ΣΥΝΕΔΡΙΟ ECONOMIST

Ν. Παναγιωτόπουλος: Αποσταθεροποιητική η συμπεριφορά της Τουρκίας

n-panagiotopoylos-apostatheropoiitiki-i-symperifora-tis-toyrkias0

«Η Ελλάδα αναπτύσσει πρωτοβουλίες στην περιοχή της Μεσογείου με γνώμονα την ασφάλεια, τη σταθερότητα και τη συνεργασία με σεβασμό στο Διεθνές Δίκαιο». Αυτό τόνισε ο υπουργός Εθνικής ‘Αμυνας κ. Νίκος Παναγιωτόπουλος, μιλώντας, σήμερα, στο συνέδριο του Economist, με θέμα: «Προκλήσεις ασφαλείας – Μείωση των εντάσεων: Μεταναστευτικές ροές, επιδημίες, γεωπολιτική αβεβαιότητα: Πώς επηρεάζουν την ασφάλεια;».

Υπογράμμισε, δε, ότι η συμπεριφορά της Τουρκίας «δεν ανταποκρίνεται σε αυτές τις αρχές και επομένως έχει αποσταθεροποιητικό χαρακτήρα». Ο Ν. Παναγιωτόπουλος επεσήμανε ότι η Ελλάδα οφείλει να αντιμετωπίσει τους κινδύνους που δημιουργούνται με βάση δύο άξονες. «Ο πρώτος είναι η αμυντική διπλωματία» είπε και εξήγησε ότι «με την ενεργοποίηση των σχέσεων με συμμάχους μας, περισσότερο σε αμυντικό επίπεδο» η αμυντική διπλωματία έχει αναβαθμισμένο ρόλο.

«Ο άλλος άξονας», συνέχισε ο υπουργός Εθνικής Άμυνας, «είναι η ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων. Να γίνουμε δυνατότεροι. Με εντατικοποιημένη, στοχευμένη, έξυπνη και προτεραιοποιημένη προσπάθεια για να αναπτύξουμε τους τρεις κλάδους των Ενόπλων Δυνάμεων».

Για την πανδημία του κορονοϊού, ο υπουργός Εθνικής Άμυνας τόνισε ότι «η διεθνής κοινότητα αναγκάστηκε να προχωρήσει σε επαναπροσδιορισμό του τι θεωρεί απειλή» ενώ, ειδικότερα, τα κράτη – μέλη του ΝΑΤΟ, «μάθαμε ο ένας από την εμπειρία του άλλου».

«Στην Ελλάδα», επεσήμανε ο Ν. Παναγιωτόπουλος, «οι Ένοπλες Δυνάμεις συνεισέφεραν ώστε να αντεπεξέλθει το σύστημα υγείας» ενώ, παράλληλα, «πετύχαμε σε ικανοποιητικό βαθμό να κρατήσουμε λειτουργικές και προστατευμένες τις Ένοπλες Δυνάμεις».

Για τη Συμφωνία Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας Ελλάδας – ΗΠΑ, ο Ν. Παναγιωτόπουλος υπογράμμισε ότι επιτρέπει την ανάπτυξη των κοινών συμφερόντων των δύο χωρών.

Έκανε αναφορά στις δραστηριότητες που έχουν ξεκινήσει, ήδη, «σε επίπεδο logistics στην Αλεξανδρούπολη» αλλά και στα «προγράμματα εκπαίδευσης πληρωμάτων» στη χώρα μας καθώς και την «αυξανόμενη συνεργασία των δύο χωρών στη βάση της Σούδας».

«Αυτά», είπε ο Ν. Παναγιωτόπουλος, «καταδεικνύουν με σαφήνεια ότι οι ΗΠΑ είναι εδώ για να μείνουν» καθώς «έχουν στρατηγικά συμφέροντα για τη διατήρηση της σταθερότητας στην ευρύτερη περιοχή».

Αναφερόμενος στις επενδύσεις στον τομέα της Άμυνας με την ενίσχυση του πολεμικού ναυτικού και της αεροπορίας, ο Ν. Παναγιωτόπουλος επεσήμανε ότι υπάρχουν «δύο πτυχές».

«Η πρώτη», είπε, «αφορά στην απόκτηση οπλικών συστημάτων και τη συνεχή προσπάθεια βελτίωσης των υπαρχόντων». «Η δεύτερη», συνέχισε, «αφορά στην ανασυγκρότηση της αμυντικής μας βιομηχανίας».

Πιο συγκεκριμένα, ο Ν. Παναγιωτόπουλος υπογράμμισε ότι «μιλάμε για δαπάνες 10 δισ. ευρώ με έξυπνες και υπολογισμένες με ακρίβεια κινήσεις που θα δώσουν τη μέγιστη απόδοση, δεδομένων των δημοσιονομικών περιορισμών».

«Πρέπει», συμπλήρωσε, «να είμαστε επιλεκτικοί και να θέτουμε προτεραιότητες. Είναι καιρός να αναβαθμίσουμε τις υποδομές. Δεν θα το πράξουμε αλόγιστα αλλά σεβόμενοι τα χρήματα των Ελλήνων πολιτών. Οι κινήσεις θα γίνουν σε βάθος χρόνου».

«Μια χώρα όπως η Ελλάδα, με επιχειρησιακή ικανότητα», τόνισε ο Ν. Παναγιωτόπουλος, «πρέπει να στηρίζεται από μια ικανή και ανταγωνιστική βιομηχανία Άμυνας. Θα προχωρήσουμε σε παρεμβάσεις ώστε να καλυφθεί το κενό που δημιουργήθηκε τα προηγούμενα χρόνια της λιτότητας. Είμαστε σε συζητήσεις με εν δυνάμει στρατηγικούς εταίρους – κυρίως με αυτούς που έχουμε κοινά συμφέροντα – ώστε να πετύχουμε συνεργασίες».

Ανέφερε, επίσης, ως παράδειγμα το αμερικανικό ενδιαφέρον για τα ναυπηγεία της Ελευσίνας ενώ δεν παρέλειψε να τονίσει ότι ο διαγωνισμός για την ΕΛΒΟ βρίσκεται «σε τελικό στάδιο».

Επιπλέον, έκανε λόγο για μια σειρά από δραστηριότητες γύρω από την ΕΑΒ, «στην οποία βασιζόμαστε για να δώσει λύσεις» αλλά και να επιτρέψει στην Ελλάδα «να γίνει ένας διεθνής κόμβος για την παραγωγή υλικού για την ευρύτερη περιοχή».

«Είμαστε διατεθειμένοι να καταβάλλουμε κάθε προσπάθεια για να γίνουν πράξη οι συγκεκριμένοι στρατηγικοί στόχοι» είπε ο Ν. Παναγιωτόπουλος.