ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Κ. Μενουδάκος: Θεσμικοί προβληματισμοί

k-menoydakos-thesmikoi-provlimatismoi-2091563

Τ​​ην Κυριακή εφαρμόζεται για πρώτη φορά η διάταξη του Συντάγματος του 1975 για τη διενέργεια δημοψηφισμάτων. Φοβάμαι ότι η πρώτη αυτή εφαρμογή αποτελεί δυσφήμηση του θεσμού και οδηγεί σε απαξίωσή του. Εξηγούμαι:

Για να εκπληρωθεί ο σκοπός ενός δημοψηφίσματος στο πλαίσιο λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος απαιτείται, τουλάχιστον:

α) να είναι απολύτως σαφές και κατανοητό το ερώτημα,
β) να είναι εκ των προτέρων γνωστές οι συνέπειες της λαϊκής ετυμηγορίας και
γ) να τηρείται διαδικασία, στο πλαίσιο της οποίας να παρέχεται δυνατότητα ανάπτυξης των επιχειρημάτων υπέρ της θετικής και της αρνητικής ψήφου για την πληρέστερη δυνατή ενημέρωση των πολιτών.

Στη διαδικασία του δημοψηφίσματος της 5ης Ιουλίου γεννώνται έντονοι προβληματισμοί ως προς τις τρεις αυτές προϋποθέσεις. Υπάρχουν στοιχεία που καθιστούν το επικείμενο αυτό δημοψήφισμα μη συγκρίσιμο προς όλα όσα έχουν διεξαχθεί στην Ευρώπη τις τελευταίες δεκαετίες.
Συγκεκριμένα:

1. Το ερώτημα, για το οποίο καλούνται να απαντήσουν οι πολίτες δεν έχει αντικείμενο, όχι μόνο διότι η πρόταση των τριών λεγόμενων «θεσμών» που τίθεται σε ψηφοφορία έχει ήδη τροποποιηθεί με νεότερη πρότασή τους, αλλά και διότι, σε κάθε περίπτωση, έχει παύσει να ισχύει από τις 30 Ιουνίου.

2. Η κατανόηση του ερωτήματος απαιτεί συνθετική εκτίμηση τεχνικών εννοιών και οικονομικών παραμέτρων. Από την άποψη αυτή στερείται της απλότητας και της σαφήνειας που πρέπει να χαρακτηρίζουν τα θέματα, τα οποία τίθενται προς έγκριση στο σύνολο των πολιτών με τη διαδικασία του δημοψηφίσματος.

3. Είναι άγνωστες οι συνέπειες του όποιου αποτελέσματος της ψηφοφορίας, δεδομένου ότι η εφαρμογή του δεν εξαρτάται από τα όργανα της ελληνικής Πολιτείας, αλλά από τη σύναψη συμφωνίας με διεθνείς οργανισμούς και, ίσως, με άλλα κράτη που δεν δεσμεύονται από την έκβαση του δημοψηφίσματος.

Για τον λόγο αυτό το διακύβευμα του δημοψηφίσματος δεν εξαρτάται από την πρόθεση εκείνου που το προκηρύσσει, αλλά και από τον τρόπο, με τον οποίο προσλαμβάνεται το αποτέλεσμα από τους διαπραγματευόμενους με το ελληνικό κράτος.

Βεβαίως είναι έξω από το πνεύμα του Συντάγματος και του νόμου η κίνηση της θεσμικής διαδικασίας του δημοψηφίσματος για να χρησιμοποιηθεί ως «διαπραγματευτικό χαρτί».

4. Αλλά ούτε για την ελληνική κυβέρνηση θα προκύψει σαφής εντολή και υποχρέωση από οποιοδήποτε αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος.

Αν επικρατήσει το ΟΧΙ, η ελληνική κυβέρνηση θα έχει την πολιτική, αλλά και τη νομική δυνατότητα να διαπραγματευθεί συμφωνία με διαφορετικούς όρους; Και πόσο διαφοροποιημένοι πρέπει να είναι οι νέοι όροι ώστε να είναι συμβατοί με τη λαϊκή ετυμηγορία;

Αν επικρατήσει το ΝΑΙ, η ελληνική κυβέρνηση θα έχει τη νομική ή την πολιτική δέσμευση να αποδεχθεί τη συγκεκριμένη πρόταση, χωρίς δυνατότητα περαιτέρω διαπραγμάτευσης; Και βεβαίως παραμένει το ζήτημα ότι η άλλη πλευρά της διαπραγμάτευσης δεν έχει την υποχρέωση να εμμείνει σε μία παλαιότερη πρότασή της, η οποία δεν ισχύει πλέον και την οποία η ίδια έχει επισήμως αναθεωρήσει.

Σε κάθε περίπτωση, με τα γεγονότα που μεσολάβησαν από την προκήρυξη του δημοψηφίσματος και εκείνα που θα ακολουθήσουν έως την ενδεχόμενη εκ νέου έναρξη της διαπραγμάτευσης δεν φαίνεται πρακτικώς δυνατή η συζήτηση με βάση την πρόταση που αποτελεί αντικείμενο της λαϊκής ετυμηγορίας.

5. Η διαδικασία, η οποία τροποποιήθηκε μάλιστα με Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου μετά την προκήρυξη του δημοψηφίσματος, δεν παρέχει τη δυνατότητα, κυρίως λόγω της περιορισμένης διάρκειας της «προεκλογικής εκστρατείας», πλήρους ενημέρωσης των πολιτών και ωρίμανσης του προβληματισμού τους.

Οι παραπάνω σκέψεις δεν διατυπώνονται από την οπτική γωνία του νομικού κύρους ή μη του επικείμενου δημοψηφίσματος από άποψη συνταγματικότητας ή συμφωνίας με διεθνείς συμβάσεις. Διατυπώνονται από το πρίσμα της ανάγκης διαφύλαξης του ουσιαστικού κύρους ενός κορυφαίου θεσμού της δημοκρατίας.

* Ο κ. Κώστας Φ. Μενουδάκος είναι επίτιμος πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας.