ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Κωνσταντίνος Τασούλας: Οι Αγωνιστές του ’21 και ο κοινοβουλευτισμός

konstantinos-tasoylas-oi-agonistes-toy-21-kai-o-koinovoyleytismos-561340057

Η μορφή της πολιτείας ήθελαν οι Αγωνιστές του ’21 να είναι «παραστατική», δηλαδή κοινοβουλευτική. Στο πρώτο Σύνταγμα αναφέρεται ότι οι πληρεξούσιοι που αποτελούσαν το Βουλευτικό ήταν «εκλεγμένοι παραστάται των διαφόρων μερών της Ελλάδας». «Το πολίτευμα ήταν σύστημα παραστατικόν», έγραφαν πέντε βουλευτές τον Νοέμβριο του ’22 προς τον πρόεδρο του Βουλευτικού Υψηλάντη. «Παραστατική Διοίκησις»… –αναφέρεται σε διακήρυξη του αντιπροέδρου του Εκτελεστικού της ίδιας εποχής– «…ήταν το πολίτευμα της Ελλάδος», επειδή «φέρει πρόσωπον λαού». «Τακτικήν παραστατικήν Διοίκησιν είχαν σχηματίσει οι Ελληνες», πληροφορούσε τους Αγγλους του 1824 η ελληνική Εταιρεία του Λονδίνου, η Φιλελληνική Εταιρεία του Λονδίνου, το Φιλελληνικό Κομιτάτο. Στην «Κοινοβουλευτικήν Πολιτείαν» κατά τον Κοραή, «η αρχή ήταν κοινή σε όλους τους άξιους να άρχουσι, αλλά πρόσκαιρος και κυρωμένη με τας ψήφους των αρχομένων».

Το ίδιο είδαμε στη Νομική Διάταξη της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος, στην Πελοποννησιακή Γερουσία, στη Γερουσία Δυτικής Χέρσου Ελλάδος, αλλά και σε όλα τα επαναστατικά συντάγματα. Ο πρώτος εκλογικός νόμος του 1822, μιλώντας για εκλέκτορες περιγράφει «ευυπόληπτους γέροντας», το οποίο σε πάει 2.235 χρόνια πίσω, το 413 π.Χ., στην ταραγμένη από τη σικελική καταστροφή Αθήνα που αποφάσισε θορυβημένη «αρχήν τινά πρεσβυτέρων ανδρών ελέσθαι», δηλαδή να εκλέξουν ένα συμβούλιο από ηλικιωμένους, όπως μας θυμίζει ο Θουκυδίδης. Σε πάει όμως και στην ιστορική διακήρυξή του με τίτλο «Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδος» στο Ιάσιο στις 24.2.1821, όπου ο Αλέξανδρος Υψηλάντης ελπίζει ότι «Το έθνος συναθροιζόμενον θέλει εκλέξει τους δημογέροντάς του και στην ύψιστη ταύτην Βουλή θέλουσι υπείκει όλαι μας αι πράξεις».

«Παραστάτες» ελέγοντο, συνεπώς, οι πρώτοι βουλευτές. Και εδώ είναι η μαγεία και η γοητεία της ελληνικής γλώσσης. «Παραστάτης» είναι αυτός που στέκει «παρά», δίπλα σου, παλεύει μαζί σου, κοντά σου. Δεν τους είπαν ούτε «προστάτες», καθώς «προστάτης» είναι αυτός που είναι μπροστά σου, ούτε «επιστάτες» που είναι αυτοί που είναι πίσω σου και μάχονται, αλλά «Παραστάτες».

Ο Αγώνας του ’21 ήταν σκληρός και, ευτυχώς, αδάμαστος. Κράτησε πολύ, με διακυμάνσεις. Και αυτή η διάρκεια ήταν σωτήρια για τον Αγώνα, γιατί βοηθούντος του φιλελληνισμού, αλλά και των διπλωματικών συμφερόντων των τότε Μεγάλων Δυνάμεων, ανάγκασε αυτή η διάρκεια της διεξαγωγής του να αντιμετωπιστεί τελικά σαν ένα πολύ σοβαρό διπλωματικό πρόβλημα που έχρηζε διευθέτησης. «Κι ήταν ο πόλεμος χαρά, τα φονικά παιχνίδια». Και δίπλα στον ακατάβλητο αυτό ηρωισμό υπήρξε και ενδιαφέρουσα πολιτικότητα. Η πρώτη ελληνική εφημερίδα «Σάλπιγξ Ελληνική» που εκδόθηκε στην Καλαμάτα την 1η Αυγούστου του ’21 γράφει προς τους Ελληνες: «Χρεωστούν ομοίως άπαντες να αποδίδωσιν το οφειλόμενον σέβας εις τας ευρωπαϊκάς διοικήσεις και κανείς να μην πειράξει εις το παραμικρόν ούτε εις την γην ούτε εις την θάλασσαν άνθρωπο ή πράγμα ευρωπαϊκής διοικήσεως ή άλλου τινός έθνους ουδέτερου εις τον παρόντα πόλεμον». Η διακήρυξη της Εθνικής Συνελεύσεως της Επιδαύρου της 1ης Ιανουαρίου του ’22 καθησυχάζει το αντιδραστικό ιερατείο της Ιεράς Συμμαχίας: «Ο κατά των Τούρκων πόλεμος ημών μακράν του να στηρίζηται εις αρχάς τινάς δημαγωγικάς και στασιώδεις είναι πόλεμος εθνικός, πόλεμος ιερός, πόλεμος του οποίου η μόνη αιτία είναι η ανάκτησις των δικαίων, της προσωπικής ημών ελευθερίας, της ιδιοκτησίας και της τιμής, τα οποία όλοι οι ευνομούμενοι λαοί της Ευρώπης τα χαίρουσιν».

Δεν θέλαμε να κάνουμε κάτι το οποίο να ανέτρεπε το «status quo». Θέλαμε να γίνουμε ένα μέλος της προηγμένης Ευρώπης. Ο πόλεμος ήταν εθνικός, όχι κλέφτικος. Ακόμη και οι φλογερότεροι φιλέλληνες, όπως λόγου χάριν ο Σατωβριάνδος, διεκρίνοντο για πολιτικότητα. Στο υπόμνημά του περί της Ελλάδος, το οποίο υπάρχει εδώ, γράφει μεταξύ άλλων: «Η Ελλάς αύτη με όλη την μικρότητα της εκτάσεώς της ήθελε φυλάξει τα ανατολικά της Ευρώπης καλλιώτερα παρά την ευρύχωρον Τουρκίαν και ήθελε χρησιμεύσει περισσότερον εις την πολιτικήν ισορροπίαν». Και πότε αυτά; Το 1825!

Ο Μαυροκορδάτος έπεισε τον αγγλικό παράγοντα ότι το μέλλον του αγγλικού εμπορίου στην Ανατολική Μεσόγειο ήταν συνδεδεμένο με την ελευθερία των Ελλήνων. Και το Πρωτόκολλο του Λονδίνου του Ιουλίου του 1827, αυτή η μονάκριβη κληρονομιά του Κάνινγκ για εμάς, είχε και μυστικό παράρτημα για την περίπτωση που ο Σουλτάνος αρνιόταν την ειρήνευση: Θα επιτευχθεί «σύγκλιση διά της συνάψεως εμπορικών σχέσεων με τους Ελληνες, με την αποστολή προς τούτο σε αυτούς και την υποδοχή από αυτούς προξενικών πρακτόρων». Αναγνώριση, σε περίπτωση που αρνιόταν ο Σουλτάνος την ειρήνευση. Και την αρνήθηκε. Ο δρόμος για το Ναβαρίνο είχε ανοίξει χάρη στην τετράμηνη πρωθυπουργία του Κάνινγκ, τη χρονιά που η Αγγλία άλλαζε τέσσερις πρωθυπουργούς (Λίβερπουλ, Κάνινγκ, Λόρδος Γκόντριτς και Ουέλινγκτον). Είχαμε και την τύχη μαζί μας. Τα πάντα ήταν τότε μαζί μας!

Πώς ξέσπασε, όμως, αυτός ο πόλεμος, που, κατά τον Κολοκοτρώνη, «εσχέτισεν όλους τους Ελληνες»; Πώς φτάσαμε από τις «σβησμένες όλες τις φωτιές, τις πλάστρες μες στη χώρα», από τη μαυρίλα του αφανισμού στο ανηφόρισμα προς το φως; Είναι η παιδεία, η γνώση που στάθηκε δίπλα στο σπίτι και στη θρησκεία, δίπλα στην οικογένεια και στην Ορθοδοξία. «Ευθύς όπου κανένας άνθρωπος από τον λαό εμάνθανε τα κοινά γράμματα και έβλεπε ποιους είχαμε προγόνους, τι έκαμεν ο Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης και άλλοι πολλοί παλαιοί μας… μας ήλθε εις στον νου να τους μιμηθούμε και να γίνουμε ευτυχέστεροι», εξηγεί ο Κολοκοτρώνης στην περίφημη ομιλία του προς τους νέους, στην Πνύκα, το 1838. Ο Διαφωτισμός, λοιπόν, η παιδεία.

Σε μία από τις γνωστότερες μελέτες του, ο Κ. Θ. Δημαράς, αυτός που εμπνεύστηκε τον όρο «Νεοελληνικός Διαφωτισμός», για να δείξει παραστατικά πόσο μεγάλη απήχηση είχαν οι ιδέες του Διαφωτισμού στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα, παρέθετε την αφήγηση ενός Γάλλου περιηγητή Κόμη Σουαζέλ-Γκουφιέ, μετέπειτα πρέσβη της Γαλλίας στην Υψηλή Πύλη, ο οποίος, ευρισκόμενος στην Πάτμο το 1776, είχε εντυπωσιαστεί, όταν ένας μοναχός τον ρώτησε για τον Βολταίρο!

«Προχωρούσα προς το βουνό», έγραφε ο περιηγητής, «όταν αντιλήφθηκα έναν καλόγερο που κατέβαινε από εκεί. Ηρθε βιαστικά προς το μέρος μου, με ρώτησε στα ιταλικά “από ποιον τόπο είμαι, από πού ερχόμουν, τι είχε συμβεί στην Ευρώπη εδώ και επτά χρόνια που είχε να αράξει καράβι σε αυτά τα βράχια”». «Μόλις έμαθε ο καλόγερος πως είμαι Γάλλος, φώναξε: “Πείτε μου, ο κ. Βολταίρος ζει ακόμη;”».

Ο Διαφωτισμός και η παιδεία, λοιπόν, είπαν το «δεύρο έξω» προς το ελληνικό κλασικό παρελθόν και αυτό συγκίνησε ξένους και Ελληνες. Ετσι, φτάσαμε να έχουμε την πρώτη εξέγερση που ξέσπασε στα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με εθνικό στόχο, την πρώτη εθνική επανάσταση της Ευρώπης, που δημιούργησε διεθνώς αναγνωρισμένο κράτος και τον πρώτο επιτυχημένο πόλεμο ανεξαρτησίας εναντίον αυτοκρατορίας μετά την Αμερικανική Επανάσταση του 1776.

Μαθαίνοντας από πού ξεκινήσαμε και πόσο δύσκολα ξεκινήσαμε, καταλαβαίνουμε καλύτερα τον εαυτό μας, γιατί τον συγκρίνουμε με το δικό μας παρελθόν και τον καλούμε να στεριώσει το δικό μας παρόν και να είναι ο εαυτός μας αισιόδοξος για το δικό μας μέλλον.
 
Απόσπασμα από την ομιλία του προέδρου της Βουλής στα εγκαίνια της έκθεσης «Αντικρίζοντας την Ελευθερία! Στη Βουλή των Ελλήνων, δύο αιώνες μετά».
 
* Ο κ. Κωνσταντίνος Τασούλας είναι πρόεδρος της Βουλής.