ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Προ των πυλών του Ευρωδικαστηρίου

pro-ton-pylon-toy-eyrodikastirioy-2106971

Tον κίνδυνο παραπομπής στο Ευρωδικαστήριο αντιμετωπίζει η Eλλάδα, λόγω των ρυθμίσεων που προωθεί η κυβέρνηση μέσω του νομοσχεδίου για την αδειοδότηση των τηλεοπτικών φορέων της χώρας, ενώ τη διαφωνία του με βασικές διατάξεις εξέφρασε και το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, το οποίο σημειώνει μάλιστα ότι ουδέποτε κλήθηκε από την κυβέρνηση να γνωμοδοτήσει ή να εκφράσει τις παρατηρήσεις του επί του νομοσχεδίου.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει αποστείλει ήδη τρεις επιστολές σχετικά με θέματα που αγγίζει το νομοσχέδιο, απειλώντας τη χώρα με ισάριθμες διαδικασίες παραπομπής (EU pilot) στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Η πρώτη επιστολή αφορά τη θιγόμενη από τις διατάξεις του νόμου ανεξαρτησία της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών & Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ), η δεύτερη αφορά το ενδεχόμενο της κρατικής ενίσχυσης της ΕΡΤνετ και η τρίτη τη νόθευση των κανόνων ανταγωνισμού.

Σε ό,τι αφορά το πρώτο, σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, ενώ προβλέπεται η διαδικασία πειθαρχικού ελέγχου των μελών της ΕΕΤΤ, με τις νέες ρυθμίσεις ορίζεται ότι ο υπουργός Υποδομών, Μεταφορών & Δικτύων (ΥΠΟΜΕΔΙ) καθορίζει τα πειθαρχικά αδικήματα. Η διάταξη αυτή περιορίζει την ανεξαρτησία της ΕΕΤΤ και ουσιαστικά η τελευταία καθίσταται υποχείρια του εκάστοτε υπουργού ΥΠΟΜΕΔΙ.

Σχετικά με την κρατική ενίσχυση της ΕΡΤνετ, η Κομισιόν ζητά εξηγήσεις επειδή η νέα θυγατρική εταιρεία της ΕΡΤ που θα ιδρυθεί αποκτά εμπορικούς σκοπούς με την παραχώρηση σε αυτήν μιας άδειας παρόχου δικτύου για την οποία υπήρξε μηδενικό τίμημα. Ουσιαστικά, το ελληνικό Δημόσιο εγκαλείται καθώς είναι «νομοθέτης» και ταυτόχρονα «επιχειρηματίας» σε μία αγορά. Τέλος, η κυβέρνηση εγκαλείται για την παραβίαση των κανόνων ανταγωνισμού, δεδομένου ότι στην ΕΡΤνετ εκχωρείται ένα δικαίωμα δωρεάν, τη στιγμή που το ίδιο δικαίωμα έχει πωλήσει σε έναν ιδιώτη (Digea). Σε ό,τι αφορά τις ενστάσεις του ΕΣΡ, στις παρατηρήσεις που απέστειλε προς τον πρόεδρο της Βουλής επισημαίνεται ότι «το νομοσχέδιο ρυθμίζει μόνο την αδειοδότηση παρόχων γραμμικών οπτικο-ακουστικών υπηρεσιών, επαναλαμβάνοντας σε μεγάλο βαθμό διατάξεις που ρύθμιζαν την αναλογική τηλεόραση και το ραδιόφωνο, πολλές από τις οποίες ανάγονται στο 1995. Η έλλειψη οιασδήποτε μελέτης τόσο από την πλευρά του κράτους όσο και των παρόχων επιτείνει ακόμα περισσότερο το πρόβλημα, μη επιτρέποντας στον νομοθέτη να έχει εικόνα των αλλαγών που έχουν ήδη επέλθει στην αγορά. Εκφράζει, επίσης, την αντίθεσή του με την πρόβλεψη για ελάχιστο αριθμό εργαζόμενων στα τηλεοπτικά κανάλια, εκτιμώντας ότι αποτελεί παρέμβαση και στρέβλωση της ελεύθερης αγοράς. Τέλος, θεωρεί μη αναγκαίο τον προσδιορισμό των αδειών που θα χορηγηθούν κατά είδος προγράμματος, τονίζοντας ότι «τέτοια διάκριση δεν φαίνεται να υπάρχει σε κανένα άλλο κράτος της Ε.Ε.».