ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τι πρέπει να γίνει για να ενταχθεί η Ελλάδα στο QE

ecb--4

Δύσκολη καθίσταται η ένταξη στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (QE) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, εάν δεν συμμετάσχει στο ελληνικό πρόγραμμα το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο με ένα έστω συμβολικό ποσό.

Η ΕΚΤ, όπως είπε και πάλι την Πέμπτη ο πρόεδρός της Μάριο Ντράγκι, θα κάνει ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους όταν η Ευρωζώνη αποφασίσει τα μέτρα ελάφρυνσης. Θα είναι η πρώτη φορά που η κεντρική τράπεζα της ζώνης του ευρώ θα κάνει κάτι τέτοιο, καθώς μέχρι τώρα αρκείτο στις αναλύσεις των δύο άλλων μελών της τρόικας, του ΔΝΤ και της Κομισιόν. Αυτό δίνει ένα βαθμό ελευθερίας στην ΕΚΤ. Ωστόσο, ακόμη κι αν με βάση τη δική της ανάλυση το ελληνικό χρέος αξιολογηθεί ως βιώσιμο, η αξιοπιστία της θα αμφισβητηθεί, σε περίπτωση που το ΔΝΤ αποχωρήσει από το πρόγραμμα, υποστηρίζοντας το αντίθετο. Σύμφωνα με πηγές που είναι σε θέση να γνωρίζουν πώς σκέφτονται στη Φρανκφούρτη, υπάρχουν μέλη της διοίκησης της ΕΚΤ που είναι απρόθυμα να συμφωνήσουν στην αγορά ελληνικών ομολόγων εάν το ΔΝΤ θεωρεί το χρέος μη βιώσιμο.

Κατά συνέπεια, η ΕΚΤ, για να εγκρίνει την ένταξη της Ελλάδας στο QE, θέλει:

1. Να ολοκληρωθεί η αξιολόγηση.

2. Να αποφασίσει η Ευρωζώνη μέτρα ελάφρυνσης του χρέους αρκετά για να εξασφαλίσουν τη συμμετοχή του Ταμείου στο πρόγραμμα. Με αυτό το τελευταίο δεν διαφωνεί σχεδόν κανένας, εκτός από κάποια στελέχη του ίδιου του ΔΝΤ. Το Βερολίνο θέλει, αλλά όχι με κάθε κόστος, ενώ η Αθήνα θέλει αλλά φοβάται το κόστος. Συγκεκριμένα:

• Ολα τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης επιθυμούν την παραμονή του ΔΝΤ. Η γερμανική κυβέρνηση, που πρωτοστάτησε στη συμμετοχή του, θα ήθελε να παραμείνει, αλλά θεωρεί ότι το πολιτικό κόστος της αποχώρησης ενδεχομένως να είναι μικρότερο αν το ΔΝΤ επιμείνει να ζητάει γενναία εμπροσθοβαρή μέτρα ελάφρυνσης.

• Για την Αθήνα, το ΔΝΤ είναι «φυσικός σύμμαχος» στο θέμα του χρέους και των πρωτογενών πλεονασμάτων. Ωστόσο, φοβάται μια συμφωνία μεταξύ Ευρωζώνης και ΔΝΤ πίσω από την πλάτη της. Δηλαδή φοβάται το ενδεχόμενο να βρεθεί τρόπος να βγαίνουν τα νούμερα για την παραμονή του ΔΝΤ, αλλά με την κυβέρνηση να υποχρεώνεται να λάβει μέτρα που πολιτικά δεν θα μπορούσε να αντέξει.

Από την άλλη, θέλει όσο οτιδήποτε άλλο την ένταξη στο QE. Οχι μόνο γιατί συνιστά de facto αναγνώριση αλλαγής σελίδας, αλλά κυρίως γιατί είναι εκ των ων ουκ άνευ για τη σταδιακή επιστροφή του ελληνικού κράτους στις αγορές, για τη βελτίωση των συνθηκών ρευστότητας και για τη μείωση του κόστους δανεισμού των επιχειρήσεων. Χωρίς το QE δεν βγαίνει το σενάριο για την ανάπτυξη και η χώρα κινδυνεύει να μπει σε περιπέτειες, καθώς, εάν δεν μπορέσει να βγει στις αγορές, θα χρειαστεί νέο πακέτο βοήθειας. Στην Ευρωζώνη δεν υπάρχουν πολλοί πρόθυμοι για ένα τέταρτο πρόγραμμα.

Ο κίνδυνος

Αυτό τον κίνδυνο τον βλέπουν και άλλοι στην Ευρώπη, αλλά και στην απέναντι όχθη του Ατλαντικού. Γι’ αυτό και ασκούν πίεση στο Βερολίνο να απομακρυνθεί από τη σκληρή γραμμή του κ. Σόιμπλε, ο οποίος λέει «όχι» σε συζήτηση για το χρέος πριν από την ολοκλήρωση του προγράμματος, αλλά εννοεί πριν από τις γερμανικές εκλογές. Προς αυτή την κατεύθυνση, η κυβέρνηση υπολογίζει και στον αμερικανικό παράγοντα και προφανώς θα θέσει το θέμα στον Αμερικανό πρόεδρο κατά την επίσκεψή του στην Αθήνα, τον επόμενο μήνα.

Η κυβέρνηση ελπίζει ότι, εάν η Γερμανία επιμείνει και δεν αποφασιστούν τα μεσοπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους (που θα επιτρέψουν τη συμμετοχή του ΔΝΤ), η ΕΚΤ θα το αξιολογήσει ως βιώσιμο και θα ανοίξει την πόρτα του QE, μόνο με τα βραχυπρόθεσμα μέτρα.

Πάντως, πριν από οτιδήποτε άλλο, η κυβέρνηση θα πρέπει να κλείσει τη δεύτερη αξιολόγηση. Εντός της εβδομάδας θα εκταμιευθεί και η υποδόση των 2,8 δισ. ευρώ, ενώ σήμερα κυβέρνηση και δανειστές θα θέσουν το χρονοδιάγραμμα των επόμενων συζητήσεων. Βάσει του υφιστάμενου προγραμματισμού, θα υπάρξουν δύο επισκέψεις των εκπροσώπων της τρόικας. Η μία είναι η τρέχουσα που αναμένεται να ολοκληρωθεί έως τις 30 Οκτωβρίου, ενώ η δεύτερη θα πραγματοποιηθεί από τις 20 Νοεμβρίου έως τα τέλη του μήνα. Στόχος είναι να επέλθει συμφωνία μεταξύ των δύο πλευρών, η οποία θα επικυρωθεί από το Euroworking Group και το Eurogroup της 5ης Δεκεμβρίου, ώστε να υπάρχει ελπίδα ένταξης της Ελλάδας στο QE στις αρχές Ιανουαρίου.

Θα προηγηθούν η οριστικοποίηση του Μεσοπρόθεσμου, με την κυβέρνηση να επιμένει στη μείωση των στόχων για το πρωτογενές πλεόνασμα από το 2019 και μετά, οι αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις και το νέο υπερταμείο.