ΒΟΥΛΗ

Όταν Μητσοτάκης και Τσίπρας μνημονεύουν Λαμπράκη και Ελύτη

Όταν Μητσοτάκης και Τσίπρας μνημονεύουν Λαμπράκη και Ελύτη

Η χθεσινή σύγκρουση στη Βουλή, σε επίπεδο αρχηγών, για το νομοσχέδιο για τα Πανεπιστήμια, είχε και μια διαμάχη σε ποιητικό πεδίο, με επίκεντρο τους «νέους με τα πρησμένα γόνατα».

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, κλείνοντας την πρωτολογία του, αναφέρθηκε σε κείμενο της Νεολαίας Λαμπράκη, στη βάση του οποίου κάλεσε τους βουλευτές της αντιπολίτευσης να συνυπογράψουν πρότασή του για υποτροφίες σε αριστούχους φοιτητές.

«Αν δεν συμφωνείτε με εμάς, συμφωνείστε μαζί τους. Με τις εμβληματικές προσωπικότητες μιας άλλης Αριστεράς με την οποία δεν έχετε καμία σχέση», τόνισε.

Η αναφορά προκάλεσε αντίδραση Τσίπρα, που κατηγόρησε τον πρωθυπουργό για «λαθροχειρία» των αγώνων της Νεολαίας Λαμπράκη.

«Είναι θράσος να κάνετε αναφορά στους αγώνες της Νεολαίας Λαμπράκη, όταν η δική σας παράταξη ήταν απέναντι. Είναι λαθροχειρία να κάνετε αναφορές στους νέους που το τότε κατεστημένο χαρακτήριζε “αλήτες με πρησμένα πόδια”, όπως τώρα εσείς χαρακτηρίζετε αλήτες τους νέους που διαδηλώνουν», είπε.

Ο κ. Μητσοτάκης, κατά τη δευτερολογία του, απάντησε στην αναφορά Τσίπρα «στους αλήτες με τα πρησμένα πόδια», λέγοντας ότι επρόκειτο για παράφραση από το «Αξιον Εστι», «νέοι με τα πρησμένα πόδια που τους έλεγαν αλήτες».

«Ο Ελύτης όμως το έγραψε για τους νέους της Κατοχής, όχι για τους νέους της Νεολαίας Λαμπράκη, πέσατε λίγες δεκαετίες έξω, δεν πειράζει. Μας έχετε συνηθίσει κ. Τσίπρα σε ανιστόρητες αναφορές από το βήμα της Βουλής», πρόσθεσε.

Οι στίχοι του Ελύτη από τον Αξιον Εστί

«Τις ημέρες εκείνες έκαναν σύναξη μυστική τα παιδιά και λάβανε

την απόφαση, επειδή τα κακά μαντάτα πλήθαιναν στην πρωτεύουσα, να βγουν

έξω σε πλατείες με το μόνο πράγμα που τους είχε απομείνει: μια παλάμη

τόπο κάτω από τ’ ανοιχτό πουκάμισο, με τις μαύρες τρίχες και το

σταυρουδάκι του ήλιου. Όπου είχε κράτος η Άνοιξη.

Και επειδή σίμωνε η μέρα που το Γένος είχε συνήθειο να γιορτάζει τον άλλο

Σηκωμό, τη μέρα πάλι εκείνη ορίσανε για την Έξοδο. Και νωρίς εβγήκανε

καταμπροστά στον ήλιο, με πάνου ως κάτου απλωμένη την αφοβία σα

σημαία, οι νέοι με τα πρησμένα πόδια που τους έλεγαν αλήτες. Και

ακολουθούσανε άντρες πολλοί, και γυναίκες, και λαβωμένοι με τον επίδεσμο

και τα δεκανίκια.

Όπου έβλεπες άξαφνα στην όψη τους τόσες χαρακιές, που ‘λεγες είχανε

περάσει μέρες πολλές μέσα σε λίγην ώρα.

Τέτοιας λογής αποκοτιά, ωστόσο, μαθαίνοντας οι Άλλοι, σφόδρα

ταράχτηκαν. Και τρεις φορές με το μάτι αναμετρώντας το έχει τους, λάβανε

την απόφαση να βγουν έξω σε δρόμους και σε πλατείες, με το μόνο πράγμα

που τους είχε απομείνει: μια πήχη φωτιά κάτω απ’ τα σίδερα, με τις μαύρες

κάννες και τα δόντια του ήλιου. Όπου μήτε κλώνος μήτε ανθός, δάκρυο ποτέ

δεν έβγαλαν.

Και χτυπούσανε όπου να ‘ναι, σφαλώντας τα βλέφαρα με απόγνωση. Και η

Άνοιξη ολοένα τους κυρίευε.

Σαν να μην ήτανε άλλος δρόμος πάνω σ’ ολάκερη τη γη, για να περάσει η

Άνοιξη παρά μονάχα αυτός, και να τον είχαν πάρει αμίλητοι, κοιτάζοντας

πολύ μακριά, περ’ απ’ την άκρη της απελπισιάς, τη Γαλήνη που έμελλαν να

γίνουν, οι νέοι με τα πρησμένα πόδια που τους έλεγαν αλήτες, και οι άντρες,

και οι γυναίκες, και οι λαβωμένοι με τον επίδεσμο και τα δεκανίκια. Και

περάσανε μέρες πολλές μέσα σε λίγην ώρα. Και θερίσανε πλήθος τα θηρία,

και άλλους εμάζωξαν. Και την άλλη μέρα εστήσανε στον τοίχο τριάντα.»