ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση

Ο νομπελίστας οικονομολόγος Τζόζεφ Στίγκλιτς θεωρεί ότι η λύση για την Ελλάδα δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί, αλλά χαιρετίζει τη συμφωνία στη σύνοδο κορυφής της Ευρωζώνης ως μία σημαντική δέσμευση προς τη σωστή κατεύθυνση. Οπως το θέτει, «δεν πηγαίνει κανείς τόσο μακριά αν δεν σκοπεύει να πάει μέχρι τέλους». Στη συνέντευξή του στην «Κ», ο κ. Στίγκλιτς απαντά στην κριτική που δέχεται η συμφωνία, στη διαμόρφωση της οποίας συνέβαλε ως σύμβουλος του Ελληνα πρωθυπουργού.

– Θεωρείτε ότι το αποτέλεσμα της συνόδου κορυφής αποτελεί σημαντικό βήμα για την επίλυση της κρίσης στην Ελλάδα και την Ευρωζώνη;

– Πιστεύω ότι είναι ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση. Η Ευρώπη αναγνώρισε ότι αυτό είναι ένα ευρωπαϊκό πρόβλημα, όχι μόνο ελληνικό. Αναγνώρισαν ότι πρέπει να ανακτήσουν την ανάπτυξη, δεσμεύτηκαν για διαρθρωτικά κονδύλια, ενώ και η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων θα προσπαθήσει να δώσει ώθηση στην οικονομική ανάπτυξη. Πρόκειται για μία σημαντική αλλαγή από την πλευρά τους, και ήταν σημαντικό να το κάνουν. Ακόμη αναγνώρισαν ότι η Ελλάδα έχει κάνει όλα όσα μπορούσε, και συνειδητοποίησαν ότι δεν υπάρχουν πολλά ακόμη που μπορεί να κάνει από μόνη της. Ετσι μείωσαν το επιτόκιο ώστε να τονώσουν την ανάπτυξη, καθώς δεσμεύτηκαν να επιτρέψουν στην Ελλάδα να έχει πρόσβαση σε χρηματοδότηση με ευρωπαϊκά επιτόκια. Οι ανησυχίες είναι ότι τα κεφάλαια για την τόνωση της ανάπτυξης δεν θα έρθουν αρκετά γρήγορα, ή ότι δεν θα είναι αρκετά μεγάλα. Οτι δηλαδή, η υποστήριξη στην ανάπτυξη θα είναι αργή, και όχι επαρκής. Πρόκειται βέβαια μόνο για ανησυχία.

Για την Ευρώπη, είναι ξεκάθαρο ότι θα υπάρξει μία κάποια ανησυχία σχετικά με τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα. Οι οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης έχουν πει ότι αν οι Ευρωπαίοι κάνουν αυτό που λένε, θα το θεωρήσουν default, ή selective default. Ωστόσο, αυτό που η Ευρώπη βασικά είπε στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα είναι ότι δεν μπορείς να εξαρτάς τις αποφάσεις σου από το τι κάνουν οι οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης. Αυτό ήταν ένα πολύ καθαρό μήνυμα. Ελπίζω και πιστεύω ότι ακόμη και αν οι οίκοι το χαρακτηρίσουν πιστωτικό γεγονός, δεν θα πυροδοτήσει μία παγκόσμια κρίση.

– Είστε πεπεισμένος γι’ αυτό; Δεν θα πυροδοτήσει τα συμβόλαια CDS;

– Το να πει κανείς ότι είναι πεπεισμένος… (παύση) Θα το θέσω ως εξής: Τα συμβόλαια CDS είναι πολύ αδιαφανή, κανείς δεν γνωρίζει πραγματικά τι λένε, δεν ξέρουμε ποιος τα έχει στην κατοχή του, πόση αβεβαιότητα υπάρχει στην αγορά τους. Πραγματικά πιστεύω ότι είναι έγκλημα ότι έχουμε επιτρέψει στις τράπεζες, που διαδραματίζουν τόσο σημαντικό ρόλο στην παγκόσμια οικονομία, να στοιχηματίζουν και να κερδοσκοπούν με επιπτώσεις για τις οποίες δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι. Αλλά πιστεύω ότι τελικά δεν μπορείς να αφήσεις τις τράπεζες να εκβιάζουν την Ευρώπη με τον τρόπο που προσπαθούσαν να το κάνουν. Θα έπρεπε να έχουμε κάνει περισσότερα για να ρυθμίσουμε τις τράπεζες και να διασφαλίσουμε ότι τα CDS δεν θα έχουν το μέγεθος της επίπτωσης για την οποία ανησυχούμε. Και αυτό θα πρέπει να είναι το μάθημα για το μέλλον, ότι δεν πρέπει να επιτρέψουμε στις τράπεζες να ξαναβρεθούν σε θέση από την οποία θα μπορούν να εκβιάζουν, όπως έκαναν και στις ΗΠΑ το 2008, και προσπαθούν να κάνουν ξανά. Καμία κοινωνία δεν πρέπει να επιτρέπει στον εαυτό της να εκβιάζεται με τέτοιο τρόπο.

– Ποια είναι η γνώμη σας για την κριτική που ασκείται από τους αναλυτές των οίκων στη συμφωνία, ότι δεν είναι αρκετή για να εξασφαλίσει τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους;

– Η απάντηση έχει δύο μέρη. Η βιωσιμότητα του χρέους προκύπτει από τον λόγο του χρέους προς το ΑΕΠ. Το ελληνικό ΑΕΠ είναι 10-15% χαμηλότερο από τα επίπεδα που θα έπρεπε. Αν έρθουν τα αναπτυξιακά κεφάλαια, και γι’ αυτό είναι σημαντικό να είναι ισχυρά, αν η ώθησή τους είναι αρκετά μεγάλη ώστε να επιστρέψει το φυσιολογικό ΑΕΠ, ας πούμε 15%, και τότε η ελληνική οικονομία αναπτυχθεί με ρυθμό 3% τα επόμενα δέκα χρόνια, τότε μιλάμε για αύξηση του ΑΕΠ κατά 50%. Με μία τέτοια αύξηση, το χρέος από το 150% του ΑΕΠ μπορεί να μειωθεί σε ένα επίπεδο που είναι διαχειρίσιμο. Δεύτερον, το αν θα είναι διαχειρίσιμο εξαρτάται και από το επιτόκιο. Αν η Ελλάδα έπρεπε να πληρώσει επιτόκιο 6% για ένα χρέος της τάξης του 150% του ΑΕΠ, το κόστος εξυπηρέτησης φτάνει το 9% του ΑΕΠ και δεν είναι διαχειρίσιμο. Αλλά αν πληρώνει 3,5% σε ένα χρέος της τάξης του 150% του ΑΕΠ, αυτό αντιστοιχεί στο 5% του ΑΕΠ και είναι διαχειρίσιμο. Και επιπλέον, η διαγραφή χρεών μέσω της συμμετοχής των ιδιωτών που σχεδιάζουν -η οποία πιθανώς να επεκταθεί και στον δημόσιο τομέα- σημαίνει ότι θα υπάρξει τεράστια ελάφρυνση στην εξυπηρέτηση του ελληνικού χρέους. Υπάρχουν τρεις μεταβλητές: τα επιτόκια, η ανάπτυξη και η διαγραφή. Αν έχει κανείς μεγαλύτερη ανάπτυξη και χαμηλότερα επιτόκια, χρειάζονται λιγότερες διαγραφές. Η εικόνα δεν έχει ολοκληρωθεί, αλλά ήταν μία κίνηση προς τη σωστή κατεύθυνση. Δεν είναι η τελική σκηνή, αλλά μία σημαντική δέσμευση. Δεν πηγαίνει κανείς τόσο μακριά, αν δεν σκοπεύει να πάει μέχρι τέλους.

Πώς από το Σούνιο βοήθησε τον πρωθυπουργό στις διαπραγματεύσεις των Βρυξελλών

Το Συμπόσιο της Σύμης μπορεί φέτος να ακυρώθηκε λόγω οικονομικών δυσκολιών, αλλά οι συμμετέχοντες αποφάσισαν να έρθουν στην Ελλάδα με δικά τους έξοδα, σε μία κίνηση συμπαράστασης στον διοργανωτή του, πρωθυπουργό Γ. Παπανδρέου.

Αν και άτυπο, εξάλλου, αυτό αποδείχθηκε ιδιαίτερα επίκαιρο: Συνέπεσε με τις κρίσιμες διαπραγματεύσεις της συνόδου κορυφής της Ευρωζώνης, και συμμετέχοντες όπως ο κ. Στίγκλιτς είχαν την ευκαιρία να δουν τις προτάσεις τους προς τον πρωθυπουργό να ενσωματώνονται στην απόφαση των Ευρωπαίων ηγετών. Στην «ομάδα υποστήριξης» του Σουνίου, σε ξενοδοχείο του οποίου κατέλυσαν οι συμμετέχοντες στο Συμπόσιο, συμμετείχαν επίσης οι οικονομολόγοι Τζέφρι Σακς και Ρίτσαρντ Πάρκερ. Ειδικά ο κ. Στίγκλιτς συμβούλεψε τον πρωθυπουργό για το πώς θα διαπραγματευθεί. Μάλιστα, η «Κ» έγινε -διακριτικός- μάρτυρας του τηλεφωνήματος του κ. Παπανδρέου στον διακεκριμένο οικονομολόγο, προκειμένου να τον ευχαριστήσει, λίγο πριν φύγει από την Ελλάδα, για την πολύτιμη συνεισφορά του.

Οπως λέει ο ίδιος σχετικά με τη βοήθεια που του προσέφερε, «επικεντρωθήκαμε στη συνάντηση και πώς να την αντιμετωπίσει». Οι συμβουλές του τόνισαν την ανάγκη υποστήριξης της ανάπτυξης, ενώ ενέτειναν την πολιτική πίεση που ασκήθηκε στην ΕΚΤ, ώστε να αποδεχθεί τη συμμετοχή των ιδιωτών παρά την ανησυχία για τις επιπτώσεις στο τραπεζικό σύστημα. Οπως τονίζει στη συνέντευξή του, «αυτό που η Ευρώπη βασικά είπε στην ΕΚΤ είναι ότι δεν μπορείς να εξαρτάς τις αποφάσεις σου από το τι κάνουν οι οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης».

Τεχνητό το πρόβλημα στις ΗΠΑ

– Αναφέρατε ότι επιχειρείται επανάληψη του εκβιασμού που συνέβη το 2008 σήμερα στις ΗΠΑ. Τι εννοείτε;

– Είναι ένας διαφορετικού είδους εκβιασμός. Το 2008, ο εκβιασμός ήταν ότι αν δεν σώσουμε τις τράπεζες από τη χαρτοπαιξία τους, τότε θα καταρρεύσουν. Οι τράπεζες χαρτόπαιξαν, κι εμείς πληρώσαμε. Αυτό είναι κάπως διαφορετικό. Οφείλεται στην ακατανόητη πρακτική, κατά την οποία το Κογκρέσο περνά μία νομοθεσία για τις δαπάνες και τα έσοδα, και μετά λέει ότι αν ξοδέψουμε περισσότερα από τα φορολογικά μας έσοδα, δεν μπορούμε να δανεισθούμε τη διαφορά. Αυτό είναι ακατανόητο. Αν περνάς ένα νόμο για τις δαπάνες και μετά τις υπερβαίνεις, η διαφορά είναι αυτό που δανείζεσαι. Είναι τρελό. Το πρόβλημα στις ΗΠΑ δημιουργήθηκε τεχνητά, από ένα νόμο που προσπαθεί να υποστηρίξει ότι δύο και δύο δεν κάνουν τέσσερα. Θα μπορούσε όμως να έχει πολύ μεγάλες συνέπειες στις αγορές. Μπαίνουμε σε αχαρτογράφητα ύδατα.

– Κατά την άποψή σας τίθεται θέμα ικανότητας για τις ΗΠΑ να πληρώσουν;

– Η ικανότητα των ΗΠΑ να πληρώσουν δεν αμφισβητείται, και σε αυτό η κατάσταση διαφέρει από εκείνη σε χώρες της Ευρώπης. Διότι το μόνο που υπόσχονται οι ΗΠΑ είναι ότι θα πληρώσουν δολάρια, και μπορούμε απλώς να τα τυπώσουμε. Υπό κάποια έννοια, δεν υπάρχει λόγος να χρεοκοπήσουμε ποτέ, πέρα από ένα πολιτικό λάθος. Αλλά εκεί απειλούμε ότι θα φτάσουμε, λόγω της τρελής ιδεολογίας των Ρεπουμπλικανών. Στην ομιλία μου στην Αθήνα είπα ότι δέκα χρόνια πριν, οι ΗΠΑ είχαν μεγάλο πλεόνασμα, 2% του ΑΕΠ, τόσο που ο Αλαν Γκρίνσπαν υποστήριζε ότι ανησυχεί ότι θα έχουμε αποπληρώσει το δημόσιο χρέος σε δέκα χρόνια! Ζήτησε λοιπόν φορολογικές περικοπές για να αποφύγει αυτή την απειλή, ώστε να μπορεί να ασκήσει κανονικά τη νομισματική πολιτική.

– Χάριν υπερβολής;

– Πρόκειται για ψευδοεπιχείρημα, δεν πιστεύω ότι ήταν τόσο χαζός, αλλά δείχνει, πρώτον, ότι οι κεντρικές τράπεζες έχουν πολιτική, αυτή η έννοια των κεντρικών τραπεζών που δεν παρεμβαίνουν στην πολιτική είναι παράλογη. Είχαμε μία κεντρική τράπεζα που είχε πολιτική ατζέντα, όχι οικονομική. Δεύτερον, δείχνει πώς μία κακή οικονομική πολιτική μπορεί να γυρίσει πολύ γρήγορα από πλεονάσματα 2% σε έλλειμμα 10% σε 11 χρόνια. Αλλά αυτό μπορεί να γίνει και αντίστροφα, και δεν είναι τόσο δύσκολο. Τι οδήγησε λοιπόν στη συσσώρευση των ελλειμμάτων; Πρώτον, είχαμε επιβράδυνση, και η απάντηση θα ήταν να βάλουμε τη χώρα να δουλέψει – κάτι που αφορά και την Ελλάδα. Δεύτερον, μειώσαμε τον φόρο για τους πλούσιους. Λάθος. Τρίτον, διεξαγάγαμε πολύ ακριβούς πολέμους στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, ξοδεύοντας τρισεκατομμύρια. Πρέπει να ξεφορτωθούμε τους πολέμους και τα όπλα που δεν δουλεύουν, τους ανύπαρκτους εχθρούς… Λέω συχνά αστειευόμενος ότι κανείς δεν είπε στο υπουργείο Αμυνας ότι ο Ψυχρός Πόλεμος τελείωσε το 1989. Τέταρτον, το οποίο συνδέεται με τα προβλήματα της Ελλάδας, είναι το σύστημα υγειονομικής περίθαλψης. Αν το σύστημά μας ήταν τόσο αποδοτικό όσο της Γερμανίας, της Ελβετίας ή της Γαλλίας, δεν θα είχαμε πρόβλημα ελλείμματος. Από μόνο του δημιουργεί ελλείμματα στη χώρα. Το σύστημα υγείας έχει σπάσει, κι εσείς επίσης έχετε ένα πολύ ακριβό σύστημα. Το επιχείρημά μου λοιπόν είναι ότι αν αντιστρέψουμε αυτά τα τέσσερα, θα επιστρέψουμε σε μία καλή δημοσιονομική κατάσταση. Το δίδαγμα για την Ευρώπη είναι νομίζω ότι η κακή πολιτική είναι αντιστρέψιμη πολύ γρήγορα.

– Μία ακόμη κριτική της συμφωνίας είναι ότι αν οι αγορές αποφασίσουν να επιτεθούν στην Ιταλία ή την Ισπανία, δεν θα είναι αρκετά μεγάλη για να τις προστατέψει.

– Σε κάποιο βαθμό, αυτό εξαρτάται. Ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ της Ισπανίας δεν είναι τόσο μεγάλος, και ως προς αυτό η θέση της είναι διαφορετική. Η οικονομία της παραμένει αδύναμη, βέβαια. Η Ιταλία είχε υψηλό χρέος προς το ΑΕΠ της, αλλά έχει καταφέρει να διατηρήσει το δημοσιονομικό της έλλειμμα περιορισμένο. Κατά τη γνώμη μου, λοιπόν, αν η Ευρώπη καταφέρει να επιστρέψει στην ανάπτυξη, τότε αυτά τα προβλήματα θα υποχωρήσουν. Μία από τις ανησυχίες που έχω για τη συμφωνία είναι ότι δεσμεύει την Ευρώπη στο να μειώσει το έλλειμμά της πολύ γρήγορα. Υπάρχει μία υπεραισιοδοξία λοιπόν σχετικά με την ανάκαμψη της ευρωπαϊκής οικονομίας.

– Πιστεύετε ότι θα υπάρξει συμφωνία για την αύξηση του ορίου χρέους μέχρι την προθεσμία της 2ας Αυγούστου;

– Πιστεύω ότι θα υπάρξει συμφωνία, αλλά ο συμβιβασμός που θα επιτευχθεί θα μεταθέσει το ζήτημα για αργότερα, στο 2012. Τότε θα κληθούμε να συζητήσουμε πόσο θα περικόψουμε τις δαπάνες, πόσο θα αυξήσουμε τους φόρους… Αυτά είναι τα πραγματικά ζητήματα για τα οποία θα πρέπει να δοθεί η μάχη!

Βοήθεια για τη φοροδιαφυγή

– Τι απαντάτε στις επιφυλάξεις για τις πολιτικές δυσκολίες που θα έχει η ελληνική κυβέρνηση στην εφαρμογή του προγράμματος; Διότι φυσικά η λιτότητα θα συνεχισθεί, έστω και αν έρθουν κεφάλαια για την ανάπτυξη…

– Ενα στοιχείο που περιλήφθηκε στη συμφωνία ήταν μία δέσμευση για τεχνική βοήθεια από την Ευρώπη. Πιστεύω ότι αυτό είναι πολύ σημαντικό. Και κάποιες από τις προβλέψεις, όπως ο δανεισμός από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, έχουν πραγματικά τη δυνατότητα να συνεισφέρουν στην προσπάθεια, διότι πρόκειται για έναν πολύ ισχυρό θεσμό. Υπάρχει μία ανησυχία, αλλά γι’ αυτό και προβλέπεται σαφώς στη συμφωνία η δέσμευση για τεχνική βοήθεια.

– Αν η νέα βοήθεια έδινε τη δυνατότητα για κάποιες φορολογικές ελαφρύνσεις, σε ποια πεδία νομίζετε ότι θα έπρεπε να είναι αυτές ώστε να τονώσουν την ανάπτυξη;

– Μέρος της πρόκλησης για την Ελλάδα, περισσότερο από άλλες χώρες που βρέθηκαν σε αντίστοιχη κατάσταση στο παρελθόν, είναι ότι το πρόβλημα της φοροδιαφυγής παραμένει σοβαρό. Είναι ένας από τους τομείς όπου η τεχνική βοήθεια μπορεί να συμβάλλει σημαντικά, όπως και οι διοικητικές μεταρρυθμίσεις. Ενα από τα γενικά προβλήματα που έχει η Ευρώπη είναι ότι έχει δημιουργήσει μία ευρωπαϊκή οικονομία, στην οποία οι επιχειρήσεις μπορούν να εγκατασταθούν οπουδήποτε. Αυτό ευνοεί τον φορολογικό ανταγωνισμό, μία κούρσα προς τα κάτω. Για ένα διάστημα, ο νικητής αυτής της κούρσας φαινόταν ότι είναι η Ιρλανδία, και πιστεύω ότι η Ευρώπη πλέον αντιλαμβάνεται ότι αυτό ήταν λάθος. Σήμερα υπάρχει πολλή πικρία, με επιχειρήματα του είδους «γιατί να βοηθήσει η Γερμανία την Ιρλανδία, όταν η Ιρλανδία κάνει ό,τι μπορεί για να κλέψει επιχειρήσεις από τη Γερμανία;». Ο λόγος που αναφέρομαι σε αυτό είναι διότι πιστεύω πως θέτει ζητήματα για την Ευρώπη και την Ελλάδα. Μπορεί να πείτε, θα έπρεπε η Ελλάδα να μιμηθεί την Ιρλανδία και να κλέψει επιχειρήσεις από την υπόλοιπη Ευρώπη, αλλά αυτό δεν αποτελεί ευγενή άμιλλα. Μπορεί βραχυπρόθεσμα να φέρει κάποιες επιχειρήσεις που θα επιλέξουν να εγκατασταθούν εδώ. Οι χώρες όμως που τα έχουν πάει καλύτερα στην οικονομική ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητα είναι οι σκανδιναβικές, που έχουν τον υψηλότερο φορολογικό συντελεστή. Θεωρούν μάλιστα ότι η υψηλή φορολογία συμβάλλει στην επιτυχία τους, διότι είναι σημαντικό για μία χώρα να πληρώνει ώστε να προσφέρει καλές δημόσιες υπηρεσίες. Είναι σημαντικό για την προσέλκυση επενδύσεων, οι οποίες συνεκτιμούν την ποιότητα της εκπαίδευσης, την καινοτομία, τις υποδομές. Πέρα από την ανάγκη αντιμετώπισης της φοροδιαφυγής, το δεύτερο πιο σημαντικό ζητούμενο είναι η προσφορά καλών υπηρεσιών, ώστε να αισθάνονται οι πολίτες ότι οι φόροι που πληρώνουν έχουν καλή απόδοση – σε αντίθεση με το σημερινό αίσθημα κάποιων ότι δεν παίρνουν τίποτε σε αντάλλαγμα. Δεν έχει να κάνει λοιπόν με το ύψος της φορολογίας, αλλά με την αποδοτικότητα του δημοσίου τομέα.

– Ο φόρος κατανάλωσης, δεν θα ήταν χρήσιμο να μειωθεί; Ή θεωρείτε ότι η ανάκαμψη δεν θα έρθει από την ανάκαμψη της κατανάλωσης, αλλά από τις επενδύσεις;

– Πιστεύω ότι η βιώσιμη ανάκαμψη θα έρθει περισσότερο από τις επενδύσεις. Ο λόγος όμως που βρίσκεται χαμηλά η κατανάλωση σήμερα δεν είναι τόσο οι φόροι, αλλά διότι οι άνθρωποι αισθάνονται μεγάλη αβεβαιότητα, ανησυχία. Για μένα αυτό είναι το ζήτημα. Η ισορροπία μεταξύ φόρου εισοδήματος και κατανάλωσης εξαρτάται ώς ένα βαθμό από την αποτελεσματικότητά τους, και ο ΦΠΑ έχει πιθανώς μεγαλύτερη επιτυχία συλλογής από τον φόρο εισοδήματος. Αρα μπορεί να είναι υψηλότερος ο ΦΠΑ στην Ελλάδα από άλλες χώρες, αλλά θα μπορούσε να πει κανείς ότι η Ελλάδα έχει μεγαλύτερο πρόβλημα συλλογής των φόρων. Υπό αυτή την έννοια, τα υπάρχοντα επίπεδα ΦΠΑ βγάζουν νόημα. Πιο μακροπρόθεσμα, αν υπάρξει καλύτερη αποτελεσματικότητα στη συλλογή του φόρου εισοδήματος, πιστεύω ότι θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς μία αύξησή του -το υποστηρίζω αυτό διότι είναι πιο προοδευτικός φόρος- με παράλληλη μείωση του ΦΠΑ. Αλλά αυτό θα πρέπει να περιμένει τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας στη συλλογή των φόρων.

– Το βιβλίο σας για την κρίση, «Ο Θρίαμβος της Απληστίας», είναι αφιερωμένο στους φοιτητές σας με την ευχή «να διδαχθούν από τα λάθη μας». Νομίζετε ότι θα ακολουθήσουν τη συμβουλή σας;

– Το πιστεύω. Είναι ενδιαφέρον, οι φοιτητές είναι πολύ πιο σκεπτικοί και επικριτικοί απέναντι στις αγορές σε σχέση με πέντε χρόνια πριν. Πιστεύω ότι έχουν κλονισθεί από ό,τι συνέβη. Οχι όλοι, αλλά ελπίζω ότι όσοι ασχοληθούν με τα χρηματοοικονομικά θα είναι λίγο πιο προσεκτικοί…