ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Δεν θα υπάρξει ανατροπή, αλλά επιτάχυνση…

Δεν θα υπάρξει ανατροπή, αλλά επιτάχυνση…

ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ – ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ. Η αποκάλυψη μιας τηλεφωνικής συνομιλίας των στελεχών του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) για την Ελλάδα μπορεί να ανέβασε την ένταση μεταξύ της κυβέρνησης και του ΔΝΤ, ωστόσο δεν αναμένεται να αλλάξει τα δεδομένα της διαπραγμάτευσης. Αν στόχος της κυβέρνησης ήταν να διώξει το ΔΝΤ από το πρόγραμμα, αυτό δεν επετεύχθη.

Οπως φαίνεται από τις πρώτες αντιδράσεις όλων των πλευρών μάλιστα, όχι μόνο δεν θα ανατρέψει τις συζητήσεις, αλλά αντίθετα πιθανώς να επιταχύνει τις εξελίξεις στη διαπραγμάτευση. Στο πλαίσιο της προσπάθειας να βάλει το περιστατικό πίσω του, το ΔΝΤ αρνήθηκε πεισματικά να πάρει θέση για το αν επιρρίπτει στην κυβέρνηση τις ευθύνες για την υποκλοπή της τηλεφωνικής επικοινωνίας.

Ωστόσο, στη δημόσια απάντησή της στην επιστολή του Ελληνα πρωθυπουργού, η επικεφαλής του Κριστίν Λαγκάρντ εκφράζει ανοιχτά την ενόχλησή της για την υποκλοπή και την υπερευαίσθητη, όπως εκτιμά, αντίδραση της ελληνικής κυβέρνησης. Παράλληλα, επιστρέφει τα παράπονα περί ελλείμματος εμπιστοσύνης, ενώ εκφράζει την πλήρη εμπιστοσύνη και στήριξή της στο προσωπικό του ΔΝΤ.

Το ζήτημα της ασφάλειας των εσωτερικών του συνομιλιών δεν είναι πάντως μικρό για τον διεθνή οργανισμό. Ο πρώην εκτελεστικός διευθυντής του, Αντρέα Μοντανίνο, τονίζει ότι είναι μία άσχημη υπόθεση και εκτιμά ότι το ΔΝΤ θα πρέπει να διερευνήσει το πρόβλημα ασφάλειας που θέτει η υποκλοπή για τις επικοινωνίες του. Σε κάθε περίπτωση, η διαρροή θα επιταχύνει τις εξελίξεις, λέει στην «Κ» ο διευθυντής του προγράμματος Διεθνών Οικονομικών του Atlantic Council και πρώην εκτελεστικός διευθυντής του ΔΝΤ Αντρέα Μοντανίνο.

Ολα δημόσια

Οπως εκτιμά, συνέβαλε στο να ξεκαθαρίσει η θέση του Ταμείου ακόμη περισσότερο: «Τώρα η απόφαση βρίσκεται πραγματικά στα χέρια των Ευρωπαίων, και πιθανότερα της Γερμανίας, αν θα προχωρήσουν προς την ελάφρυνση του χρέους ή όχι, που αναλόγως θα επηρεάσει και την απόφαση του Ταμείου για το αν θα συμμετάσχει ή όχι στο ελληνικό πρόγραμμα». Σύμφωνα με τον ίδιο, «τώρα που είναι όλα δημόσια, το ΔΝΤ δεν θα συμμετάσχει ποτέ σε νέο πρόγραμμα για την Ελλάδα χωρίς κάποια ελάφρυνση του χρέους από τους Ευρωπαίους».

Ο συνεργάτης του ινστιτούτου Peterson Τζέικομπ Κίρκεγκααρντ θεωρεί δεδομένο ότι η διαρροή προήλθε από την ελληνική κυβέρνηση, αλλά δεν μπορεί να κατανοήσει την αντίδρασή της, που εκτιμά ότι γύρισε μπούμερανγκ εναντίον της. Οπως λέει στην «Κ», δεν υπάρχουν νέα στη συνομιλία: «Δεν ξαφνιάζομαι που η ελληνική πλευρά υποκλέπτει τις επικοινωνίες του ΔΝΤ, αλλά το να δείχνουν ότι το κάνουν είναι ανόητο.

Δεν υπάρχει κάποια είδηση, ένα σκάνδαλο ή κατηγορίες κατά της Ελλάδας, αλλά δύο στελέχη του ΔΝΤ που συζητούν για τη στρατηγική τους. Σαφώς μιλούν για ένα πρόγραμμα που έχει πρόβλημα και για κάποια πολιτικά ζητήματα που θα προκύψουν στο προσεχές μέλλον, όπως το Brexit κ.ά., τα οποία θα πρέπει να διαχειριστούν».

Γιατί να το έκανε, όμως, αν είναι έτσι; Σύμφωνα με τον κ. Κίρκεγκααρντ, η κυβέρνηση υπερεκτίμησε την κατάσταση και επιχείρησε τη διαρροή γιατί αισθάνθηκε πως «αν είχε να κάνει μόνο με την Επιτροπή, που εστιάζει πολύ περισσότερο στο προσφυγικό, θα πετύχαινε μία καλύτερη συμφωνία».

Από την πλευρά του, ο καθηγητής διεθνών οικονομικών σχέσεων στο American University Ράνταλ Χένινγκ δηλώνει στην «Κ» εντυπωσιασμένος με την ταχύτητα με την οποία απάντησαν η κ. Λαγκάρντ και η Γερμανίδα καγκελάριος Αγκελα Μέρκελ στην κοινή τους συνέντευξη Τύπου την περασμένη Δευτέρα. Οι δύο παρουσίασαν ένα κοινό μέτωπο παρά τις διαφωνίες τους, καθώς ξεκαθάρισαν ότι το ΔΝΤ πρέπει να παραμείνει στη συμφωνία.

Σε αυτό συμφωνούν και οι ΗΠΑ, καθώς την ίδια ημέρα ο Αμερικανός αντιπρόεδρος Τζο Μπάιντεν απαντούσε σε σχετική ερώτηση θετικά, λέγοντας ότι το ΔΝΤ «είναι οπωσδήποτε μέρος της λύσης» και ότι μιλά για τον σκοπό αυτό «όλη την ώρα» με την κ. Λαγκάρντ. Λίγο νωρίτερα, εξάλλου, ο κ. Μπάιντεν είχε 45λεπτο τηλεφώνημα με τον πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα, κατά το οποίο επίσης του μετέφερε την ανάγκη εποικοδομητικής συνεργασίας με το ΔΝΤ και τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, αλλά και ότι θα πρέπει να λάβει δύσκολες αποφάσεις.

Οταν, πάντως, ο κ. Χένινγκ ακούει τις εικασίες ότι μπορεί τη διαρροή να την έκανε το ίδιο το ΔΝΤ για να πιέσει τους Ευρωπαίους να δεχθούν μεγαλύτερη μείωση του χρέους ή να αποχωρήσει από το ελληνικό πρόγραμμα για τα καλά, γελά. «Αν το ΔΝΤ ήθελε κάτι τέτοιο, υπήρχαν άλλοι τρόποι να το κάνει», λέει.