Γ. Κουμουτσάκος στην «Κ»: Γιατί «ναι» στην αμυντική συμφωνία με τις ΗΠΑ

Γ. Κουμουτσάκος στην «Κ»: Γιατί «ναι» στην αμυντική συμφωνία με τις ΗΠΑ

Η MDCA είναι υπέρ των ελληνικών συμφερόντων γιατί αποτελεί εγγύηση ασφαλείας και ενισχύει τη γεωπολιτική βαρύτητα και τον σταθεροποιητικό ρόλο της χώρας

3' 6" χρόνος ανάγνωσης
Ακούστε το άρθρο

Την τελευταία πενταετία έχει συντελεστεί μια μείζων αλλαγή στο μεταπολιτευτικό πολιτικό σκηνικό της χώρας σ’ ένα ζήτημα –δηλαδή στις σχέσεις μας με τις ΗΠΑ– που για δεκαετίες ήταν στον πυρήνα σφοδρών πολιτικών αντιπαραθέσεων και συγκρούσεων.

Σήμερα οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις –και ειδικότερα η στενή στρατηγική αμυντική συνεργασία Αθήνας – Ουάσιγκτον– έχουν πλέον την αποδοχή και στήριξη της συντριπτικής πλειονότητας των πολιτικών δυνάμεων της χώρας, από τη Δεξιά έως και την Αριστερά. Ειδικότερα, από το 2018 οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις διανύουν την καλύτερη εδώ και δεκαετίες εποχή τους.

Απόδειξη είναι η θεσμοθέτηση του στρατηγικού διαλόγου μεταξύ των δύο χωρών. Εως σήμερα έχουν πραγματοποιηθεί με επιτυχία τρεις γύροι αυτού του διαλόγου, ο οποίος καλύπτει ένα ευρύ φάσμα θεμάτων. Από το εμπόριο και τις επενδύσεις έως την ενέργεια, το περιβάλλον, την εκπαίδευση και την εσωτερική ασφάλεια. Στην καρδιά του όμως βρίσκεται η αμυντική συνεργασία των δύο συμμάχων χωρών στο ΝΑΤΟ, όπως αυτή αποτυπώθηκε το 1990 στη συμφωνία της Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας (ΜDCA).

Εκτοτε πολλά άλλαξαν. Ειδικά τα τελευταία χρόνια το διεθνές και περιφερειακό περιβάλλον ασφάλειας έχει κυριολεκτικά μεταλλαχθεί. Ο παρατεινόμενος πόλεμος στην Ουκρανία ήλθε να το μεταβάλλει ακόμα περισσότερο. Είναι ήδη στα σκαριά ένας ευρύτατος αναδασμός ισχύος, επιρροής και συμφερόντων – στρατιωτικών, πολιτικών, ενεργειακών και οικονομικών.

Σήμερα στη Βουλή των Ελλήνων θα συζητηθεί η δεύτερη συμφωνία αναθεώρησης του αρχικού εκείνου κειμένου του 1990. Κατ’ ουσίαν ρυθμίζει δύο νέα ζητήματα:

Α. Στις ήδη προβλεπόμενες από την αρχική MDCA εγκαταστάσεις, προστίθενται τα στρατόπεδα «Γιαννούλη» στην Αλεξανδρούπολη και «Γεωργούλα» στον Βόλο, το πεδίο βολής Λιτοχώρου και ο ναύσταθμος της Σούδας.

Β. Η συμφωνία θα παραμείνει σε ισχύ για πέντε χρόνια, με προοπτική να συνεχίσει να ισχύει και μετά την πενταετία, εκτός εάν καταγγελθεί από οποιοδήποτε από τα δύο μέρη με γραπτή ειδοποίηση δύο χρόνια πριν από την καταγγελία της.

Ιδιαίτερη προστιθέμενη αξία έχουν οι πολιτικές παραδοχές και δεσμεύσεις που υπάρχουν, αφενός στο προοίμιο της συμφωνίας αφετέρου στην επιστολή του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών κ. Μπλίνκεν προς τον Ελληνα πρωθυπουργό κ. Μητσοτάκη. Εκεί υπογραμμίζεται ο ιδιαίτερα σημαντικός ρόλος της Ελλάδας στην περιοχή, καθώς και η σημασία των στενών ελληνοαμερικανικών σχέσεων. Σχέσεων που βασίζονται στην κοινότητα συμφερόντων και στη σταθερή απόφαση των δύο μερών «να περιφρουρούν και να προστατεύουν αμοιβαίως την ασφάλεια, την κυριαρχία, την ανεξαρτησία και την εδαφική ακεραιότητα των αντίστοιχων χωρών τους κατά ενεργειών οι οποίες απειλούν την ειρήνη, περιλαμβανομένης της ένοπλης επίθεσης ή της απειλής επίθεσης». Είναι προφανές ότι η συμφωνία αυτή είναι υπέρ των ελληνικών συμφερόντων:

• Είναι εγγύηση ασφαλείας, ειδικά για τη Βόρειο Ελλάδα, καθώς λειτουργεί αποτρεπτικά και ανασχετικά σε κάθε πολιτική αναθεωρητισμού.

• Συμβάλλει στον εκσυγχρονισμό, στον επαγγελματισμό και την αποτελεσματικότητα των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων.

• Ενισχύει τη γεωπολιτική βαρύτητα και τον σταθεροποιητικό ρόλο της Ελλάδας στο κρίσιμο σταυροδρόμι Βαλκάνια, Μαύρη Θάλασσα, Αιγαίο, Ανατολική Μεσόγειος.

• Βαθαίνει το ελληνικό γεωστρατηγικό αποτύπωμα μέσα στο ΝΑΤΟ, κάτι που συνιστά ουσιαστικό βήμα προς την εξισορρόπηση της εκεί τουρκικής παρουσίας.

• Ενισχύει το ειδικό βάρος της χώρας και στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής άμυνας και ασφάλειας.

• Δεσμεύει με χρονική προοπτική την αμερικανική παρουσία στη χώρα μας.

Εκείνοι που αντιδρούν σήμερα είναι, παραδόξως, οι ίδιοι που με ενθουσιασμό νεοφώτιστου που ανακάλυψε την Αμερική, προχώρησαν σε στενές –στενότατες– σχέσεις με τις ΗΠΑ κατά την εποχή της διοίκησης Τραμπ.

Αντιδρά επίσης η Αγκυρα, που για τους δικούς της λόγους βλέπει σε αυτή τη συμφωνία αναβάθμιση της Ελλάδας, αντιστάθμισμα της δικής της επιρροής και ανάσχεση της αναθεωρητικής της πολιτικής. Η «νέα» Αλεξανδρούπολη, ως παρακαμπτήρια οδός των Στενών, είναι μια γεωπολιτική εξέλιξη που δύσκολα «καταπίνεται».

Για όλους αυτούς τους λόγους η συμφωνία Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας Ελλάδας – ΗΠΑ (MDCA) είναι επωφελής για την Ελλάδα. Η Βουλή θα την κυρώσει με μεγάλη πλειοψηφία.

* Ο κ. Γιώργος Κουμουτσάκος είναι πρ. υπουργός, βουλευτής του Β1 Βόρειου Τομέα Αθηνών και εισηγητής για την MDCA στη Βουλή.

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή
MHT