ΑΠΟΨΗ

Ο μακρύς αποχαιρετισμός του Ερντογάν

Ο μακρύς αποχαιρετισμός του Ερντογάν

Τις τελευταίες δύο εβδομάδες, παραμονές του τελευταίου συνεδρίου του ΑKP, ο Ερντογάν προχώρησε σε μια σειρά από πολιτικές πρωτοβουλίες, οι οποίες άφησαν την τουρκική και τη διεθνή κοινή γνώμη άναυδη. Αποφάσισε να αποχωρήσει από τη σύμβαση της Κωνσταντινουπόλεως για τα δικαιώματα της γυναίκας, έσπρωξε το κουρδικό κόμμα στην παρανομία και παραχώρησε κρατικές εγγυήσεις για τις εταιρείες που θα ασχοληθούν με την κατασκευή του καναλιού Ιστανμπούλ (που θα παρακάμψει τον Βόσπορο). Επιπλέον, προς έκπληξη όλων, αντικατέστησε τον διοικητή της κεντρικής τράπεζας, Νατσί Αγκμπάλ, μόλις τέσσερις μήνες μετά τον διορισμό του.

Μπορεί όλες αυτές οι πρωτοβουλίες να φαίνονται μεταξύ τους ασύνδετες, αλλά δεν είναι. Ηταν μια προσπάθεια του Ερντογάν να κάνει χατίρια σε όλες τις ομάδες του ετερόκλητου συνασπισμού με τον οποίο κυβερνάει: Προσέφερε τους Κούρδους βορά στους εθνικιστές του MHP, αποχώρησε από τη σύμβαση της Κωνσταντινούπολης για να κερδίσει τους συντηρητικότερους ισλαμιστές και έδωσε κρατικές εγγυήσεις στο έργο του καναλιού Ιστανμπούλ για να τάξει κερδοφόρες κρατικές δουλειές στις μεγάλες κατασκευαστικές εταιρείες που είναι φίλα διακείμενες προς το κόμμα του. Τέλος, απέλυσε τον διοικητή της κεντρικής τράπεζας προκειμένου να ικανοποιήσει τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τις μεγάλες εταιρείες που έχουν υπέρογκα δάνεια και πλήττονται από τα υψηλά επιτόκια.

Ο Αγκμπάλ είχε καταφέρει να σταθεροποιήσει την τιμή της τουρκικής λίρας και να προσελκύσει ξένα κεφαλαία δισεκατομμυρίων. Φαντάζει παράξενη η αντικατάστασή του τη στιγμή που είχε αρχίσει η πολιτική του να αποδίδει καρπούς. Οι εκλογές είναι ακόμη μακριά, σε δύο χρόνια. Θα μπορούσε άνετα ο Ερντογάν να επιμείνει στην ορθόδοξη οικονομική πολιτική έως ότου αποδώσει καρπούς σε 6-12 μήνες. Επειτα θα είχε στη διάθεσή του χρόνο πριν από τις επόμενες εκλογές για να χαλαρώσει εκ νέου τη νομισματική πολιτική του.

Προς τι, λοιπόν, η αναστροφή; H φθίνουσα πορεία του κόμματός του μας δίνει την απάντηση. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν το ΑKP να περιορίζεται στο 25-28% των ψήφων πριν από την κατανομή των αναποφάσιστων. Ακόμη χειρότερα, οι αναποφάσιστοι προέρχονται μέσα από το ΑKP και φαίνεται να έχουν κλείσει οριστικά την πόρτα πίσω τους, χωρίς να έχουν αποφασίσει ποιο από τα αντιπολιτευόμενα κόμματα θα ψηφίσουν. Οι ίδιες δημοσκοπήσεις δείχνουν τον Ερντογάν να μην έχει απήχηση στη νεολαία, τη στιγμή που επτά εκατομμύρια νέων ψηφοφόρων θα προστεθούν στους εκλογικούς καταλόγους στις επόμενες εκλογές.

Είναι η φθορά λοιπόν που πιέζει τον Ερντογάν. Γνωρίζει ότι παρότι οι εκλογές είναι ακόμη μακριά, οι αριθμοί των δημοσκοπήσεων έχουν τη δική τους σημασία. Αν συνεχίσει να πέφτει η δημοτικότητα του ΑKP, ο συνασπισμός του θα κινδυνεύσει να καταρρεύσει. Στην πολιτική τίποτα δεν φθείρει περισσότερο από την αντίληψη της αδυναμίας.

Η οικονομική πολιτική του Ερντογάν θυμίζει κάπως τις δικές μας μνημονιακές κυβερνήσεις. Ενώ τη μια μέρα ορκίζονταν ότι θα εφαρμόσουν τις μεταρρυθμίσεις με ζέση και ορμή, πολύ σύντομα, τρομοκρατημένες από την απώλεια της δημοτικότητάς τους, εγκατέλειπαν την προσπάθεια. Το αποτέλεσμα ήταν να βρουν μπροστά τους τα ίδια οικονομικά προβλήματα διογκωμένα και πιο δυσεπίλυτα.

Ο Ερντογάν πιέζεται πολύ και στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής. Οχι βέβαια από την Ευρώπη και τη Γερμανία, που δείχνει να ανέχεται κάθε παραστράτημά του σε θέματα διεθνούς επιθετικότητας, ανθρωπίνων δικαιωμάτων και καταστρατήγησης των θεσμών. Αλλωστε οι Γερμανοί, που έχουν προσφέρει στον κόσμο τον όρο ρεαλπολιτίκ, είναι αυτοί που ασκούν και την ανάλογη πολιτική σήμερα. Ως δύναμη που παραδοσιακά κοίταζε την Ανατολή και θεωρεί την Τουρκία προνομιακό πεδίο δράσης, δεν βρίσκει κανένα λόγο να πιέσει ιδιαίτερα τον Ερντογάν.

Η Αμερική, αντιθέτως, παίζει ένα παιχνίδι υπομονής. Γνωρίζοντας καλά ότι δεν πρέπει να είναι αυτή που θα δώσει το σκούντημα που θα ρίξει τον Ερντογάν, κάθεται στο πλάι και παρακολουθεί τις εξελίξεις. Ενώ η Τουρκία πολύ θα ήθελε να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, ο πρόεδρος Μπάιντεν, ήδη τρεις μήνες αφότου ανέλαβε την προεδρία, δεν έχει καν σηκώσει το τηλέφωνο να μιλήσει με τον Ερντογάν. Οι δε αξιωματούχοι της αμερικανικής κυβέρνησης δεν έχουν καν αρχίσει να διαπραγματεύονται με τους Τούρκους. Ολα αυτά χωρίς οι ΗΠΑ να έχουν τραβήξει από το τραπέζι την απειλή των κυρώσεων και χωρίς να έχει κλείσει υπόθεση Halk Bank στα δικαστήρια της Νέας Υόρκης.

Η αντικατάσταση του διοικητή της κεντρικής τράπεζας λοιπόν όπως και όλες οι άλλες πρωτοβουλίες του Ερντογάν είναι κινήσεις αμυντικές, μια προσπάθεια συγκράτησης της πτώσης, ένα κομμάτι κρέας για τα σκυλιά ώστε να μη δαγκώσουν τον αφέντη τους.

Βέβαια, το οικονομικό πρόβλημα που δεν λύνεις σήμερα επιστρέφει δυσκολότερο αύριο. Πολλά θα εξαρτηθούν από τις διεθνείς οικονομικές συγκυρίες. Μήπως, αργά ή γρήγορα, η οικονομική πολιτική του Ερντογάν καταρρεύσει κάτω από το βάρος των εσωτερικών της αντιφάσεων;
 
* O κ. Bασίλης Θ. Καρατζάς είναι διευθύνων σύμβουλος της Levant Partners ΑΕΔΟΕΕ.