ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Σύνταγμα και θεμελιώδη δικαιώματα

Σύνταγμα και θεμελιώδη δικαιώματα

To Σύνταγμα του 1975 κατοχύρωσε έναν πλήρη και σύγχρονο (ιδίως για την εποχή του) κατάλογο θεμελιωδών δικαιωμάτων. Σε αντίθεση με τις οργανωτικές διατάξεις του Συντάγματος που αποτέλεσαν αντικείμενο έντονης αντιπαράθεσης μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης λόγω των λεγόμενων «υπερεξουσιών» του Προέδρου της Δημοκρατίας, οι διατάξεις του Δεύτερου Μέρους του Συντάγματος του 1975 περί ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων (άρθρα 4-25) δεν προκάλεσαν τριβές και συγκέντρωσαν τη σχεδόν καθολική αποδοχή των βουλευτών. Ελάχιστες ήταν οι ρυθμίσεις στο πεδίο των δικαιωμάτων που προκάλεσαν τις αντιδράσεις της αντιπολίτευσης, όπως η δυνατότητα απαγόρευσης των υπαίθριων συναθροίσεων (άρθρο 11 παρ. 2) και η απαγόρευση της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος.

Οι ρυθμίσεις του Συντάγματος του 1975 για τα θεμελιώδη δικαιώματα ενσωματώνουν, χωρίς να «δανείζονται» άκριτα, ορισμένες από τις διατάξεις αλλοδαπών Συνταγμάτων και κυρίως του Θεμελιώδους Νόμου της Βόννης. Αποδεικνύεται έτσι ότι ο συντακτικός νομοθέτης πρέπει να παρακολουθεί και να εμπνέεται από τις διεθνείς συνταγματικές εξελίξεις, χωρίς να τις υιοθετεί αβασάνιστα. Το χαρακτηριστικό αυτό του Συντάγματος του 1975 το επισημαίνει και ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ενώπιον της Ολομέλειας της Ε΄ Αναθεωρητικής Βουλής την ημέρα ψήφισης του Συντάγματος στις 7 Ιουνίου 1975: «Το παρόν Σύνταγμα… είναι πράγματι Ελληνικόν. Διότι ανταποκρίνεται εις τας ειδικάς συνθήκας της χώρας μας. Κατά την σύνταξίν του ουδένα εμιμήθημεν. Χωρίς να αγνοήσωμεν την διεθνή πρακτικήν, ελάβομεν υπ’ όψιν μας κυρίως την ιστορίαν του τόπου μας και την ιδιοσυγκρασίαν του λαού μας».

syntagma-kai-themeliodi-dikaiomata0

Διατάξεις πρωτοποριακές για την εποχή τους

Το Σύνταγμα της Μεταπολίτευσης υπήρξε, σε πολλές διατάξεις του κεφαλαίου του για τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, πρωτοποριακό για την εποχή του και θέσπισε δικαιώματα που δεν κατοχυρώνονταν στην πλειονότητα των ευρωπαϊκών και γενικότερα αλλοδαπών Συνταγμάτων. Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα απαντάται στο άρθρο 9, το οποίο –πέρα από την κλασική κατοχύρωση του ασύλου της κατοικίας– κατοχυρώνει το απαραβίαστο της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του ατόμου. Η σημασία του δικαιώματος αυτού, ενόψει της τεχνολογικής ανάπτυξης και των κινδύνων που αυτή συνεπάγεται για τον ιδιωτικό βίο, είναι σήμερα κάτι περισσότερο από προφανής, δεν ίσχυε, όμως, το ίδιο και κατά την ψήφιση του Συντάγματος το 1975. Αλλο αξιοσημείωτο παράδειγμα αποτελεί η ρητή κατοχύρωση, στο άρθρο 24, της προστασίας του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος ήδη το έτος 1975, σε μια εποχή, δηλαδή, κατά την οποία η σημασία της προστασίας του περιβάλλοντος δεν είχε καταστεί εναργής ούτε στον νομικό κόσμο ούτε στην κοινή γνώμη.

Το Σύνταγμα του 1975 κατοχύρωσε για πρώτη φορά σε αυτήν την έκταση και την πληρότητα μία σειρά κοινωνικών δικαιωμάτων, «παντρεύοντας» την ιδέα της ελευθερίας και της αυτοδιάθεσης του προσώπου με την ιδέα της κοινωνικής δικαιοσύνης. Ετσι και πέρα από την αρχή της ισότητας στις διάφορες μορφές της (άρθρο 4), στα αναμφισβήτητα θετικά χαρακτηριστικά του Συντάγματος του 1975 συγκαταλέγεται η κατοχύρωση κοινωνικών δικαιωμάτων και συνταγματικών επιταγών με κοινωνικό χαρακτήρα, όπως η προστασία της υγείας, η κατοχύρωση της κοινωνικής ασφάλισης των εργαζομένων, η μέριμνα για την απόκτηση της κατοικίας και το δικαίωμα στην εργασία (άρθρα 21 και 22 Συντ.). Με τις διατάξεις αυτές, το Σύνταγμα του 1975 κινείται στη γραμμή της κατοχύρωσης του κοινωνικού κράτους που ξεκίνησε με το Σύνταγμα του 1927.

Προστασία και έναντι των ιδιωτικών απειλών

Στη συλλογιστική του συντακτικού νομοθέτη του 1975 βρίσκεται η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων όχι μόνον έναντι του κράτους, αλλά και έναντι κάθε ιδιωτικής εξουσίας που τα απειλεί. Γιατί μπορεί η ισχύουσα διατύπωση του άρθρου 25 παρ. 1 (τα δικαιώματα «ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν») να τέθηκε με την αναθεώρηση του 2001, ήδη όμως από στις προπαρασκευαστικές εργασίες του 1975, ο εισηγητής της πλειοψηφίας, Δημήτριος Παπασπύρου, τόνιζε: «… αι ατομικαί ελευθερίαι πρέπει να κατοχυρωθούν και ρυθμισθούν κατά την έκτασιν και τα όρια αυτών υπό του Συντάγματος κατά τοιούτον τρόπον, ώστε να διασφαλίζεται πλήρως η ενεργός άσκησις αυτών έναντι επεμβάσεων, προσκομμάτων ή αντιδράσεων των οργάνων της κρατικής εξουσίας… αλλά και έναντι των αντιδράσεων άλλων κοινωνικών ομάδων ως ωργανωμένων συμφερόντων, ομάδων πιέσεως κ.λπ.».

Και στο σημείο αυτό, συμπολίτευση και αντιπολίτευση συμφωνούν. Οπως επισημαίνει ο εισηγητής της μειοψηφίας, Δημήτριος Τσάτσος: «Η παραδοσιακή αντίληψη για τα ατομικά δικαιώματα… τα εμφανίζει σαν διατάξεις που ρυθμίζουν μόνο μια σχέση, τη σχέση Κράτους και Κοινωνίας, τη σχέση Κράτους και πολίτη. Σήμερα αποκτούν ευρύτερο νόημα, γίνονται κώδικας βασικών αξιών, που δεν ρυθμίζουν μόνο τη σχέση Κράτους και Πολιτείας αλλά την όλη κοινωνική ζωή… Σήμερα όμως το άτομο βέβαια δεν κινδυνεύει μόνο από την εξουσία την κρατική… κινδυνεύει… και από κοινωνικούς παράγοντες, που με τη δύναμή τους έγιναν και αυτοί πηγές διακινδυνεύσεως. Επομένως σήμερα αυτά που θεσπίζουμε δεν είναι μόνο η κωδικοποίηση της σχέσεως εξουσίας και Λαού, αλλά είναι ένα σύστημα αξιών που θα προσδιορίζει όλο τον πολιτειακό και τον κοινωνικό μας βίο».
Ταυτόχρονα προβλέφθηκαν και περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων. Οι περιορισμοί όμως αυτοί ήταν οι αναγκαίοι σε μια δημοκρατική κοινωνία και δεν θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν υπερβολικοί. Επρόκειτο κυρίως για περιορισμούς που προέκυπταν από την υποχρέωση σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων των άλλων πολιτών και την αναγκαιότητα τήρησης των υπολοίπων συνταγματικών διατάξεων. Οπως επεσήμαινε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στις συζητήσεις στην Ολομέλεια της Βουλής για το Σύνταγμα του 1975: «Η άποψις ότι τα ατομικά δικαιώματα δεν υπόκεινται εις περιορισμούς είναι αδιανόητος. Υιοθέτησις της αντιλήψεως αυτής θα ωδηγούσε σε κατάργησιν της γενικής ελευθερίας… Οι περιορισμοί… τους οποίους θέτει το παρόν Σύνταγμα, εις ωρισμένα ατομικά δικαιώματα, είναι τόσον στοιχειώδεις, είναι τόσον συνήθεις, ώστε περιλαμβάνονται εις όλα σχεδόν τα δημοκρατικά Συντάγματα. Περιέχονται δε και εις την Σύμβασιν της Ρώμης, η οποία ως γνωστόν κατοχύρωσε διεθνώς τας ατομικάς ελευθερίας…».

Η βάση για τη συμμετοχή της Ελλάδας στην ΕΟΚ

Ενα ακόμη χαρακτηριστικό του Συντάγματος του 1975 έγκειται στη «διεθνοποίηση» του εθνικού συνταγματικού δικαίου και στην ανάδειξη των διεθνών πτυχών της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Ετσι λ.χ. στο άρθρο 2 παρ. 2 προβλέπεται ότι η «Ελλάδα, ακολουθώντας τους γενικά αναγνωρισμένους κανόνες του διεθνούς δικαίου, επιδιώκει την εμπέδωση της ειρήνης, της Δικαιοσύνης, καθώς και την ανάπτυξη των φιλικών σχέσεων μεταξύ των λαών και των κρατών». Αντιστοίχως, στο άρθρο 5 παρ. 2 ορίζεται ότι όλοι «όσοι βρίσκονται στην Ελληνική Επικράτεια απολαμβάνουν την απόλυτη προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας τους, χωρίς διάκριση εθνικότητας, φυλής, γλώσσας και θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων». Κομβική, πάντως, σημασία είχε το άρθρο 28, το οποίο αποτέλεσε τη βάση για την εφαρμογή του διεθνούς δικαίου στην Ελλάδα (με υπέρτερη τυπική ισχύ έναντι του κοινού νόμου) και για τη συμμετοχή της χώρας μας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες και τώρα πλέον στην Ευρωπαϊκή Ενωση.

Το κεφάλαιο περί ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων του Συντάγματος του 1975 υπήρξε σταθμός στον συνταγματικό πολιτισμό της χώρας μας. Οπως εύστοχα συμπυκνώνει τα χαρακτηριστικά της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων στο Σύνταγμα της Μεταπολίτευσης ο Γεώργιος Κασιμάτης: «… ο ιστορικός συντακτικός νομοθέτης του 1975… προσέδωσε στη συντακτική του πολιτική το ευρωπαϊκό πνεύμα συνταγματικού κράτους που είχε διαμορφωθεί μεταπολεμικά στη δυτική Ευρώπη. Με αυτό το πνεύμα εισήγαγε: την εγγύηση της αξίας και της αξιοπρέπειας του ανθρώπου, εκσυγχρονισμένες παλιές και νέες εγγυήσεις ελευθεριών και ατομικών δικαιωμάτων, εγγυήσεις κοινωνικών δικαιωμάτων, νέες μορφές προστασίας του ευρύτερου κοινωνικού συμφέροντος, εγγυήσεις προστασίας του περιβάλλοντος, εγγυήσεις διεθνών δεσμεύσεων για την ειρήνη, τα δικαιώματα του ανθρώπου και τη συμμετοχή στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση κ.ά». Δεν είναι συνεπώς τυχαίο ότι ακόμη και σήμερα, σαράντα πέντε χρόνια μετά, ελάχιστες συνταγματικές διατάξεις από το κεφάλαιο περί ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων φαίνεται να μη συμβαδίζουν με τη σύγχρονη εποχή (βλ. ιδίως το άρθρο 14 που ρυθμίζει ακόμη και σήμερα, την εποχή του Διαδικτύου, την κατάσχεση εντύπων), ενώ η μόνη διάταξη που εξακολουθεί να προκαλεί έντονες αντιπαραθέσεις, είναι αυτή του άρθρου 16 περί της απαγόρευσης ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημίων. Ομοίως, δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί τυχαίο το γεγονός ότι οι συνταγματικές διατάξεις περί θεμελιωδών δικαιωμάτων αναθεωρήθηκαν για πρώτη φορά ύστερα από 26 ολόκληρα χρόνια (2001), οι όποιες δε τροποποιήσεις δεν άλλαξαν τη φιλοσοφία του συστήματος προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων στο Σύνταγμα του 1975, επιβεβαιώνοντας έτσι την ορθότητα των επιλογών του.
 
* Ο κ. Σπύρος Βλαχόπουλος είναι καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του ΕΚΠΑ.