ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Άποψη: Γεωστρατηγική και γεωοικονομία των εξοπλισμών

apopsi-geostratigiki-kai-geooikonomia-ton-exoplismon-561404182

Η στήριξη της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στο διεθνές δίκαιο και στην ιδιότητα του κράτους-μέλους της Ε.Ε. ήταν μια διαχρονική επιλογή των ελληνικών κυβερνήσεων μετά τη μεταπολίτευση. Η επιδίωξη ισορροπίας στους εξοπλισμούς με τη γειτονική Τουρκία ήταν μια λιγότερο γνωστή αλλά εξίσου σημαντική παράμετρος της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, η οποία μεταφράστηκε με την επιδίωξη της αναλογίας 7 προς 10 στη μεταβίβαση οπλικών συστημάτων από τις ΗΠΑ προς τις δύο χώρες. Αντίστοιχη λογική εξισορρόπησης επικράτησε στη μεταφορά οπλικών συστημάτων από την Κεντρική στη ΝΑ Ευρώπη (Ελλάδα / Τουρκία), στο πλαίσιο της συμφωνίας για τις συμβατικές δυνάμεις στην Ευρώπη, που είχε ιδίως ως αποτέλεσμα να βρεθούν οι δύο χώρες με πολλαπλάσιο αρματικό δυναμικό από τις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης. Ομως, στο πεδίο των αεροπορικών και των ναυτικών δυνάμεων οι δύο χώρες αποδύθηκαν σε εξοπλιστικό ανταγωνισμό που οδήγησε σε ανατροπή των αριθμητικών συσχετισμών. Στην ανατροπή αυτή έπαιξε καθοριστικό ρόλο η ανάπτυξη της τουρκικής αεροπορικής και ναυπηγικής βιομηχανίας. 
 
Είναι φυσικό μια αναθεωρητική δύναμη όπως η Τουρκία να καταβάλλει μεγαλύτερη προσπάθεια στο πεδίο των εξοπλισμών από ό,τι μια χώρα που επιδιώκει τη διατήρηση του status quo. Ομως οι εξελίξεις στο πεδίο του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας αναφορικά με τις θαλάσσιες ζώνες ήρθαν να διευρύνουν το πεδίο αντιπαράθεσης με την Τουρκία. Το πεδίο αυτό δεν περιορίζεται πλέον στο Αιγαίο, αλλά σε περιοχές της υφαλοκρηπίδας / ΑΟΖ που διεκδικούν οι δύο χώρες στην Ανατολική Μεσόγειο. Τα νέα γεωπολιτικά δεδομένα πρέπει συνεπώς να ληφθούν υπόψη στο πεδίο των εξοπλισμών. Σε μια πιο πρακτική απεικόνιση αυτό σημαίνει ότι τα ελληνικά πολεμικά πλοία που ενεργούν ή θα ενεργούν μελλοντικά κοντά σε ακτές ή σε κλειστό περιβάλλον, όπως το Αιγαίο, δεν αρκούν για να διασφαλίσουν τα στρατηγικά συμφέροντα της χώρας. 
 
Η αντιπαράθεση των στόλων το καλοκαίρι του 2020 έδειξε ότι οι ελληνικές δυνάμεις είναι σε θέση να υπερασπιστούν την περιοχή του Αιγαίου, αλλά βασίζονται σε συμμαχικές χώρες για τη σταθερότητα στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Μπορεί όμως η Ελλάδα να εναποθέτει τη διασφάλιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της σε τρίτες χώρες –κατά κύριο λόγο στις ΗΠΑ και δευτερευόντως στη Γαλλία– όταν ιδίως υπάρχουν άλυτα ζητήματα με τη γείτονα χώρα που δεν δικαιολογούν αναγκαστικά την ανάμειξη αυτών των χωρών; Σημειωτέον ότι η περιπέτεια των Ιμίων τον Ιανουάριο του 1996 έδειξε τα όρια της συμμαχικής αλληλεγγύης. Οι τουρκικές αξιώσεις και το λεγόμενο «γκριζάρισμα του Αιγαίου» οδήγησαν άλλωστε στην τελευταία μεγάλη εξοπλιστική προσπάθεια της χώρας, παράλληλα με την επιλογή της «εμπλαισίωσης» της Τουρκίας στην Ευρώπη και στους θεσμούς της.  
 
Τα νέα γεωπολιτικά δεδομένα συνεπάγονται αντίστοιχες επιλογές στις παραγγελίες του Πολεμικού Ναυτικού. Το κατάλληλο μείγμα των πολεμικών πλοίων πρέπει να βασίζεται σε τεκμηριωμένες αναλύσεις των μελλοντικών προκλήσεων. Θα ήταν απολύτως θεμιτό ένα μέρος της παραγγελίας των φρεγατών να αφορά τις επιχειρησιακές ανάγκες στο Αιγαίο (π.χ. τέσσερις παράκτιες αμερικανικές φρεγάτες) και ένα άλλο μέρος τις αντίστοιχες ανάγκες στην Ανατολική Μεσόγειο (π.χ. δύο γαλλικές φρεγάτες [email protected]). Σημειωτέον ότι οι ανάγκες στην περιοχή αυτή δεν περιορίζονται σε αποστολές προάσπισης των θαλασσίων ζωνών της Ελλάδας (και της Κύπρου;), αλλά και σε ρόλους που ανατίθενται σε κράτη-μέλη από την Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ. 
 
Μια άλλη παράμετρος των εξοπλισμών μπορεί να χαρακτηριστεί «γεωοικονομική», υπό την έννοια ότι έχει σχέση με τις δημοσιονομικές αντοχές αλλά και τις αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας. Προφανώς οι δημοσιονομικές αντοχές δεν είναι απεριόριστες – εξ ου και η οροφή των 4-5 δισ. ευρώ που τέθηκε αρχικά από την κυβέρνηση. Υποστηρίζεται άλλωστε ότι οι παλαιότερες παραγγελίες γονάτισαν την ελληνική οικονομία, δημιουργώντας και παράπλευρα προβλήματα στη στατιστική απεικόνιση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Μια άλλη μομφή αφορά τη διαφθορά που συνδέεται με τις μεγάλες παραγγελίες – η οποία δεν αφορά όμως παραγγελίες που γίνονται με διακρατικές συμφωνίες, όπως η σχεδιαζόμενη προμήθεια των φρεγατών. Τέλος, μια εύλογη προσδοκία από τις παραγγελίες –που τέθηκε μάλιστα ως όρος– είναι η συμμετοχή της ελληνικής ναυπηγικής βιομηχανίας στο κατασκευαστικό έργο αλλά και στο έργο εκσυγχρονισμού των παλαιότερων πλοίων. Συναφής πρόκληση είναι ο εκσυγχρονισμός των ίδιων των ναυπηγείων που, παρά τις καθυστερήσεις, κατάφεραν να ναυπηγήσουν υποβρύχια και πυραυλακάτους. Εδώ έχει πρωταρχική σημασία η αξιοπιστία των επενδυτών που θα ενδιαφερθούν για την εξαγορά των ναυπηγείων αλλά και η στήριξή τους από ξένους κρατικούς φορείς παροχής δανείων και εγγυήσεων.
 
Η εξίσωση των ναυτικών εξοπλισμών περιλαμβάνει τέλος την πτυχή της λεγόμενης «ενδιάμεσης λύσης», δεδομένου του μακρού χρονικού ορίζοντα εκτέλεσης των νέων παραγγελιών. Το ζήτημα αυτό, όπως και το ζήτημα της επέκτασης του ναυστάθμου Κρήτης, δεν πρέπει να υποτιμηθούν, διότι είναι πολύ πιθανή μια νέα κλιμάκωση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις στο ορατό μέλλον. Τα προσφερόμενα μεταχειρισμένα αμερικανικά καταδρομικά υπερτερούν των λοιπών προσφερόμενων πλοίων για την ενίσχυση της ελληνικής παρουσίας στην Ανατολική Μεσόγειο –διαθέτουν πολλαπλάσια ακτίνα δράσης και δύναμη πυρός σε σχέση με τις φρεγάτες–, αλλά θα χρειαζόταν μια μεγάλη προσπάθεια για την αξιοποίησή τους μετά τη συρρίκνωση που έχει υποστεί το Πολεμικό Ναυτικό τα τελευταία χρόνια. 
  
* Ο κ. Κωνσταντίνος Α. Στεφάνου είναι ομότιμος καθηγητής Διεθνών και Ευρωπαϊκών Θεσμών του Παντείου Πανεπιστημίου.