ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η κρίση του «Χόρα» στο Αιγαίο

Η έξοδος του τουρκικού σκάφους για έρευνες στην υφαλοκρηπίδα φέρνει στα πρόθυρα σύγκρουσης τα δύο κράτη

i-krisi-toy-chora-sto-aigaio-561437320

Η κρίση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις τον Αύγουστο του 1976 αποτέλεσε την πρώτη μιας σειράς ανάλογων κρίσεων. Ακολούθησαν αυτές του Μαρτίου του 1987, του Ιανουαρίου του 1996 και του θέρους του 2020 που αφορούσαν διάφορες όψεις του διεθνούς καθεστώτος του Αιγαίου. Το 1976, όπως και το 1987 και το 2020, επίδικο αντικείμενο ήταν η ηπειρωτική υφαλοκρηπίδα, στην τελευταία και η αποκλειστική οικονομική ζώνη. Οι θέσεις των δύο χωρών είχαν ήδη παγιωθεί τόσο ως προς την ουσία όσο και ως προς τη διαδικασία πιθανής επίλυσης. Η ελληνική πλευρά υποστήριζε ότι, σύμφωνα με το εξελισσόμενο Δίκαιο της Θάλασσας, τα νησιά δικαιούνταν ηπειρωτικής υφαλοκρηπίδας όπως ακριβώς και τα ηπειρωτικά εδάφη.  Η Τουρκία από την πλευρά της ισχυριζόταν ότι το Αιγαίο ήταν μια θάλασσα «ειδικών περιστάσεων», ότι ήταν αδύνατο να αναγνωριστούν δικαιώματα ηπειρωτικής υφαλοκρηπίδας σε χιλιάδες διάσπαρτα νησιά και νησίδες, καθώς έτσι θα αποκλειόταν στην ουσία από την εκμετάλλευση του θαλάσσιου πλούτου του Αιγαίου η Τουρκία, μια παράκτια αλλά κατεξοχήν ηπειρωτική χώρα. Η Αγκυρα ζητούσε στο πλαίσιο αυτό τη διανομή του Αιγαίου στη βάση μιας μέσης γραμμής, από βορρά προς νότο, η οποία θα αγνοούσε πλήρως τα νησιά και τα δικαιώματά τους στις θαλάσσιες ζώνες. Οι διαφωνίες επεκτείνονταν και στη διαδικασία επίλυσης. Η Αθήνα, βέβαιη για την υπεροχή της στο πλαίσιο του Δικαίου της Θάλασσας, προέκρινε την από κοινού προσφυγή των δύο χωρών, μόνος αποδεκτός τρόπος από το καταστατικό του Δικαστηρίου προκειμένου να εκδικαστεί η διαφορά, στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, ενώ, αντίθετα, η Τουρκία ζητούσε διμερείς διαπραγματεύσεις πολιτικής φύσης. 

Η πολιτική κατάσταση στην Τουρκία

i-krisi-toy-chora-sto-aigaio0
Ο Τούρκος πρωθυπουργός Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ.

Ανεξάρτητα από τις θέσεις της κάθε πλευράς, η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας παρέμενε εκκρεμής, καθώς η Αγκυρα είχε απορρίψει τον Σεπτέμβριο του 1975 την ελληνική πρόταση για προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Το καλοκαίρι του 1976 η τουρκική κυβέρνηση αποφάσισε να πραγματοποιήσει έρευνες σε περιοχές οι οποίες, όπως πίστευε η Αθήνα, αποτελούσαν μέρος της ελληνικής υφαλοκρηπίδας με βάση το Δίκαιο της Θάλασσας. Η τουρκική κίνηση να αποσταλεί το «Χόρα», εν συνεχεία «Sismik», στο Αιγαίο εγγράφεται ασφαλώς στην προσπάθεια της Αγκυρας αν όχι να δημιουργήσει τετελεσμένα, πάντως να προβάλει εμπράκτως τις αξιώσεις της στην υφαλοκρηπίδα. 

Η υπόθεση εξελισσόταν σε ένα ασταθές πολιτικό περιβάλλον, καθώς την Τουρκία κυβερνούσε ένας συνασπισμός, με μικρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία, που τον αποτελούσαν το συντηρητικό Κόμμα της Δικαιοσύνης του Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ, το ισλαμικής ροπής Κόμμα Εθνικής Σωτηρίας του Νετσμετίν Ερμπακάν και το ακραίο δεξιό Κόμμα Εθνικής Δράσης του Αρπασλάν Τουρκές. Η ούτως ή άλλως δεδομένη τουρκική θέση για το Αιγαίο γινόταν περισσότερο άκαμπτη από το γεγονός ότι οι δύο μικροί εταίροι του κυβερνητικού συνασπισμού καθιστούσαν δυσχερείς τους χειρισμούς του Ντεμιρέλ και του υπουργού Εξωτερικών Ιχσάν Σαμπρί Τσαγλαγιανγκίλ. Επίσης, η εσωτερική πολιτική κατάσταση επιβαρυνόταν ακόμα περισσότερο από τον αρχηγό του Λαϊκού Ρεπουμπλικανικού Κόμματος Μπουλέντ Ετσεβίτ, ο οποίος εμφανιζόταν αδιάλλακτος στα θέματα του Αιγαίου και προσπαθούσε να κεφαλαιοποιήσει τη δυσκολία που παρουσίαζε για την Αγκυρα η συνέχιση του εμπάργκο όπλων προς την Τουρκία που είχε επιβληθεί από το Κογκρέσο των Ηνωμένων Πολιτειών τον Φεβρουάριο του 1975. Στο πλαίσιο αυτό ο Ετσεβίτ υποστήριζε ότι σε περίπτωση κατά την οποία το Κογκρέσο δεν επικύρωνε τη νέα τουρκοαμερικανική αμυντική συμφωνία, η Τουρκία θα έπρεπε να επανεξετάσει βασικές παραμέτρους της εξωτερικής της πολιτικής, υπαινισσόμενος τη χαλάρωση ή και διάρρηξη των δεσμών της με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το NATO.

Οι εσωτερικές ισορροπίες και επιδιώξεις της Αθήνας

i-krisi-toy-chora-sto-aigaio2
Ο Κων. Καραμανλής, ο Π. Μολυβιάτης (φωτ.). και ο υπ. Εξωτερικών Δ. Μπίτσιος χειρίστηκαν την κρίση.

Η έξοδος του «Sismik» στο Αιγαίο παρουσίαζε προφανώς δυσχέρειες για την Αθήνα και την κυβέρνηση Καραμανλή. Ενδεχόμενη έρευνα στον βυθό σήμαινε έμπρακτη αμφισβήτηση των ελληνικών θέσεων και δικαιωμάτων, και αυτό με τη σειρά του έθετε θέμα πραγματικής προστασίας τους. Στρατιωτική εμπλοκή ήταν όμως ανεπιθύμητη για πολλούς λόγους: η ελληνική επικράτεια ήταν ευπαθής σε πολλά σημεία ως προς τα νησιά και τις νησίδες και συνεπώς σε τετελεσμένα. Απώλεια εδάφους θα σήμαινε έναν φαύλο κύκλο ελληνοτουρκικών αναμετρήσεων σε βάθος χρόνου. Αυτό θα σήμαινε όχι μόνο οικονομική αποσταθεροποίηση αλλά και απώλεια της ευρωπαϊκής προοπτικής της Ελλάδας. Οι διαπραγματεύσεις για την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα είχαν αρχίσει τον Ιούλιο του 1976 και πρέπει ασφαλώς να συνυπολογιστούν οι επιφυλάξεις αρκετών Ευρωπαίων αξιωματούχων που απέρρεαν από το ενδεχόμενο η ένταξη της Ελλάδας να ενέπλεκε άμεσα την Κοινότητα στις ελληνοτουρκικές διαφορές. Συνεπώς, από την οπτική της κυβέρνησης Καραμανλή, η κρίση έπρεπε να αποκλιμακωθεί το συντομότερο δυνατό. 

i-krisi-toy-chora-sto-aigaio4Από την άλλη πλευρά όμως, ενώ το ζήτημα του γοήτρου ήταν άυλο, συνιστούσε υπαρκτό πολιτικό θέμα. Η κυβέρνηση Καραμανλή ήταν ισχυρότατη, βασιζόταν σε μια ογκώδη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, η εντολή της ήταν πρόσφατη από τις εκλογές του Νοεμβρίου του 1974, αλλά δεν μπορούσε να αγνοήσει αναπτυσσόμενα πολιτικά ρεύματα. Τα εξέφραζε κυρίως το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα του Ανδρέα Παπανδρέου, ο οποίος υπενθύμιζε αυτό που εκλαμβανόταν από τη μεγάλη πλειονότητα ως εθνική ταπείνωση στην Κύπρο. Στο πλαίσιο αυτό ερμηνεύεται και η σύσταση του Ανδρέα Παπανδρέου προς την κυβέρνηση Καραμανλή για βύθιση του «Χόρα». Αν και ο Παπανδρέου υπαινίχθηκε προσυνεννόηση με την κυβέρνηση, κάτι τέτοιο δεν επιβεβαιώθηκε από την πλευρά του Κωνσταντίνου Καραμανλή ή συνεργάτες του. 

Η κρίση του 1976 δοκίμαζε και την εμβέλεια και το περιεχόμενο της αμερικανικής δήλωσης του Απριλίου του 1976. Η Αθήνα πίστευε ότι η επιστολή Κίσινγκερ κάλυπτε ακριβώς μια τέτοια περίσταση, αλλά το Στέιτ Ντιπάρτμεντ επιχείρησε να κάνει μια λεπτή διάκριση μεταξύ επιστημονικών ερευνών και σεισμικών ερευνών στο βυθό και στο υπέδαφος. Τη διάκριση αυτή δεν απέρριπτε η Αθήνα, αλλά το ζήτημα ήταν ότι το «Sismik» πραγματοποίησε και σεισμικές έρευνες στις 5, 7 και 8 Αυγούστου. 

Προσφυγή στη Χάγη και στο Σ.Α. του ΟΗΕ

Κατόπιν αυτού, η Αθήνα αποφάσισε την προσφυγή στο Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών και παράλληλα μονομερή προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Σε πρώτη ανάγνωση επρόκειτο για αντιφατικές κινήσεις καθώς η προσφυγή στο Συμβούλιο Ασφαλείας ήταν μια πολιτική κίνηση που θα μπορούσε να σημαίνει και έμμεση αναγνώριση μιας πολιτικής διαδικασίας για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας ενώ, αντίθετα, η προσφυγή στη Χάγη, ούτως ή άλλως καταδικασμένη διότι ήταν μονομερής, σήμαινε ότι ακολουθείτο μια στρατηγική νομικής επίλυσης της διαφοράς. Η αντίφαση είναι εντούτοις περισσότερο φαινομενική και λιγότερο πραγματική, καθώς η κυβέρνηση επεδίωκε την ειρηνική διευθέτηση και ταυτόχρονα να κρατήσει στο τραπέζι τη δικαστική επίλυση. 

i-krisi-toy-chora-sto-aigaio6
Κατά την πολυήμερη ελληνοτουρκική ένταση τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 1976, ο ελληνικός στόλος, που είχε ανοιχτεί στο Αιγαίο, προετοιμάστηκε για το ενδεχόμενο πολεμικής σύρραξης.

Αυτό απεικονιζόταν εντέλει και στην απόφαση 395 του Συμβουλίου Ασφαλείας της 25ης Αυγούστου. Το Συμβούλιο Ασφαλείας καλούσε τα δύο μέρη σε διμερείς συνομιλίες με στόχο την επίλυση των διαφορών τους αλλά ταυτόχρονα υπεδείκνυε να ληφθούν υπόψη και άλλες μέθοδοι, ιδίως η δικαστική επίλυση από το Διεθνές Δικαστήριο. Λαμβάνοντας υπόψη συνεπώς ότι οι διμερείς συνομιλίες ήταν η πρώτη, σχεδόν προφανής, προτίμηση της διεθνούς κοινότητας για να αποκλιμακωθεί η κρίση μπορεί να υποτεθεί ότι δεν ήταν αμελητέο το γεγονός ότι η δικαστική επίλυση στη Χάγη συμπεριελήφθη τελικά στην απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας και ότι είχε παίξει κάποιο ρόλο σε αυτό η μονομερής ελληνική προσφυγή στο Δικαστήριο. Η αμερικανική πλευρά είχε εργαστεί παρασκηνιακά για την επίτευξη εκτόνωσης μέσω των Ηνωμένων Εθνών αλλά προφανώς η αμερικανική στάση απείχε πολύ από τις προσδοκίες που ενδεχομένως είχε δημιουργήσει η επιστολή Κίσινγκερ του Απριλίου του 1976, η οποία αναφερόταν σε ενεργό και  ανεπιφύλακτη αντίθεση των Ηνωμένων Πολιτειών σε επιδίωξη στρατιωτικής λύσης των διαφορών. Ασφαλώς όμως πρέπει να συνεκτιμηθεί το γεγονός ότι δεν επρόκειτο για ευθεία στρατιωτική αντιπαράθεση αλλά για έρευνες. Επρόκειτο δηλαδή για κατάσταση που μπορούσε να οδηγήσει σε στρατιωτική κλιμάκωση, αλλά κάτι τέτοιο δεν είχε συμβεί κυρίως λόγω της στάσης της ελληνικής κυβέρνησης η οποία εκτίμησε ότι η κλιμάκωση θα δημιουργούσε τετελεσμένα εις βάρος της Αθήνας.

i-krisi-toy-chora-sto-aigaio8
8 Αυγούστου 1976. Η κορύφωση της κρίσης στην πρώτη σελίδα της «Κ».

Η απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας δεν ήταν χωρίς συνέπειες. Αν και έχει επισημανθεί ιστοριογραφικά, δεν έχει γίνει αντιληπτό στον δημόσιο διάλογο ότι σηματοδότησε την έναρξη ελληνοτουρκικού διαλόγου, άσχετα αν αυτός απέβη ατελέσφορος. Πράγματι, τον Νοέμβριο του 1976 σε συνάντηση των δύο πλευρών στη Βέρνη εγκαινιάστηκαν συζητήσεις. Το σχετικό πρακτικό που υπέγραψαν οι πρέσβεις Μπιλγκί και Τζούνης προέβλεπε ότι οι δύο πλευρές αναλάμβαναν την υποχρέωση «όπως απόσχουν πάσης πρωτοβουλίας ή πράξεως σχετικής προς την υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου η οποία θα ηδύνατο να παραβλάψη την διαπραγμάτευσιν». Η διαδικασία αυτή δεν οδήγησε σε συμφωνία ή σε κάποια προσέγγιση των απόψεων των δύο πλευρών. Εδωσε πάντως τη δυνατότητα αποκλιμάκωσης της έντασης για αρκετά χρόνια και επέτρεψε στην ελληνική πλευρά να επιδιώξει σχεδόν απερίσπαστη από κρίσεις την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα και την επανένταξη στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ.  

* Ο κ. Σωτήρης Ριζάς είναι διευθυντής Ερευνών στο Κέντρο Ερευνας Ιστορίας Νεώτερου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών.