ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τριγμοί στην Ε.Ε., ανησυχία στις ΗΠΑ

bussines1

Ο James Dimon, διευθύνων σύμβουλος της J.P. Morgan, της μεγαλύτερης αμερικανικής τράπεζας αυτή τη στιγμή, έχει πάντοτε μια ιδιαίτερη ευαισθησία όταν πρόκειται για θέματα ελληνικού ενδιαφέροντος, λόγω καταγωγής (ομογενής δεύτερης γενιάς), αλλά κυρίως λόγω θέσης. Οι έχοντες καλή μνήμη θα θυμούνται ότι από μια ατυχία ανέβαλε, πριν από περίπου δύο χρόνια, ένα προγραμματισμένο ταξίδι στην Αθήνα, γεγονός που η τότε κυβέρνηση (Σαμαρά) ετοιμαζόταν να επικοινωνήσει «προς τα έξω» ως τη σημαντικότερη, έμπρακτη, απόδειξη αποκατάστασης της εμπιστοσύνης των ξένων επενδυτών προς τη χώρα. Σήμερα ούτε που θα σκέπτονταν ένα τέτοιο ταξίδι, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε όλη την Ευρώπη. Ο λόγος;

Οσοι έχουν το προνόμιο μιας ιδιαίτερης συνομιλίας μαζί του «εισπράττουν» ένα κλίμα έντονης ανησυχίας στο Μεγάλο Μήλο για όσα συμβαίνουν στην άλλη όχθη του Ατλαντικού αυτόν τον καιρό. Ιδιαίτερα στο κομμάτι των χρηματοπιστωτικών εξελίξεων και της δημοσιονομικής αντανάκλασης που θα έχει, αργά ή γρήγορα, στην οικονομία της Ευρωζώνης. Βλέπετε, για το αμερικανικό κατεστημένο τα δεδομένα είναι απλά:

Από τη στιγμή που στην Ευρώπη ο ιδιωτικός δανεισμός στηρίζεται κατά σχεδόν 100% στον τραπεζικό τομέα, μια θεσμική εμπλοκή στον τελευταίο θα απειλήσει με ύφεση όλη την ήπειρο. Η διαφορά με τις ΗΠΑ είναι πως δεν απειλήθηκαν ποτέ με μια τέτοια προοπτική –ούτε καν το 2008, οπότε ξέσπασε η ιστορία της Lehman Brothers– για τον απλό λόγο ότι εκεί ο δανεισμός καλύπτεται κατά περίπου 70% από το capital market και μόλις το υπόλοιπο 30% από τον τραπεζικό τομέα.

Η ελληνική περίπτωση

Συνεπώς, όταν στη Νέα Υόρκη διαβάζουν τα νέα από τη Φρανκφούρτη, για τις εξελίξεις, παραδείγματος χάριν, στην Deutsche Bank, ανατριχιάζουν. Κατ’ αναλογίαν, όλα τα παραπάνω ισχύουν και για την ελληνική περίπτωση, που θεωρείται και είναι πιο «ρηχή» και πιο ευάλωτη σε όλα τα παραπάνω. Το sell off της εβδομάδας που πέρασε στις τραπεζικές μετοχές αποδεικνύει του λόγου το αληθές. Αν και οι πληροφορίες αναφέρουν ότι κάποιοι, στην κατάρρευση της εβδομάδας που πέρασε, βρήκαν την ευκαιρία να μπουν σε ακόμα πιο χαμηλά επίπεδα, με έναν στόχο: να σώσουν –κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή– την τελευταία μεγάλη επένδυση που έκαναν στις ελληνικές τράπεζες, στο πλαίσιο της ανακεφαλαιοποίησης του Δεκεμβρίου.

Ετσι, την ώρα που κυρίως τα μεσαίου μεγέθους αμερικανικά funds (Wellington, KKR κ.ά.) πωλούσαν, κάποια άλλα, από τα μεγάλα, στην καλύτερη των περιπτώσεων αγόραζαν (σ.σ. στη χειρότερη παρέμεναν σταθερά, αν και με το δάκτυλο στη σκανδάλη). Και έτσι λύνεται και ένα άλλο μυστήριο των ημερών, για την ταυτότητα εκείνων που έδιναν εντολή buy, την ώρα που οι περισσότεροι ήταν κολλημένοι στην εντολή sell.

Ωστόσο, όσοι είναι σε θέση να γνωρίζουν επιμένουν ότι και αυτή η στάση δεν θα συνεχίζεται επ’ αόριστον. Απλώς, τώρα, επιλέγεται εξ ανάγκης, αφού στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια «μπήκαν» πολλές εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ, στη «βάση» της εξόδου της χώρας από το πτωτικό σπιράλ, που όμως συνεχίζεται και απειλεί να καταστρέψει ακόμα και διάσημες καριέρες αλλά και χαρτοφυλάκια. Γι’ αυτό και δίνεται μια μάχη που πλέον χαρακτηρίζεται από όλους τους εμπλεκόμενους οπισθοφυλακής.

Το μόνο που «σώζει» την ελληνική περίπτωση είναι πως τα ίδια και χειρότερα, στα κατά τόπους ταμπλό, συμβαίνουν σε όλη την Ευρώπη. Στη γειτονική Ιταλία, η διοίκηση της UniCredit αναγκάστηκε να βγάλει ανακοίνωση στήριξη του CEO της, την ώρα που τα CDS της τράπεζας παραπέμπουν απευθείας σε εκείνα της Ελλάδας. Παραδόξως το ίδιο συμβαίνει και με εκείνα της Deutsche Bank, με αποτέλεσμα οι διοικήσεις των μεγάλων κρατικών επενδυτικών funds της Νορβηγίας, του Κατάρ, του Αμπού Ντάμπι και της Σαουδικής Αραβίας να έχουν υποστεί νευρικό κλονισμό. Ακόμα και εκείνο της… Λιβύης, που ελέγχει το 2,3% της UniCredit.