ΑΠΟΨΗ

Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για την Τουρκία

i-apofasi-toy-eyropaikoy-symvoylioy-gia-tin-toyrkia-561202018

Η αντιπαράθεση με την Τουρκία έχει αλλάξει φάση. Πρόκειται, όπως στην πανδημία, για ένα προβλέψιμο «δεύτερο κύμα» [1]. Οπως έδειξε η απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, η ελληνική διπλωματική προσπάθεια δεν κατόρθωσε να εργαλειοποιήσει την ευρωπαϊκή οικονομική ισχύ προς όφελός της.
 
Η απόφαση αυτή εγκαινιάζει μια νέα εποχή στο τουρκικό ζήτημα, καθώς συμπίπτει με δύο βαρύνουσες εξελίξεις. Κατ’ αρχάς, η αλλαγή στην ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών προαναγγέλλει μια γεωπολιτική σύμπλευση με την Ευρωπαϊκή Ενωση και, επομένως, μια ενιαία δυτική αντιμετώπιση της Τουρκίας. Ταυτοχρόνως, ο Ερντογάν επιδίδεται σε «στρατηγική αναδίπλωση», όπως έπραξε ο Λένιν με τη Νέα Οικονομική Πολιτική (ΝΕΠ). Εχει προωθήσει τις θέσεις του στον Καύκασο, στη Μέση Ανατολή, στη Βόρεια Αφρική και στην Ανατολική Μεσόγειο. Τώρα επιδιώκει να τις κατοχυρώσει, εκτονώνοντας τις όποιες αντιδράσεις. Ανοίγεται στην Ευρώπη, με δηλώσεις για «μια νέα σελίδα»· επίσης, προσεγγίζει το Ισραήλ. Επιδιώκει να παρουσιάσει την Ελλάδα ως παρεμποδιστικό παράγοντα στην εξομάλυνση.
 
Η δύναμη του Ερντογάν εν πολλοίς εδράζεται στην ικανότητα να ελίσσεται. Αντιθέτως, η ελληνική διπλωματία συνήθως εμμένει στις αντιλήψεις της, ώσπου αναγκάζεται να υποχωρήσει – έχοντας χρεωθεί διπλωματικό κόστος. Σήμερα, όμως, δεν πρόκειται για την αδύναμη Βόρεια Μακεδονία, αλλά για ένα κράτος το οποίο συνδυάζει εξωτερική ισχύ και εσωτερική αδυναμία· ένα μείγμα ιδιαιτέρως απειλητικό.
 
Οι απαιτούμενες αναθεωρήσεις δεν αφορούν τους στόχους μας· δεν θα λυθούν τα προβλήματα με μεθόδους κατευνασμού. Οπως και στους περισσότερους τομείς της ελληνικής πολιτικής ζωής, ζητούμενο είναι να απαλλαγούμε από την εσωστρέφεια και να κατανοήσουμε σε ποιον κόσμο ζούμε. Λίγα επιτυγχάνουμε από την Ευρωπαϊκή Ενωση και την Αμερική με τα συνήθη επιχειρήματα περί δικαίων και αλληλεγγύης. Πρέπει να εντάξουμε τις δικές μας επιδιώξεις σε αυτές των συμμάχων μας, όπως έγινε όταν η Τουρκία ώθησε χιλιάδες «πρόσφυγες» να διαβούν τον Εβρο. Πρέπει, πρωτίστως, να κατανοήσουμε τα κίνητρα και τους προβληματισμούς τους. Το τουρκικό πρόβλημα, όπως συνειδητοποιούν σταδιακά Ευρωπαίοι και Αμερικανοί, έχει πολλές διαστάσεις.
 
Η βασική αφορά τις μεγάλες περιφερειακές και παγκόσμιες γεωπολιτικές ισορροπίες. Η Δύση χρειάζεται την Τουρκία έναντι των δυνάμεων με τις οποίες έχει ανταγωνισμό, μεγαλύτερο ή μικρότερο – Ρωσία, Ιράν, Κίνα. Η τουρκική διπλωματία έχει μακρά εμπειρία στην αξιοποίηση της γεωπολιτικής της θέσης. 

Η τουρκική κοινωνία είναι έντονα διαιρεμένη· θρησκευτικά, εθνοτικά και πολιτισμικά. Ο κίνδυνος μιας έκρηξης είναι υπαρκτός, όπως έδειξε το αποτυχόν πραξικόπημα. Ενδεχόμενη μετάδοση της μεσανατολικής αστάθειας στην Τουρκία θα είχε καταλυτικές συνέπειες, σε όλες τις κλίμακες. Ο πρώτος θιγόμενος θα ήταν η Ελλάδα.
 
Το ΑΚP, υπό την ηγεσία του Ερντογάν, κατάφερε να ανεβάσει εντυπωσιακά το εθνικό οικονομικό επίπεδο. Ετσι, αμβλύνθηκαν οι εσωτερικές εντάσεις και εξασφαλίστηκε επί μακρόν η εσωτερική σταθερότητα. Ομως, καθώς η οικονομική μεγέθυνση αγγίζει τα όριά της, τα εσωτερικά προβλήματα αναβιώνουν. Αν η Δύση ασκούσε τώρα οικονομική πίεση στην Τουρκία, θα προκαλούσε ό,τι ακριβώς την ανησυχεί, την εσωτερική αποσταθεροποίηση.
 
Για ιδεολογικούς λόγους και για να επανασυνδεθεί η κατακερματισμένη τουρκική κοινωνία, η Τουρκία έχει αναπτύξει μια φιλόδοξη γεωπολιτική προσπάθεια. Επιδιώκει να αυτονομηθεί, συγκροτώντας μια βιομηχανική βάση στον αμυντικό τομέα. Επίσης, αντιλαμβάνεται τη στρατηγική σημασία της Ανατολικής Μεσογείου, εγκαθιστά εκεί τις δυνάμεις της, πολλαπλασιάζει τις διεκδικήσεις της. Προσπαθεί να ελέγξει στρατιωτικά το παγκόσμιο αυτό σταυροδρόμι, χωρίς η στρατιωτική ισχύς της να εξαρτάται από το εξωτερικό. Εάν το επετύγχανε, θα είχε καταστεί αναπόδραστος παράγων σε μια περιοχή, τα όρια της οποίας συμπίπτουν με της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην ακμή της.
 
Τα στοιχεία αυτά συνιστούν το τουρκικό πρόβλημα, όπως αρχίζει να το αντιλαμβάνεται η επαν-ενοποιούμενη Δύση. Ορισμένες χώρες έχουν προηγηθεί. Πρώτη η Γαλλία εξέφρασε έμπρακτη ανησυχία ως προς τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου. Η αμερικανική ηγεσία δείχνει να αντιλαμβάνεται τους ελλοχεύοντες κινδύνους από την αμυντική αυτονόμηση της Τουρκίας.
 
Η υπό διαμόρφωση ενιαία δυτική αντίληψη θα αποσκοπεί, αφ’ ενός, να αποτρέψει τη γεωπολιτική και γεωστρατηγική ενδυνάμωση και αυτονόμηση της Τουρκίας και, αφ’ ετέρου, να ενισχύσει την εσωτερική συνοχή της. Οι δύο αυτοί στόχοι, εν μέρει αντιφατικοί, προσφέρουν το πλαίσιο για τη βραχυπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη διαχείριση της Τουρκίας.
 
Το πλαίσιο αυτό προσφέρει στην ελληνική εξωτερική πολιτική ένα σημαντικό έδαφος. Στην κυβίστηση του Ερντογάν, η Ελλάδα μπορεί να λειτουργήσει ως σύνδεσμος της Δύσης με την Τουρκία στον οικονομικό τομέα, συμβάλλοντας στη σταθεροποίησή της. Ταυτοχρόνως, πρέπει να αναδεικνύει τον τουρκικό θαλάσσιο επεκτατισμό ως απειλή για τα δυτικά γεωπολιτικά συμφέροντα. Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να τεθούν και οι όποιες τουρκικές αναθεωρητικές τάσεις κατά της Ελλάδας.
 
[1] Γ. Πρεβελάκη, «Το δεύτερο κύμα», Καθημερινή, 23 Αυγούστου 2020.
 
* Ο κ. Γιώργος Πρεβελάκης είναι μόνιμος αντιπρόσωπος της Ελλάδος στον ΟΟΣΑ.