ΑΠΟΨΗ

Η Δημοκρατία δεν εκβιάζεται ούτε πολώνεται

i-dimokratia-den-ekviazetai-oyte-polonetai

Οι παραμορφωτικοί καθρέφτες δίνουν αλλόκοτες όψεις σε πράγματα και πρόσωπα. Η ψευδοαπεικόνιση της πραγματικότητας γίνεται πιο έντονη στον δημόσιο χώρο, όπου η πολιτική, ως λειτουργία οργάνωσης και έκφρασης της κοινωνίας, διαμεσολαβείται κυρίως από την επικοινωνία, τη διαφήμιση και την προβολή ψευδοεντυπώσεων. Ετσι παραβιάζεται συστηματικά το πρωταρχικό δικαίωμα του πολίτη να θέλει και να διεκδικεί υγιή δημόσιο βίο. Λειτουργεί, επίσης, τραυματικά ο δημόσιος διάλογος, η μόνη ορθολογική μέθοδος δημοκρατικής συνύπαρξης, κοινωνικής συνοχής και πολιτισμικού πλουραλισμού.

Μπροστά μας συσσωρεύθηκαν πολλά και έντονα προβλήματα, που έβαλαν σε δοκιμασία τα όρια του αυτονόητου, προκαλώντας αμηχανία, σάστισμα και θυμό.

Ενδεικτικά το πρόβλημα της απεργίας πείνας του Δημ. Κουφοντίνα, που εκτίει ποινή ισοβίων για ανθρωποκτονίες, με αμετάκλητη δικαστική απόφαση. Και επειδή από παντού γίνεται επίκληση του κράτους δικαίου, καμία κυβέρνηση και κανένα κράτος δικαίου δεν μπορούν να δουν να πεθαίνει στα χέρια τους ένας κρατούμενος. Καμία αντιπολίτευση δεν μπορεί να εντάσσει στην κομματική πρακτική της το δικαίωμα κάθε κρατουμένου να θέλει και να διεκδικεί καλύτερους όρους έκτισης της ποινής του.

Το «κράτος δικαίου» είναι ορθολογικό, δεν είναι παράλογο. Είναι διαπλαστικό, δεν είναι άτεγκτο. Είναι ανθρωπιστικό, δεν είναι εξοντωτικό. Είναι δημοκρατικό, δεν είναι αυταρχικό. Είναι διαλλακτικό και ρυθμιστικό, δεν είναι δεσποτικό και αγαλμάτινο.

Η Δημοκρατία δεν είναι μονοδιάστατη, αλλά πλουραλιστική και διαμορφωτική, δεν καταδιώκει τυφλά, αλλά κατανοεί, σταθμίζει και τιμωρεί με βάση τον νόμο, που τον ερμηνεύει, για δίκαιη εφαρμογή, με αντικειμενική κρίση. Δεν αχρηστεύει την ανθρώπινη ζωή, για αυτό και αποτελούν κατάκτηση πολιτισμού η κατάργηση της ποινής του θανάτου και η μη αποκοπή του κρατουμένου από την κοινωνία, ανεξαρτήτως της βαρύτητας εγκλημάτων και ποινών. Η Δημοκρατία, βεβαίως, δεν εκβιάζεται, αλλά και δεν πολώνεται. Εφαρμόζει, χωρίς διακρίσεις, τη νομιμότητα, αλλά όχι τυπολατρικά και μηχανιστικά. Για να υπάρχει εύλογη σχέση μεταξύ των συνταγματικών αρχών αναγκαιότητας, αναλογικότητας και προστασίας της αξίας του ανθρώπου. Αρχές με αυξημένη συνταγματική ισχύ, άσκησης και εφαρμογής, όχι διακήρυξης. Για αυτό μπορεί να διαμορφώνονται συγκεκριμένες συνθήκες εγγυήσεων δικαιωμάτων, ακόμα κι αν δεν προβλέπονται. Οπως, επίσης, υπάρχει και η αρχή της δικαστικής βοήθειας από την πολιτεία, κατά τις διαδικαστικές ενέργειες του πολίτη προς άσκηση των δικαιωμάτων του. Προέχει η ύπαρξη πραγματικών προϋποθέσεων για την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων, ώστε να αποφευχθεί η επαχθέστερη συνέπεια.

Η υπεράσπιση των συνταγματικών δικαιωμάτων είναι μέρος της λειτουργίας του κράτους δικαίου και συμβάλλει στη διεύρυνση και εμβάθυνσή του. Η απροσχημάτιστη λειτουργία του κράτους δικαίου είναι ο πυρήνας της δημοκρατικής νομιμότητας, που βοηθά αποφασιστικά στην κριτική αναδιάρθρωση θεσμών και στην αξιόπιστη λειτουργία τους, για τη διαμόρφωση κοινωνικής εμπιστοσύνης, ποιότητας στις δημόσιες δράσεις και δημοκρατικής εγρήγορσης.

Ο διαρκής αγώνας για τον εκδημοκρατισμό της Δημοκρατίας είναι επιδίωξη πολιτισμού. Δεν γίνεται από τις γραφειοκρατίες και τους μηχανισμούς, αλλά από τις πολιτικές ηγεσίες, που γνωρίζουν ότι η Δημοκρατία δικαιώνεται κοινωνικά, στο όνομα της Δικαιοσύνης. Η κοινωνική και ανθρωπιστική Δικαιοσύνη, στοιχείο στήριξης, συνοχής και συλλογικής αγωνιστικής αισιοδοξίας, λειτουργεί με τη διαλεκτική του ορθού λόγου, της σύνθεσης των αντιθέτων, ως μεσότητα, κατά τον Αριστοτέλη. Σύνθεση και μεσότητα, που δεν είναι συμβιβασμός, ισορροπία, συμψηφισμός και πολωμένη αντιμαχία, αλλά έχει αυτοτελές σημασιολογικό και πραγματολογικό περιεχόμενο. Δεν πρόκειται για την καταφυγή στο παραλυτικό δίλημμα «ούτε-ούτε», που λοιδορούν οι κομματικές προπαίδειες, αλλά για την προωθητική σύνθεση που υπηρετεί η πολιτική παιδεία.

Η Δημοκρατία αυτή την ιστορική περίοδο συμπιέζεται, σχηματοποιείται και μεταλλάσσεται σε μεταδημοκρατία. Και η κοινωνία μετατρέπεται σε νέο βιοπολιτικό σύνολο, που το κατεργάζονται νέες, άυλες και παραδοσιακές γνωστές εξουσίες. Αυτούς τους κινδύνους η Δημοκρατία μπορεί και πρέπει να τους αντιμετωπίσει, χωρίς να ρευστοποιήσει τις αρχές κι αξίες της, με αναδιάρθρωση των ρυθμιστικών λειτουργιών της. Δίνοντας ουσιαστικό περιεχόμενο ζωής και ρηξικέλευθη θεσμική συγκρότηση στις λειτουργίες συλλογικής ζωής, δημοκρατικής αντιπροσώπευσης και λογοδοσίας.

Οσα συμβαίνουν στην καθημερινότητά μας δεν είναι ουρανοκατέβατα ή αυτοφυή. Εχουν διαδρομή στο κοινωνικό και πολιτικό πεδίο, όπου και θα συνεχίσουν για πολύ την πορεία τους, σε συνθήκες πανδημίας με ανατροπές και εξοντωτικούς αποκλεισμούς στις καθημερινές δράσεις, έπειτα από συσσώρευση οικονομικής χρεοκοπίας, υπαρξιακών δοκιμασιών κοινωνίας και οικονομίας. Αυτό είναι το ανοιχτό πεδίο συγκρούσεων και αλλαγής, με όρους δημοκρατίας, ανθρωπισμού και πολιτισμού.

Η διεκδίκηση, η διατήρηση ή η απώλεια της εξουσίας δεν νομιμοποιούν τα πάντα, δεν δικαιολογούν τίποτε, ούτε καταξιώνουν κανέναν ιστορικά ως ηγεσία. Δεν θα σταθούμε στα πόδια μας, για να ανοίξουμε περπατησιά, με συναγωνισμούς διαγγελμάτων, που γράφουν λογογράφοι και σκηνοθετούν επικοινωνιολόγοι, με αντίμαχες παρατάξεις και το Διαδίκτυο να κορυβαντιά. Κανείς δεν επωφελείται από αυτόν τον αλληλομηδενισμό. Πολύ περισσότερο όσοι πιστεύουν στη δικαιοσύνη και την αλληλεγγύη, στην ισονομία και τα δικαιώματα σαν διαχρονική ταυτότητα της ανοιχτής στο μέλλον Αριστεράς. Για να μην αυτοεξοριζόμαστε όλοι από τον ιστορικό χρόνο, που αντιστοιχεί στις σημερινές γενιές κι εκείνες που έρχονται.

Από το Κάιρο, όταν κατακρεουργούσε την ανθρωπότητα η ναζιστική βαρβαρότητα, το 1942, ο Γ. Σεφέρης, φυγάς από τη ρημαγμένη και κατεχόμενη πατρίδα, που αντιστεκόταν, δεν γονάτιζε και μάτωνε για προκοπή και λευτεριά, γράφει στον μονόλογο «Ενός γέροντα στην ακροποταμιά»: «…κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε πώς προχωρούμε / Να αισθάνεσαι δε φτάνει μήτε να σκέφτεσαι μήτε να κινεί-/ σαι / μήτε να κινδυνεύει το σώμα σου στην παλιά πολεμίστρα…».

Λογαριάζουμε άραγε, πώς προχωράμε; Οταν, μάλιστα, είναι απείρως περισσότερα κι ασύγκριτα σπουδαιότερα τα προβλήματα της καθημερινής πραγματικότητας, από εκείνα της επικοινωνιακής επικαιρότητας; Πώς αγωνιζόμαστε για όλα αυτά και πού θα εκβάλουν όλα αυτά;

* Ο κ. Νίκος Α. Κωνσταντόπουλος είναι πρώην πρόεδρος του Συνασπισμού, δικηγόρος.