ΑΠΟΨΗ

Ποιες πρέπει να είναι οι ελληνικές «κόκκινες γραμμές»

Το ερευνητικό σκάφος «Ορούτς Ρέις», συνοδευόμενο από πλοία του τουρκικού πολεμικού ναυτικού, πλέει έξω από την Αττάλεια. Φωτ. A.P.

Η ανανέωση της τουρκικής ΝΑVTEX σε τμήματα της θάλασσας της Ανατολικής Μεσογείου που διεκδικούνται από την Ελλάδα, ως υφαλοκρηπίδα της, έφερε πάλι στο προσκήνιο το ερώτημα των «κόκκινων γραμμών» της χώρας μας. Το ερώτημα που πλανάται είναι: ποιες είναι οι «κόκκινες γραμμές» που, αν ξεπεραστούν, υποχρεώνουν την Ελλάδα να αντιδράσει με ένοπλο τρόπο απέναντι στην τουρκική προκλητικότητα;
 
Η απάντηση είναι καθαρά αντικειμενική: εάν η Τουρκία παραβιάσει την εθνική κυριαρχία, τότε δεν έχουμε άλλες επιλογές παρά μόνον την άσκηση του δικαιώματος της νόμιμης άμυνας, που προσδιορίζει ο Καταστατικός Χάρτης του ΟΗΕ στο Αρθρο 51 και το οποίο προβλέπει ότι σε μια τέτοια περίπτωση η άσκηση του δικαιώματος πρέπει να κοινοποιηθεί στο Συμβούλιο Ασφαλείας του οργανισμού. Aυτής της ενέργειας πρέπει να προηγηθεί, ως τελευταία ειρηνική προσπάθεια, προειδοποίηση προς το «Ορούτς Ρέις» ότι βρίσκεται εντός της ελληνικής αιγιαλίτιδας κι ότι παρανομεί πραγματοποιώντας έρευνα μέσα σε αυτήν, όπως και υλικές προσπάθειες απομάκρυνσής του, καθώς και των συνοδευτικών πολεμικών πλοίων. Θα έλεγα, μάλιστα, πριν από την άσκηση αυτού του δικαιώματος, να προηγηθεί προσφυγή, για απειλή στη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια, στο Συμβούλιο Ασφαλείας, για να λάβει απόφαση σχετικά με αυτήν την παρανομία. Παρά το γεγονός της σχετικής αναποτελεσματικότητας αυτών των προσφυγών, η πράξη αυτή κατοχυρώνει πλήρως την Ελλάδα απέναντι σε κάθε πρόφαση εκ μέρους της Τουρκίας.
 
Δύο επισημάνσεις στο θέμα αυτό: πρώτον, η αιγιαλίτιδα ζώνη αποτελεί έδαφος του κράτους και, κατά συνέπεια, κάθε ενέργεια που δεν αποτελεί αβλαβή διέλευση (η μόνη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στην αιγιαλίτιδα και στο έδαφος της ξηράς είναι ότι μέσα στην πρώτη ένα πλοίο διατηρεί το δικαίωμα να πλεύσει ελεύθερα, με την προϋπόθεση ότι κατευθύνεται ειρηνικά σε έναν προορισμό και δεν απειλεί το παράκτιο κράτος) αποτελεί παραβίαση της κυριαρχίας του παράκτιου κράτους και δικαιολογεί την ενεργοποίηση της νόμιμης άμυνας. Και, δεύτερον, ότι η είσοδος του «Ορούτς Ρέις» στην ελληνική αιγιαλίτιδα, συνοδεία πολεμικών πλοίων, με σκοπό την έρευνα για υδρογονάνθρακες, δεν ανταποκρίνεται στους όρους της αβλαβούς διέλευσης, καθώς η έρευνα ανήκει στα αποκλειστικά δικαιώματα του κυρίαρχου κράτους, που στην περίπτωση αυτή είναι η Ελλάδα.
 
Μεγάλη συζήτηση και αντιδικίες έχουν εκφραστεί στο κατά πόσον η Τουρκία έχει ήδη παραβιάσει το ελληνικό έδαφος, αφού έχει φτάσει στα 9-10 ν.μ. από το Καστελλόριζο, αφού τα δυνητικά μας όρια αιγιαλίτιδας είναι τα 12 ν.μ. Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι ρητά κατηγορηματική: η Ελλάδα έχει σήμερα 6 ν.μ. αιγιαλίτιδας και, συνεπώς, η Τουρκία δεν έχει παραβιάσει τον κανόνα του διεθνούς δικαίου σχετικά με την εδαφική κυριαρχία. Η δυνητική επέκτασή της (που για το Καστελλόριζο μοιάζει εφικτή, εφόσον τα νησιά του συμπλέγματος δεν βρίσκονται σε θαλάσσια στενότητα, όπως τα νησιά του Αιγαίου) δεν επηρεάζει το τρέχον καθεστώς κι ούτε αποτελεί νόμιμο δικαίωμά μας, αφού δεν έχει δεόντως θεσμοποιηθεί με εσωτερικό νόμο.
 
Υπάρχει, φυσικά, ένα δεύτερο πρόβλημα παραβίασης από την Τουρκία, που μοιάζει να είναι περισσότερο βάσιμο από αυτό της αιγιαλίτιδας ζώνης. Σύμφωνα με το Αρθρο 77 της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας, και το αντίστοιχο εθιμικό δίκαιο, «[τ]ο παράκτιο κράτος ασκεί κυριαρχικά δικαιώματα πάνω στην υφαλοκρηπίδα του, με σκοπό την εξερεύνηση και την εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πόρων του». Με το δεδομένο ότι η Τουρκία διενεργεί έρευνες σε θαλάσσια τμήματα που ανήκουν στην Ελλάδα –εφόσον βρίσκονται πολύ κοντά στις ελληνικές νησιωτικές ακτές– υφίσταται θέμα που απασχολεί τη χώρα μας, με γνώμονα ότι η Τουρκία ισχυρίζεται πως ερευνά τη δική της υφαλοκρηπίδα.
 
Η υφαλοκρηπίδα, πράγματι, είναι ένα φυσικό δικαίωμα και ενυπάρχει ipso facto και ab initio, ανεξαρτήτως προηγούμενης οριοθέτησης από το παρακείμενο παράκτιο κράτος. Αυτές, όμως, οι ιδιότητες αφορούν παράκτια κράτη που έχουν το προνόμιο να βρίσκονται σε ανοικτούς ωκεανούς, που δεν έχουν φυσικά εμπόδια, τα οποία παρακωλύουν την πλήρη άσκηση του δικαιώματος. Για κράτη που βρίσκονται σε περιοχές θαλάσσιας στενότητας (εκεί που οι αποστάσεις ανάμεσα στα κράτη είναι μικρότερη των 400 ν.μ., δηλ. το διπλάσιο του μέγιστου επιτρεπόμενου χώρου που ανήκει στο παράκτιο κράτος), τότε το δικαίωμα πάνω στην υφαλοκρηπίδα τελειούται μόνο με οριοθέτηση. Η οποία είναι δυνατόν να γίνει είτε με συμφωνία των ενδιαφερομένων μερών είτε με οριοθέτηση που επιβάλλεται από δικαιοδοτικό όργανο. Εως ότου συμβεί αυτό, έκαστο των αντιδικούντων μερών δεν έχει τα δικαιώματα που προσφέρονται από το Αρθρο 77 της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας. Εχουν απλώς διεκδικήσεις. Η μονομερής άσκηση του δικαιώματος αποκλείεται από τη σύμβαση και από το εθιμικό δίκαιο.
 
Η Τουρκία έχει, κακοπίστως, αγνοήσει την ανάγκη συμφωνίας πριν να διεξαγάγει έρευνες. Και έχει δράσει μονομερώς. Κάτι που, όπως είπαμε παραπάνω, ρητά απαγορεύεται από το διεθνές δίκαιο. Και μάλιστα σε περιοχές πλησίον των ελληνικών νησιωτικών ακτών που κατά τεκμήριο ανήκουν στην Ελλάδα. Φυσικά αυτό δεν παραβιάζει ελληνική «κόκκινη γραμμή» και, σοφά πράττοντας, η ελληνική κυβέρνηση έχει αρκεστεί σε μια διακριτική παρακολούθηση των τουρκικών ενεργειών. Παρά το γεγονός ότι η τουρκική κακοπιστία και προκλητικότητα, που αγνοεί τις διεκδικήσεις μας, θεωρώντας ότι τα νησιά μας δεν έχουν υφαλοκρηπίδα, αποτελούν μνημείο παράνομης μονομέρειας, κακής γειτονίας και κακής διεθνούς πρακτικής.
 
* Ο κ. Χρήστος Ροζάκης είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.