ΙΣΤΟΡΙΑ

Η επίσκεψη Καραμανλή στη Βόννη

i-episkepsi-karamanli-sti-vonni-561077137

Μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας, πρώτιστο μέλημα του Κων. Καραμανλή αποτέλεσε η υιοθέτηση μιας πολύπλευρης εξωτερικής πολιτικής που θα επανατοποθετούσε την Ελλάδα στο διεθνές σύστημα, επιτρέποντας την πλήρη ενσωμάτωση της χώρας στην ΕΟΚ. Την «ευρωπαϊκή εξόρμηση» της Αθήνας εγκαινίασε το ταξίδι του Ελληνα πρωθυπουργού στο Παρίσι τον Απρίλιο του 1975 που κρίθηκε ως απολύτως επιτυχημένο. 

Επόμενος σταθμός ήταν η Βόννη. Από τη δεκαετία του 1950, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (ΟΔΓ) είχε αναδειχθεί σε έναν από τους πλέον σημαντικούς οικονομικούς εταίρους της Ελλάδας, διαδραματίζοντας κυρίαρχο ρόλο στις εξαγωγές, στις επενδύσεις, στην παραγωγή ενέργειας αλλά και στην άμεση χρηματοδότηση της ελληνικής οικονομίας μέσω διμερών δανείων. Στη διάρκεια της δικτατορίας, οι ελληνογερμανικές σχέσεις περιήλθαν εν πολλοίς σε τέλμα, παραμένοντας ευγενικά τυπικές. 

Οι ομοσπονδιακές αρχές φρόντισαν να κρατήσουν τα προσχήματα, σε μία προσπάθεια να μη θέσουν σε κίνδυνο τα σημαντικά γερμανικά οικονομικά συμφέροντα στην Ελλάδα. Η αναστήλωση της δημοκρατίας έδινε πλέον τη δυνατότητα στις δύο πλευρές να παραμερίσουν τις δυσκολίες του παρελθόντος.

Η διήμερη επίσκεψη του Κ. Καραμανλή ξεκίνησε στις 15 Μαΐου 1975. Στην ατζέντα βρίσκονταν το Κυπριακό, η επανενεργοποίηση της Συμφωνίας Σύνδεσης με την ΕΟΚ, η ενίσχυση της αμυντικής ικανότητας των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων με την αγορά γερμανικών εξοπλισμών, καθώς και η χρηματοδότηση της χώρας. 

Τις συζητήσεις θα απασχολούσε όμως και η επιστροφή της Ελλάδας στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, από το οποίο είχε αποχωρήσει σε ένδειξη διαμαρτυρίας μετά την τουρκική εισβολή του 1974.

Επί τάπητος η οικονομία και η ελληνική ασφάλεια

i-episkepsi-karamanli-sti-vonni0
Ο Γερμανός καγκελάριος Χέλμουτ Σμιτ πραγματοποίησε επίσκεψη στην Αθήνα τον Δεκέμβριο του 1975 και υποστήριξε το ελληνικό αίτημα για ένταξη στην ΕΟΚ. (Φωτ. ΙΔΡΥΜΑ «ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Γ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ»)

Τον Ελληνα πρωθυπουργό υποδέχθηκε στο αεροδρόμιο Κολωνίας – Βόννης ο αντικαγκελάριος και υπουργός Εξωτερικών Χανς-Ντίτριχ Γκένσερ, o οποίος χαιρέτισε την επιστροφή της Ελλάδας στη δημοκρατία, διαβεβαιώνοντας ταυτόχρονα πως η ΟΔΓ θα παρείχε κάθε δυνατή υποστήριξη στις προσπάθειες της ελληνικής πολιτείας. Το ίδιο θερμό κλίμα διατηρήθηκε και στις επίσημες συνομιλίες με τον Γερμανό καγκελάριο Χέλμουτ Σμιτ, με τον Κων. Καραμανλή να δηλώνει πως «επιθυμεί, έστω και με τον κίνδυνον ενδεχομένης διαφωνίας, να ομιλήσει ανοικτά και ειλικρινώς με τον καγκελάριον».

Το πρώτο ζήτημα που τέθηκε επί τάπητος ήταν η οικονομική κατάσταση της Ελλάδας μετά την καταστροφική επταετία. Η ελληνική οικονομία εμφάνιζε έλλειμμα 800 εκατ. δολαρίων και οι προοπτικές ήταν αρνητικές, συνεπεία της μείωσης των επενδύσεων, της διεθνούς ύφεσης αλλά και της παρατεταμένης έντασης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Γαλλικές τράπεζες είχαν συμφωνήσει να καλύψουν 300 εκατ. δολάρια από το έλλειμμα, ενώ άλλα 100 εκατ. θα καλύπτονταν από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Για το υπόλοιπο ποσό αναζητούνταν ακόμα πηγές χρηματοδότησης, καθώς οι πρωτοβουλίες για τη σύναψη σχετικής συμφωνίας με αραβικές χώρες δεν είχαν αποδώσει καρπούς. Η βοήθεια των φίλων της Ελλάδας, και δη της Γερμανίας, ήταν λοιπόν ζωτικής σημασίας. Στους Ελληνες αξιωματούχους προκαλούσε, όμως, πονοκέφαλο και η απογύμνωση του ελληνικού στρατού, αφού η δικτατορία είχε αφήσει τη χώρα χωρίς προμήθειες στρατιωτικού υλικού. Με δεδομένη τη συνεχιζόμενη ένταση με την Τουρκία, η εξέλιξη αυτή έθετε σε κίνδυνο την ίδια την επιβίωση της χώρας.

Ο Γερμανός καγκελάριος εξέφρασε ετοιμότητα να βοηθήσει την Ελλάδα. Κατά τη γνώμη του, το έλλειμμα αποτελούσε το πιο πιεστικό ζήτημα και γι’ αυτό πρότεινε να υπάρξει συνάντηση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος Ξ. Ζολώτα με τον διοικητή της Ομοσπονδιακής Τράπεζας και με αξιωματούχους του ομοσπονδιακού υπουργείου Οικονομικών προκειμένου να συζητηθεί η παροχή κεφαλαίων στην Ελλάδα. Οσον αφορά τη στρατιωτική βοήθεια, ο Σμιτ τόνισε πως τόσο η γεωγραφική θέση της Ελλάδας όσο και ο ρόλος της στην άμυνα της Ευρώπης καθιστούσε απαραίτητη την αμυντική ενίσχυση της, την οποία άλλωστε η ΟΔΓ θα στήριζε «εξ ιδίου συμφέροντος». Τη δεδομένη στιγμή μπορούσε, όμως, μόνο να υποσχεθεί την επανάληψη της στρατιωτικής βοήθειας για το 1976, χωρίς να είναι σε θέση να καθορίσει το ύψος της βοήθειας αυτής εν αναμονή της κατάρτισης του προϋπολογισμού. Ο Κων. Καραμανλής ζήτησε η στρατιωτική βοήθεια να περιλαμβάνει μερική χρηματοδότηση για την αγορά υποβρυχίων, ένα ζήτημα που έκαιγε την Αθήνα, αφού η Τουρκία διέθετε 17, ενώ η Ελλάδα μόλις 7 υποβρύχια. Ο Σμιτ αντέτεινε, όμως, πως στην ιδιαίτερη μορφολογία του Αιγαίου θα ταίριαζε περισσότερο η χρήση πιο ελαφρών πλοίων, όπως τορπιλάκατοι, που μπορούσαν να προσφέρουν μεγαλύτερη αμυντική ισχύ με μικρότερο κόστος. Η πρόταση του καγκελάριου δεν ενθουσίασε την ελληνική πλευρά, συμφωνήθηκε ωστόσο η επανεξέταση του ζητήματος και η ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των Γενικών Επιτελείων Ναυτικού των δύο χωρών.

i-episkepsi-karamanli-sti-vonni2
Αριστερά: Ο Κων. Καραμανλής με τον Γερμανό πρόεδρο Βάλτερ Σέελ. Δεξιά: Με τον καγκελάριο Χέλμουτ Σμιτ, που «εντυπωσιάστηκε θετικά» από τις συνομιλίες. (Φωτ. ΙΔΡΥΜΑ «ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Γ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ»)

Η ένταξη στην ΕΟΚ, το ΝΑΤΟ και το Κυπριακό

Ο Ελληνας πρωθυπουργός έθεσε το ζήτημα της ένταξης της χώρας στην ΕΟΚ, ένα βήμα επιβεβλημένο όχι μόνο για οικονομικούς αλλά και για εθνικούς λόγους, καθώς οι ευρωπαϊκοί θεσμοί θα μπορούσαν να εγγυηθούν την εδραίωση της δημοκρατίας στην Ελλάδα. Ο καγκελάριος έσπευσε όμως να συσχετίσει την ένταξη στην ΕΟΚ με την αποχώρηση της Ελλάδας από το ΝΑΤΟ, παρατηρώντας πως ήταν παράλογο τη στιγμή που η Αθήνα αποχωρεί από το ΝΑΤΟ να επιδιώκει ταυτόχρονα την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Δεν παρέλειψε επίσης να στηλιτεύσει το γεγονός πως η Αθήνα φαινόταν να υιοθετεί την επιφυλακτική στάση που επιδείκνυε η Γαλλία απέναντι στη Βορειοατλαντική Συμμαχία. Ο Σμιτ αντιλαμβανόταν την οργή της Αθήνας για την «ανικανότητα» της Συμμαχίας και ιδίως των ΗΠΑ να εμποδίσουν την επίθεση της Τουρκίας στην Κύπρο, η πικρία αυτή δεν θα έπρεπε όμως σε καμία περίπτωση να οδηγήσει στη λήψη βεβιασμένων αποφάσεων.

Ο Καραμανλής απάντησε πως κανείς δεν λυπόταν περισσότερο για την αποχώρηση από τον ίδιο, που είχε έμπρακτα αποδείξει την φιλοδυτική και φιλοατλαντική προσήλωσή του. Η Ελλάδα θα μπορούσε να επιστρέψει στο στρατιωτικό σκέλος της Συμμαχίας, εάν και η Τουρκία θα δεχόταν να επιστρέψει στη λογική. Εντούτοις, ο Ελληνας πρωθυπουργός ξεκαθάρισε πως η προσπάθεια συσχέτισης της ένταξης στην ΕΟΚ με το ζήτημα του ΝΑΤΟ ήταν απλά απαράδεκτη, προειδοποιώντας μάλιστα πως «εάν η Ελλάς δεν τύχη υποστηρίξεως εις το θέμα της εντάξεως, θα εισέλθει εις μίαν νέαν περιπέτειαν από την οποία η Δύσις θα την χάση οριστικώς».

i-episkepsi-karamanli-sti-vonni4
Ο Κων. Καραμανλής με τον Γερμανό πρόεδρο Βάλτερ Σέελ. (Φωτ. ΙΔΡΥΜΑ «ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Γ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ»)

Στο τέλος, η συζήτηση επικεντρώθηκε στο Κυπριακό, με τον Σμιτ να ρωτά τον Καραμανλή αν έχει κάποια πρόταση για την επίλυση του προβλήματος και να αναρωτιέται αν η επιστροφή του Μακάριου θα βοηθούσε ή θα επιδείνωνε την κατάσταση. O Καραμανλής απάντησε ότι χωρίς την υπογραφή του Μακάριου καμία συμφωνία δεν θα μπορούσε να γίνει δεκτή από τους Κυπρίους. Οσον αφορά τον τρόπο επίλυσης του Κυπριακού, ο Ελληνας πρωθυπουργός υπογράμμισε πως οι Τούρκοι θα έπρεπε να μετριάσουν τον «νοσηρό εθνικισμό» τους, που εν μέρει τον πυροδοτούσε η ασταθής εσωτερική κατάσταση της χώρας τους, και να δεχθούν λογικές λύσεις τόσο στο Κυπριακό όσο και στο Αιγαίο, μετά τις αβάσιμες αξιώσεις που είχαν εγείρει το 1973. Ηταν άλλωστε προφανές ότι στην Τουρκία τις αποφάσεις δεν τις λάμβανε ο πρωθυπουργός Μπουλέντ Ετζεβίτ αλλά οι στρατηγοί. Η Αθήνα επεδίωκε τη συνεννόηση με τη γείτονα χώρα, γεγονός που θα άνοιγε τον δρόμο και για την επιστροφή της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ. Ως εκ τούτου, ο Καραμανλής ήταν έτοιμος να δεχθεί ως λύση τη γεωγραφική ομοσπονδία, υπό την προϋπόθεση όμως ότι η κατανομή του νησιού θα ανταποκρινόταν στην ποσοστιαία σχέση του πληθυσμού. Ο Σμιτ φάνηκε να συμμερίζεται τις απόψεις Καραμανλή, παρατηρώντας ότι κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στη Βόννη, ο Ετζεβίτ δεν είχε παράσχει παρά αδύναμες δικαιολογίες για την «καθαρά ιμπεριαλιστική» δεύτερη εισβολή στην Κύπρο.

Μεγάλα οικονομικά και πολιτικά οφέλη για τη χώρα

i-episkepsi-karamanli-sti-vonni6
16.5.1975. Η δήλωση Γκένσερ, «Ενδιαφερόμεθα να σας βοηθήσουμε», πρώτο θέμα στην «Κ».

Η συνάντηση τελείωσε σε εξαιρετικά εγκάρδια ατμόσφαιρα, με τον καγκελάριο να αναφέρει πως τόσο ο ίδιος όσο και ο Γκένσερ «εντυπωσιάστηκαν θετικά» από την ανοικτή συνομιλία και να διαβεβαιώνει πως η ΟΔΓ θα συμβάλει στο μέτρο των δυνατοτήτων της στη δημοκρατική και οικονομική ενδυνάμωση της Ελλάδας. Οι δύο ηγέτες συμφώνησαν επίσης να μείνουν σε στενή επαφή για τις εξελίξεις στο Κυπριακό και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Η επίσκεψη, που αποτιμήθηκε ως ένα ακόμα επιτυχημένο βήμα στο «ευρωπαϊκό άνοιγμα» της Ελλάδας, οδήγησε σε γερμανική αναπτυξιακή βοήθεια 120 εκατ. μάρκων, σύναψη τραπεζικού δανείου ύψους 250 εκατ. μάρκων με την εγγύηση του γερμανικού κράτους και ενισχυμένη αμυντική βοήθεια. Τον Δεκέμβριο, ο καγκελάριος Σμιτ ανταπέδωσε την επίσκεψη, επιβεβαιώνοντας την επαναπροσέγγιση των δύο χωρών και υποστηρίζοντας πλήρως την ένταξη της Ελλάδας στην ενωμένη Ευρώπη. Πέρα από τα οικονομικά και αμυντικά οφέλη, η «ευρωπαϊκή εξόρμηση» του Κ. Καραμανλή και η σύσφιγξη των σχέσεων με την ΟΔΓ έστρωσε τον δρόμο για την επιστροφή της Ελλάδας στο σύστημα των δημοκρατικών ευρωπαϊκών κρατών. Μερικά χρόνια αργότερα, η επιστροφή αυτή θα επικυρωνόταν με την πλήρη ένταξη της Αθήνας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα.
 
* Η κ. Δέσποινα-Γεωργία Κωνσταντινάκου είναι μεταδιδακτορική ερευνήτρια στο ΕΚΠΑ, μέλος ΣΕΠ του ΕΑΠ.