ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η ευθύνη ανήκει στους πιστωτές

i-eythyni-anikei-stoys-pistotes-2176201

Η ελληνική κρίση είναι μοναδική στα χρονικά όσον αφορά το βάθος της – είναι βαθύτερη από τη Μεγάλη Υφεση στις ΗΠΑ τον περασμένο αιώνα. Ο λόγος είναι η άνευ προηγουμένου απροθυμία των επίσημων πιστωτών της Ελλάδας να συμβάλουν εποικοδομητικά στην επίλυσή της.

Το ελληνικό κράτος έχει χρεοκοπήσει. Αυτό είναι σαφές εδώ και αρκετά χρόνια. Οι πιστωτές της Ελλάδας ωστόσο εξακολουθούν να διαχειρίζονται την κρίση με το βλέμμα στις τοπικές και βραχυπρόθεσμες πολιτικές τους ανάγκες, αντί να εστιάζουν στην πραγματική διευθέτηση του προβλήματος.

Εχουμε να κάνουμε με μια υπόθεση όπου όλοι γνωρίζουν τι πρέπει να γίνει και αυτό συζητείται παντού, εκτός από τα σαλόνια της ευρωπαϊκής πολιτικής, με τους καλούς τους τρόπους. Η κυβέρνηση Τσίπρα, έπειτα από μια ταιριαστά φλογερή αρχή στο ζήτημα του χρέους, έχει εδώ και καιρό υιοθετήσει και αυτή τη γραμμή που επιβάλλουν αυτοί οι καλοί τρόποι. Με τον τρόπο αυτό αποφεύγει την οργή των πιστωτών, αλλά έχει αποτύχει να βρει διέξοδο από την κρίση.

Τα βασικά δεδομένα περιγράφονται καλά, ξανά, από την έκθεση του άρθρου 4 που δημοσίευσε προ ημερών το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Οπως αναφέρει η έκθεση, «ακόμα και με την υιοθέτηση αυτών των φιλόδοξων πολιτικών, η Ελλάδα δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα χρέους που αντιμετωπίζει με την οικονομική μεγέθυνση. Η Ελλάδα χρειάζεται σημαντική ελάφρυνση χρέους από τους Ευρωπαίους εταίρους της για να αποκαταστήσει τη διατηρησιμότητα του χρέους της».

Τα στοιχεία που περιλαμβάνει η έκθεση του ΔΝΤ είναι γλαφυρά και τρομακτικά. Το εξωτερικό χρέος της χώρας ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξήθηκε από 188,2% το 2011 σε 245,7% (πρόβλεψη) το 2016. Το πρόβλημα της υπερχρέωσης συνοδεύεται εξαρχής από μια σχεδόν μόνιμη τραπεζική κρίση και πιστωτική ασφυξία. Σε αυτά προστέθηκε μια σοκαριστική κρίση ρευστότητας τον Ιούλιο του 2015, όταν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα πάγωσε την παροχή έκτακτης ρευστότητας προς τις τράπεζες μετά την προκήρυξη του δημοψηφίσματος.

Η ανάγκη για βαθιά ελάφρυνση χρέους έχει αναγνωριστεί σχεδόν από όλους, αλλά εξακολουθεί να μη γίνεται πράξη. Το κόστος εξυπηρέτησης του ελληνικού χρέους είναι όντως χαμηλό, αλλά οι πληρωμές έχουν απλώς αναβληθεί. Το «κούρεμα» που επιβλήθηκε στους πιστωτές του ιδιωτικού τομέα το 2012 ήταν σημαντικό, αλλά απείχε πολύ από το μέγεθος που χρειάζεται η Ελλάδα για να επανέλθει σε κατάσταση φερεγγυότητας.

Οι υποχρεώσεις της Ελλάδας προς τους επίσημους πιστωτές παραμένουν στο ακέραιο. Αυτό συμβαίνει κυρίως επειδή ορισμένες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δεν θέλουν να αποδεχθούν την πραγματικότητα ή ίσως επειδή τρέφουν την, όχι και τόσο κρυφή, ελπίδα ότι κάποια στιγμή η Ελλάδα θα επιλέξει να αποχωρήσει από την Ευρωζώνη.

Η προσέγγιση της κυβέρνησης Τσίπρα προκαλεί απορία. Αφού επικράτησε στο δημοψήφισμα του Ιουλίου του 2015 με τη σαφή νίκη του «Οχι», συνθηκολόγησε άμεσα απέναντι στα αιτήματα των πιστωτών, σαν το δημοψήφισμα να μην είχε καν λάβει χώρα. Και παρότι το ΔΝΤ έχει πρωτοστατήσει στην εκτίμηση ότι το χρέος της Ελλάδας είναι μη διατηρήσιμο, εξακολουθεί να αποτελεί τον αγαπημένο στόχο της ελληνικής κυβέρνησης, αποσπώντας την προσοχή από την αδιαλλαξία των Ευρωπαίων πιστωτών.

Φυσικά, με τη στάση αυτή των Ευρωπαίων, τίποτα δεν είναι εύκολο. Η πραγματική πολιτική και ηθική ευθύνη για την παράταση της κρίσης ανήκει συντριπτικά στους πιστωτές, όχι στον καταχρεωμένο και καταρρακωμένο οφειλέτη. Αυτό διδάσκει η ιστορία των χρηματοοικονομικών. Είναι επιτέλους ώρα να τερματιστεί ο πόνος της Ελλάδας, με πρωτοβουλία των πιστωτών.

*Ο κ. Τζέφρι Σακς είναι διευθυντής του Center for Sustainable Development στο Πανεπιστήμιο Columbia.