ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αποψη: Δεξιότητες εργαζομένων και Αδεξιότητες «επιτροπής Πισσαρίδη»

apopsi-dexiotites-ergazomenon-kai-adexiotites-epitropis-pissaridi0

Στις 27 Ιουλίου δόθηκε στη δημοσιότητα η ενδιάμεση έκθεση της Επιτροπής για το Σχέδιο Ανάπτυξης της Ελληνικής Οικονομίας, ευρύτερα γνωστής ως «επιτροπή Πισσαρίδη». Ως κεντρικοί στόχοι τίθενται η συστηματική αύξηση της παραγωγικότητας και της εξωστρέφειας, καθώς και η στενότερη διασύνδεση της παραγωγής με την τεχνολογία και την καινοτομία, με τους οποίους δύσκολα κάποιος θα μπορούσε να διαφωνήσει. 

Ανάμεσα στις αναπτυξιακές δράσεις, ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην αναγκαιότητα ανάπτυξης των δεξιοτήτων του εργατικού δυναμικού κυρίως μέσω προγραμμάτων επαγγελματικής κατάρτισης. 

Η οπτική της έκθεσης είναι σαφώς κριτική απέναντι στην κατάσταση που έχει περιέλθει το σύστημα επαγγελματικής κατάρτισης κάτι το οποίο πλέον αποτελεί κοινό τόπο. 

Ωστόσο, διατυπώνονται επιχειρήματα και προτάσεις που χρειάζονται είτε ουσιαστική εξειδίκευση και επιχειρησιακή αποσαφήνιση είτε εξ αρχής επανασχεδιασμό, κυρίως λόγω α) του ελλιπούς προσδιορισμού των κριτηρίων που θα καθορίσουν την ποιοτική αναβάθμιση του συστήματος ανάπτυξης δεξιοτήτων του εργατικού δυναμικού, β) του γενικόλογου χαρακτήρα των προτάσεων και γ) της μονοδιάστατης προσέγγισης που υιοθετείται σε συνδυασμό με μια διαφαινόμενη αγωνία για εξαρχής ¨κατανομή ρόλων¨. Παραδειγματικά αναφέρεται η ιδιαίτερη αναφορά στα ιδιωτικά κέντρα κατάρτισης, η μετεξέλιξη του ΟΑΕΔ σε φορέα πιστοποίησή τους, ο κρίσιμος και αναβαθμισμένος ρόλος των επιχειρήσεων παρά την διαπιστωμένη έλλειψη γνώσης του πεδίου κλπ.

Συγκεκριμένα:

Σε ό,τι αφορά τα κριτήρια ποιότητας: Όπως επισημάνθηκε από την αρχή, η αναγκαιότητα επανίδρυσης του συστήματος ανάπτυξης δεξιοτήτων και επαγγελματικής κατάρτισης αποτελεί αναγκαιότητα κοινής αποδοχής. Το ζήτημα είναι η διατύπωση συγκεκριμένων κριτηρίων ποιοτικής διαχείρισης και υλοποίησης των δράσεων και των προγραμμάτων. Για παράδειγμα, η αναφορά στην «γραφειοκρατική οργάνωση του συστήματος» την οποία επικαλείται το πόρισμα ως διαπίστωση των εργοδοτών. Αναμφισβήτητα, η γραφειοκρατία λειτουργεί συστηματικά κατά της ποιότητας. Το πραγματικό επίδικο, όμως, αφορά το αν τα προγράμματα ανάπτυξης δεξιοτήτων που αξιοποιούν δημόσιους και κοινωνικούς πόρους, χρειάζεται να διαθέτουν προδιαγραφές ποιότητας και να ελέγχονται ως προς αυτό. Αν λοιπόν εννοείται ως «γραφειοκρατία» η άσκηση αξιολόγησης και ελέγχου της αξιοποίησης των εθνικών και ευρωπαϊκών πόρων, ή ακόμη η απαίτηση συμμόρφωσης σε καθιερωμένα από την διεθνή πρακτική πλαίσια ποιότητας, η χρήση του συγκεκριμένου όρου δημιουργεί προβληματισμό.

Σε ό,τι αφορά τον γενικόλογο χαρακτήρα: Εδώ, το παράδειγμα αφορά στο κεντρικό ζήτημα της χαμηλής συμμετοχής επιχειρήσεων και εργαζομένων σε προγράμματα αναβάθμισης δεξιοτήτων. Το επιχείρημα που αναπαράγεται στην έκθεση, προκειμένου να τεκμηριωθεί η πολύ χαμηλή επίδοση των επιχειρήσεων στην αναβάθμιση δεξιοτήτων των εργαζομένων τους, είναι ότι οι επιχειρήσεις δεν επενδύουν στην κατάρτιση και εξειδίκευση των εργαζομένων τους φοβούμενες ότι αυτοί «αφού καταρτιστούν θα τις εγκαταλείψουν»! ‘Ωστόσο, αυτή η γενικόλογη διαπίστωση, κάθε άλλο παρά υποστηρίζεται από τα διαθέσιμα δεδομένα. Πράγματι, μόνο το 14% των εργαζομένων καταρτίζεται από τις επιχειρήσεις στις οποίες εργάζεται, με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο να είναι 24%. Την ίδια στιγμή οι  εργαζόμενοι, σε αρκετές περιπτώσεις, χρηματοδοτούν την κατάρτισή τους με ιδιωτικούς πόρους, μεγεθύνοντας την λεγόμενη «κάθετη αναντιστοιχία» μεταξύ εργασιακών καθηκόντων και διαθέσιμων δεξιοτήτων: 33,9% των εργαζομένων εργάζονται σε θέσεις που υπολείπονται των προσόντων τους. Αυτή η πραγματικότητα, ωστόσο, δεν βρίσκει θέση στο σκεπτικό της επιτροπής. 

Τέλος, σε ό,τι αφορά την αγωνία κατανομής ρόλων: η έκθεση χαρακτηρίζεται από την προσπάθεια ξαναμοιράσματος της τράπουλας και όχι ουσιαστικής αλλαγής και αναβάθμισης του πλαισίου. Ο ΟΑΕΔ εμφανίζεται να αποκτά νέες αρμοδιότητες, την ίδια στιγμή που ο ΕΟΠΠΕΠ φαίνεται να βλέπει τις δικές του να περιορίζονται. Από την άλλη, το δημόσιο βρίσκεται να αναλαμβάνει το ρόλο του πάγιου χρηματοδότη των πάντων, αλλά τα ιδιωτικά κέντρα κατάρτισης αναδεικνύονται στους μοναδικούς φορείς υλοποίησης, εν μέσω ενός υποβαθμισμένου και ανεπαρκούς συστήματος πιστοποίησης – αδειοδότησής  τους. Και σε αυτή την περίπτωση, όπως και στις παραπάνω που επισημάνθηκαν, φαίνεται να παραγνωρίζεται το σημαντικό επίδικο: το θέμα δεν είναι η αναδιανομή των ρόλων, αλλά η συγγραφή ενός καινούριου έργου που να τους συμπεριλαμβάνει. Το ζήτημα δεν είναι η απλή ανακατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ φορέων υλοποίησης και χρηματοδότησης, αλλά η συνολική επανίδρυση ενός ολοκληρωμένου συστήματος, ποιοτικού και επιχειρησιακά ικανού, έτσι ώστε να συμβάλει πραγματικά στην ανάπτυξη των δεξιοτήτων του εργατικού δυναμικού και την βελτίωση της παραγωγικότητας των επιχειρήσεων. 

Σε κάθε περίπτωση, αναμένεται με ενδιαφέρον το κείμενο της τελικής έκθεσης και οι εξειδικεύσεις του, με πληρέστερη αξιοποίηση των διαθέσιμων δεδομένων, μια πιο τολμηρή διατύπωση ενός συνολικού στρατηγικού σχεδίου, αλλά και μια περισσότερο ισορροπημένη τοποθέτηση μεταξύ του κόσμου της εργασίας και των επιχειρήσεων. 

 

*Ο Χρήστος Γούλας είναι Πολιτικός Επιστήμων, PhD, Διευθυντής Ινστιτούτου Εργασίας ΓΣΕΕ