξασφαλίζει τη χρηματοδότηση της χώρας για τα επόμενα χρόνια, βελτιώνει τη βιωσιμότητα του χρέους και θωρακίζει το τραπεζικό σύστημα, υπό την προϋπόθεση ωστόσο ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν θα χάσει μια ακόμη ευκαιρία και θα ανταποκριθεί στην ιστορική πρόκληση.

Την Πέμπτη, οι Ευρωπαίοι ηγέτες ξεπέρασαν τους εαυτούς τους και κυρίως υπερέβησαν τις προσδοκίες των αγορών, γεγονός που καταγράφηκε στην καθοδική πορεία των spreads και στο άλμα των τραπεζικών μετοχών.

Κατ’ αρχάς διασφαλίζεται ένα νέο πακέτο βοήθειας έως το 2014 από την Ευρωζώνη και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, το οποίο ανέρχεται σε 109 δισ. ευρώ (64 δισ. νέα κεφάλαια και 45 δισ. ευρώ τα υπόλοιπα του πρώτου πακέτου). Τα κεφάλαια αυτά θα χορηγούνται από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF), θα είναι διάρκειας 15 έως 30 ετών και θα έχουν χαμηλό επιτόκιο της τάξης του 3,5%.

Για να γίνει αντιληπτή η διαφορά, με το πρώτο πακέτο, η Ελλάδα δανειζόταν για 7,5 χρόνια με επιτόκιο σχεδόν 5,5%, ενώ τώρα θα δανείζεται για 30 χρόνια με 3,5%. Ανάλογοι όροι σχεδιάζεται να εφαρμοστούν αναδρομικά και για τα χρήματα που καταβλήθηκαν από το πρώτο πακέτο.

Χαμηλό επιτόκιο για τα πρώτα χρόνια και μεγάλη διάρκεια ομολόγων προβλέπει και η συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα. Στα δύο από τα τέσσερα εναλλακτικά σενάρια roll over που προσφέρονται στις συμμετέχουσες τράπεζες, το νέο επιτόκιο είναι 4% για την πρώτη 5ετία του 30ετούς ομολόγου, ενώ στα άλλα δύο, που περιέχουν και haircut 20%, το αντίστοιχο επιτόκιο είναι 6%.

Η επιμήκυνση της διάρκειας του χρέους (σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Οργανισμού Διαχείρισης Δημόσιου Χρέους η μέση διάρκεια των ομολόγων αυξάνεται σε 13,5 από 6,5 χρόνια) διευκολύνει στη διαχείρισή του, αφού μειώνονται δραστικά οι ανάγκες για πληρωμές χρεολυσίων στα επόμενα χρόνια.

Εκτός του χαμηλού επιτοκίου, η βιωσιμότητα του χρέους θα βελτιωθεί επίσης από το haircut που θα υποστούν όσες τράπεζες επιλέξουν τα αντίστοιχα προγράμματα επανατοποθέτησης σε ελληνικά ομόλογα, καθώς και από την αγορά ομολόγων από τη δευτερογενή αγορά με κεφάλαια από το EFSF. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των εμπειρογνωμόνων της Ευρωζώνης και των τραπεζών, το καθαρό χρέος θα μειωθεί κατά 12% του ΑΕΠ ή κατά 26,1 δισ. ευρώ (περίπου 13 δισ. από το κούρεμα των νέων ομολόγων και άλλα τόσα από το έμμεσο κούρεμα της επαναγοράς ομολόγων από τη δευτερογενή αγορά).

Είναι προφανές ότι το όφελος από τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα είναι μικρό, δικαιώνοντας όσους, με πρώτον τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας κ. Ζαν Κλοντ Γιουνκέρ υποστήριζαν ότι δεν άξιζε τον κόπο. Ωστόσο, η Γερμανία επέμεινε μέχρι τέλους.

Καθένα από τα παραπάνω (επιμήκυνση, μικρότερα επιτόκια, συμμετοχή ιδιωτικού τομέα, αγορά ομόλογων από EFSF) δεν συνιστά από μόνο του λύση για το ελληνικό πρόβλημα χρέους, αλλά και όλα μαζί αθροιζόμενα δεν είναι παρά μια ανάσα και τίποτα περισσότερο. Η λύση εξακολουθεί να βρίσκεται στα χέρια της κυβέρνησης και στη δυνατότητά της να επιτύχει τους δημοσιονομικούς στόχους και τους στόχους του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων. Τα χρήματα του νέου πακέτου επαρκούν μόνο υπό αυτή την προϋπόθεση. Αν δεν βρεθούν 28 δισ. από αυτή την «πηγή», τότε υπάρχει βούληση να τα συνεισφέρουν οι εταίροι.

Οι τράπεζες

Το νέο πακέτο βοήθειας εξασφαλίζει τη σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος, υπό την έννοια ότι θα διαθέτει με τη μορφή δανείων όσα κεφάλαια θα χρειαστούν οι τράπεζες για να καλύψουν τις λογιστικές ζημίες από το roll over. Επίσης, έχει διασφαλιστεί ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα συνεχίσει να παρέχει ρευστότητα και στην περίπτωση υποβάθμισης στην κατηγορία επιλεκτικής χρεοκοπίας.

Από την άλλη, οι τράπεζες θα πρέπει να προχωρήσουν άμεσα σε αύξηση κεφαλαίου, να πουλήσουν θυγατρικές και, αν όλα αυτά δεν είναι αρκετά, να προσφύγουν στο Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, το οποίο στελεχώνεται κι ετοιμάζεται να αναλάβει δράση μέσα στο αμέσως προσεχές διάστημα, έχοντας ενισχυθεί έτι περαιτέρω από πλευράς κεφαλαιακής βάσης.