ΠΟΛΙΤΙΚΗ

H διάρρηξη του κοινωνικού συμβολαίου

Η ​​γενικότερη αίσθηση στην Ελλάδα αλλά και σε άλλα μέρη του πλανήτη είναι πως η μία κρίση διαδέχεται την άλλη, και τα πράγματα πάνε από το κακό στο χειρότερο. Μία από τις πιο σημαντικές αιτίες αυτών των αλλεπάλληλων κρίσεων είναι η διάρρηξη του κοινωνικού συμβολαίου. Αυτή είναι η θεωρία, μία από τις βασικές έννοιες των φιλοσόφων της εποχής του Διαφωτισμού. Υπονοεί πως οι πολίτες συνάπτουν ένα συμβόλαιο με το κράτος, με αμοιβαίους όρους. Από τη μία πλευρά, οι πολίτες δέχονται περιορισμό των ελευθεριών τους, ενώ το κράτος εγγυάται τα βασικά τους δικαιώματα: ζωή, ελευθερία, ιδιοκτησία, δημόσια αγαθά. Εάν το κράτος «σπάσει» αυτό το συμβόλαιο, τότε οι πολίτες έχουν δικαίωμα να το λύσουν και να εξεγερθούν. Αυτό το συμβόλαιο, φυσικά, δεν είναι τυποποιημένο, είναι αποτέλεσμα των κοινωνικών διεργασιών μεταξύ κράτους και πολιτών, ως προς το πού πρέπει να μπει η διαχωριστική γραμμή μεταξύ περισσότερης κρατικής παρέμβασης ή ατομικής ελευθερίας. Για παράδειγμα, αυτή η διαχωριστική γραμμή είναι πολύ διαφορετική ανάμεσα στις ΗΠΑ και στη Γαλλία. Φυσικά δεν υπάρχει μία καθολικώς αποδεκτή απάντηση στο πού πρέπει να τεθεί αυτή η γραμμή, ή αν υπάρχει βέλτιστη λύση. Αυτό εξαρτάται από τις προτιμήσεις των πολιτών και των ηγετών τους, καθώς και από άλλους ιστορικούς παράγοντες.

Το ερώτημα που τίθεται είναι ένα: Ποια είναι η σωστή «συνταγή» μεταξύ φόρων ή περικοπών;

Η φορολογία είναι αναπόφευκτη. Είναι η ανταλλαγή τρέχοντος εισοδήματος των πολιτών με μία μελλοντική υπόσχεση. Αυτή η υπόσχεση έχει αλλάξει διαχρονικά: στην αρχαιότητα οι Ελληνες, Ρωμαίοι, Πέρσες και μετέπειτα Οθωμανοί και υποτελείς φεουδαρχικών καθεστώτων απέδιδαν φόρους, με αντάλλαγμα τη ζωή τους. Στις σύγχρονες δημοκρατίες, η υπόσχεση που τα κράτη δίνουν σε αντάλλαγμα της φορολογίας είναι η χρηματοδότηση των λεγόμενων «δημόσιων αγαθών»: τα δημόσια σχολεία, οι δυνάμεις ασφαλείας, το οδικό δίκτυο, η νοσοκομειακή περίθαλψη, η δέσμευση της Δημοκρατίας να μην επιτρέψει απολυταρχικά καθεστώτα, το κράτος πρόνοιας για τους πραγματικά «μη έχοντες» και μία δέσμευση ως προς την τήρηση ισορροπιών μεταξύ πλειοψηφίας και μειοψηφίας.

Στην προ κρίσεως Ελλάδα το κοινωνικό συμβόλαιο ήταν το εξής: πρακτικά χαμηλοί φόροι και χαμηλής ποιότητας δημόσιες υπηρεσίες, σε συνδυασμό με κάποια σχετική «ελευθερία» (π.χ., να χτίζω αυθαίρετες οικοδομές, να μου σβήνει κλήσεις ο βουλευτής, κ.λπ.). Με το ξέσπασμα της κρίσης, τα χρήματα τελείωσαν και η προσπάθεια αλλαγής αυτού του μοντέλου ήταν επώδυνη, υποχρεώνοντας την πολιτική ηγεσία να λάβει αποφάσεις. Αυτές οι αποφάσεις που πρέπει να παρθούν, αναπόφευκτα θα ευνοούν ένα κομμάτι της κοινωνίας και θα ζημιώνουν ένα άλλο. Δύο είναι οι επιλογές που έχουμε: αύξηση της φορολογίας ή μείωση των δαπανών. Υπάρχουν αμέτρητα ιστορικά παραδείγματα, όπου η αύξηση φόρων επέφερε κοινωνική αναταραχή. Ο Γκάντι διοργάνωσε την πρώτη μη βίαιη διαμαρτυρία, με αφορμή την επιβολή φόρου σε ένα βασικό αγαθό, το αλάτι. Ο Γουλιέλμος Τέλλος, λαϊκός ήρωας της Ελβετίας, επαναστάτησε και μετέπειτα δολοφόνησε τον φοροεισπράκτορα Γκέσλερ των Αψβούργων, ο οποίος είχε εισβάλει στην Ελβετία. Αφορμή για την Αμερικανική Επανάσταση αποτέλεσε η διαμαρτυρία απέναντι στην επιβολή φόρου στο τσάι από τους Βρετανούς, και έμεινε στην Ιστορία ως το Κίνημα του Τσαγιού της Βοστώνης. Στην ιστορία της Ελλάδας υπάρχει πληθώρα τέτοιων φορολογικών διαδηλώσεων: από τη Στάση του Νίκα, όπου οι στασιαστές απαιτούσαν την καθαίρεση του υπεύθυνου για την επιβολή φορολογίας, την επαχθή φορολογία επί Τουρκοκρατίας, που συντέλεσε στην Επανάσταση, το Κίνημα της 3ης Σεπτέμβρη 1843, που είχε ως αφορμή την επιβολή φόρων για την αποπληρωμή δανείων της Επανάστασης, κ.ά. Στη μετά την κρίση Ελλάδα, πληθώρα τέτοιων διαδηλώσεων εκδηλώνεται σε όλη τη χώρα, από τους «Δεν πληρώνω» μέχρι τις διαδηλώσεις στη πλατεία Συντάγματος, μετά την εφαρμογή του πρώτου μνημονίου, μέχρι τις πρόσφατες διαδηλώσεις ελευθέρων επαγγελματιών απέναντι στην αύξηση της φορολογίας τους.

Οταν οι κυβερνήσεις αξιώνουν υπερβολικούς φόρους, οι πολίτες διαμαρτύρονται – με διάφορους τρόπους. Στη μετά την κρίση Ελλάδα, η προσπάθεια επιβολής μέτρων επέφερε διάφορες στρεβλώσεις, με κάποια κομμάτια της κοινωνίας να επωμίζονται δυσανάλογο βάρος. Το μείγμα πολιτικής που ακολουθήθηκε ήταν 2/3 αύξηση φορολογίας και 1/3 μείωση δαπανών. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα διάφορες κοινωνικές ομάδες να στραφούν η μία εναντίον της άλλης. Οι διαδηλώσεις των πρώτων ετών του μνημονίου υποστηρίχθηκαν έντονα από τις κοινωνικές ομάδες που έχαναν προνόμια δεκαετιών: δημόσιοι υπάλληλοι, συνδικαλιστές ΔΕΚΟ, φαρμακοποιοί. Αυτοί αποτέλεσαν και τον κορμό του «Οχι» στο πρόσφατο δημοψήφισμα. Πέρα από αυτόν τον τρόπο διαμαρτυρίας –που προβλήθηκε παγκοσμίως σε όλα τα μεγάλα ειδησεογραφικά δίκτυα–, υπήρξε και ένας άλλος, πιο σιωπηλός τρόπος, περισσότερο ανησυχητικός και μακροχρόνιος. Η απόσυρση των πολιτών από τη «μέγγενη» του κράτους, είτε μέσω της μετανάστευσης σε ένα άλλο, φιλικότερο κράτος, είτε μέσω της μετακίνησης στην επαρχία – όπου το κράτος και οι μηχανισμοί του είναι λιγότερο αποτελεσματικοί και οι ενδοοικογενειακές σχέσεις μπορούν να υποστηρίξουν κάποια αδύναμα μέλη. Φυσικά εκδηλώθηκαν και άλλοι πιο αυτοκαταστροφικοί τρόποι αντίδρασης, όπως η τραγική αύξηση των αυτοκτονιών, του αλκοολισμού αλλά και της εγκληματικότητας. Eνας άλλος τρόπος διαμαρτυρίας, που δεν εκδηλώθηκε στην Ελλάδα, αλλά κυριαρχεί τα τελευταία χρόνια στην Ευρώπη, είναι οι προσπάθειες αυτονόμησης περιοχών από τη κεντρική εξουσία όπως στην Καταλωνία και στη Σκωτία. Φυσικά, όλες οι παραπάνω επιλογές απαιτούν τεράστιες θυσίες και προσωπικό κόστος. Ακόμα και στην περίπτωση της αυτονόμησης περιοχών αρκεί να φανταστούμε τη δυσκολία που θα είχε ένα ελληνικό νησί να συντηρεί έναν ολόκληρο στρατό με τις δικές του και μόνο δυνάμεις.

Οι ισορροπίες ενός κοινωνικού συμβολαίου δεν είναι στατικές – έχουν διαμορφωθεί ως αποτέλεσμα αποφάσεων, συγκρούσεων και νομοθεσίας, διαμέσου των χρόνων. Το υπέρογκο χρέος αναγκάζει τις κοινωνίες να επανασχεδιάσουν τη γραμμή μεταξύ κράτους και ελεύθερης αγοράς, μεταξύ αυτών που πληρώνουν και αυτών που επωφελούνται. Η σχετική εξουσία του κράτους να φορολογεί και να αναδιανέμει τον πλούτο και η σχετική εξουσία του επιχειρηματία να παράγει πλούτο μεταβάλλονται συνεχώς. Το κοινωνικό συμβόλαιο είναι ισχυρό όταν υπάρχει επαρκής ανάπτυξη, ρευστότητα και παραγωγή πλούτου, ώστε να ικανοποιούνται οι ανάγκες του συνόλου. Λόγω των υπερβολικών υποσχέσεων του παρελθόντος, αυτές οι συνθήκες πλέον δεν ικανοποιούνται, και όλοι αισθάνονται τις συνέπειες. Το κοινωνικό συμβόλαιο σπάει όταν η ανάπτυξη υποχωρεί και οι πολίτες πλέον αισθάνονται προδομένοι. Το υψηλό χρέος αναγκάζει τη μία ομάδα πολιτών να στραφεί εναντίον της άλλης, με την ερώτηση «γιατί η διανομή του πλούτου και των προνομίων επωφελεί αυτόν και όχι εμένα;». Η αλήθεια είναι πως το κοινωνικό συμβόλαιο μπορεί να μην είναι αρεστό, ενώ κάποιες συμφωνίες μπορεί να είναι καλύτερες από άλλες. Η πλειοψηφία αποδέχεται κάποιους όρους και απορρίπτει κάποιους άλλους. Στην Ελλάδα, το κοινωνικό συμβόλαιο, που στηρίχθηκε στη γιγάντωση του δημόσιου τομέα και στα παράλογα προνόμια κάποιων ομάδων, ενώ υπήρξε εχθρικό σε κάθε έννοια υγιούς επιχειρηματικότητας, ήταν καταδικασμένο να αποτύχει. Αυτό, φυσικά, δεν σημαίνει πως και άλλες συμφωνίες που έχουμε, όπως αυτή με την Ε.Ε., είναι ιδανικές και πως δεν παράγουν χρόνιες αδυναμίες. Σε κάθε περίπτωση, αυτές οι αλλαγές θα είναι δυναμικές και απρόβλεπτες – οι γραμμές μεταξύ κράτους και πολιτών θα επανασχεδιάζονται συνεχώς.

*Ο κ. Ιάσων Μανωλόπουλος είναι συνιδρυτής της εταιρείας επενδύσεων Dromeus Capital και συγγραφέας του βιβλίου «Το “επαχθές” χρέος της Ελλάδας».