ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ελλάδα – Γαλλία: στρατηγική σχέση με ιστορικό βάθος

ellada-gallia-stratigiki-schesi-me-istoriko-vathos-561522091

Η στρατηγική σχέση Ελλάδας – Γαλλίας, όπως διαμορφώνεται από την πρόσφατη συμφωνία, εδράζεται σε μια μακρά παράδοση. Η Γαλλία υπήρξε πάντοτε, από την εποχή της ανεξαρτησίας (αν όχι και πριν), ένα από τα μοντέλα για την ανάπτυξη του ελληνικού κόσμου. Δεν ήταν, οπωσδήποτε, το μόνο πρότυπο, αλλά υπήρξε σίγουρα μια από τις χώρες, τις εκπροσώπους του ευρωπαϊκού πολιτισμού, στις οποίες κατ’ εξοχήν προσέβλεπε η Ελλάδα για γνώση, τεχνογνωσία, κρατική οργάνωση και συγκρότηση της διακυβέρνησης. Δεν πρέπει να λησμονείται, επίσης, ότι δεν ήταν πάντοτε ανέφελες οι ελληνογαλλικές σχέσεις. Ωστόσο, για να περιοριστούμε μόνο στη σύγχρονη εποχή, η κοινή στράτευση υπέρ της ελευθερίας σε δύο Παγκοσμίους Πολέμους και την υπεράσπιση της διεθνούς νομιμότητας· οι κοινοί προσανατολισμοί στον Ψυχρό Πόλεμο για την υποστήριξη της δημοκρατίας· και η πολύτιμη –πραγματικά ανεκτίμητης αξίας– βοήθεια που παρείχε η Γαλλία στις προσπάθειες της Ελλάδας για σύνδεση (το 1959-61) και κατόπιν για ένταξη στην ΕΟΚ, παρέπεμπαν σε μια επικοινωνία πραγματικά ασυνήθιστη στις διεθνείς σχέσεις.

Το 1959, ξεκινώντας την εργώδη προσπάθεια για ένταξη στην Ευρώπη, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής έδωσε ρητές οδηγίες στον πρέσβη στο Παρίσι, Φίλωνα Φίλωνα, να διαβιβάσει στον πρόεδρο Ντε Γκωλ, όχι μόνον τις ευρωπαϊκές φιλοδοξίες της Ελλάδας, αλλά και την ελπίδα της ότι η Γαλλία θα αναλάμβανε εκ νέου τους πρωταγωνιστικούς ρόλους στη Μεσόγειο που της αναλογούσαν. Η σχέση Καραμανλή – Ντε Γκωλ υπήρξε ειλικρινής και βαθιά και έπαιξε αδιαμφισβήτητα κομβικό ρόλο στην επίτευξη της σύνδεσης της Ελλάδας με την ΕΟΚ. Η Ελλάδα ήταν μια από τις ελάχιστες χώρες στις οποίες ο μεγάλος Γάλλος ηγέτης πραγματοποίησε επίσημη επίσκεψη, το 1963.
Η σχέση αυτή είχε εντυπωσιακές συνέχειες. Το 1974 η συνδρομή του Βαλερί Ζισκάρ ντ’ Εστέν στην αποκατάσταση της ελληνικής δημοκρατίας υπήρξε καταλυτική, όχι μόνον γιατί ο Γάλλος ηγέτης προσέφερε το προεδρικό αεροσκάφος ώστε να επιστρέψει στην Αθήνα ο Καραμανλής εκείνη τη δραματική νύχτα, αλλά και μετά: με τη γαλλική στήριξη στην επαναπροσέγγιση της Ελλάδας με την ΕΟΚ, στο ελληνικό αίτημα για πλήρη ένταξη, αλλά και στο στρατηγικό επίπεδο, με την προσφορά αεροσκαφών σε περίπτωση απειλής εναντίον της ελληνικής εδαφικής ακεραιότητας. Η Γαλλία του Ζισκάρ υπήρξε αρωγός στη γιγάντια προσπάθεια του ελληνικού έθνους για την αποκατάσταση της δημοκρατίας, της διεθνούς του θέσης αλλά και για την εκπλήρωση του μεγάλου ονείρου του, δηλαδή την πλήρη ένταξη στην Ευρώπη. Και όταν εκείνο το όνειρο πραγματώθηκε με την υπογραφή στο Ζάππειο της Συνθήκης Προσχωρήσεως, στις 28 Μαΐου 1979, δίπλα στον Καραμανλή βρέθηκε ο Ζισκάρ, περίπου ως τιμώμενο πρόσωπο. Για τους Ελληνες, εκείνο το βράδυ, αναμφισβήτητα ήταν.

Στη δεκαετία του 1980 η λειτουργική σχέση του Ανδρέα Παπανδρέου με τον Φρανσουά Μιτεράν ώθησε την Ελλάδα στην απόφαση να εξισορροπήσει μια πιθανή μονομερή αμυντική εξάρτηση από τις ΗΠΑ, με την προμήθεια και των γαλλικών «Μιράζ» κατά την ανανέωση της Πολεμικής Αεροπορίας, σε εκείνο που αποκλήθηκε «αγορά του αιώνα». Αλλά ο σεβασμός προς τον Μιτεράν και η αναγνώριση των ηγετικών του ρόλων διέκριναν και την κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη το 1990-93, ενώ παράλληλα ένας άλλος Γάλλος πολιτικός, ο Ζακ Ντελόρ, προσέφερε εμπνευσμένη ηγεσία σε όλη την Ευρώπη, σε καιρούς καθοριστικούς. Λιγότερο, ίσως, εντυπωσιακές από επικοινωνιακή άποψη (πιθανόν επειδή η εποχή ήταν ευκολότερη), αλλά εξίσου ουσιαστικές υπήρξαν οι επικοινωνίες των επόμενων Ελλήνων πρωθυπουργών με τους επόμενους Γάλλους προέδρους. Και κανείς Ελληνας Ευρωπαίος δεν θα παραλείψει να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του προς τον πρόεδρο Φρανσουά Ολάντ και προς τη Γαλλία για τον ρόλο τους σε εκείνον τον τραγικό Ιούλιο του 2015, όταν διακυβεύθηκε αλλά διασώθηκε –σε τεράστιο μέτρο χάρη στη Γαλλία– η παραμονή μας στην ευρωπαϊκή οικογένεια, η δημοκρατία μας, η θέση μας στη Δύση και τον ανεπτυγμένο κόσμο.

Από την άλλη πλευρά, από το 1959 έως σήμερα, η διμερής σχέση δεν υπήρξε ποτέ αποκλειστικού χαρακτήρα: δεν απέκλειε άλλους και ούτε το Παρίσι (ακόμη και ο ίδιος ο Ντε Γκωλ) ζήτησε ποτέ κάτι τέτοιο. Η Ελλάδα του Καραμανλή (αλλά και των επόμενων δημοκρατικών κυβερνήσεων) είχε έναν στρατηγικό προσανατολισμό, ταυτόχρονα ευρωπαϊκό και ατλαντικό: δεν υποτιμούσε και δεν αγνοούσε τις επαφές και συνδέσεις πέραν του ωκεανού. Ο Καραμανλής, ήδη στη δεκαετία του 1960, είχε εκδηλώσει στον Ντε Γκωλ τη διαφωνία του επειδή ο τελευταίος διατάρασσε τους διατλαντικούς δεσμούς. Αλλά, σε κάθε περίπτωση, η διμερής σχέση ήταν ζήτημα κοινών αξιών, προσανατολισμών, ελπίδων και φόβων για το κοινό μέλλον. Ηταν βασισμένη στην κοινή βούληση να προωθηθεί η ορθολογική οργάνωση των διεθνών σχέσεων.

Είναι σαφές, ωστόσο, ότι η πρόσφατη συμφωνία υπερβαίνει ακόμη και αυτούς τους τόσο στενούς προγενέστερους δεσμούς: πρόκειται για ένα ποιοτικό άλμα στη διμερή συνεργασία, πιθανώς (ελπίζουμε) ένα άλμα και για την Ευρώπη. Οσοδήποτε σημαντικές –και αναμφίβολα είναι– οι επιμέρους νομικές προβλέψεις της, θα παρακολουθήσουν την πορεία της διμερούς συνεργασίας. Αυτή θα αναπτυχθεί περαιτέρω εφόσον εμείς, οι Ελληνες, παραμείνουμε αξιόπιστοι και δημιουργικοί εταίροι, πλήρως μέτοχοι των ευρωπαϊκών και των διεθνών υποθέσεων. Αυτό, άλλωστε, το χρωστούμε όχι μόνον στη Γαλλία, αλλά πρώτα από όλα στους εαυτούς μας.
 
* Ο κ. Ευάνθης Χατζηβασιλείου είναι καθηγητής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, γενικός γραμματέας του Ιδρύματος της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία.