ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Οι «μεγάλες» επέτειοι και το διακύβευμα των 200 ετών

voyliexo

Στις 19 Μαρτίου 1838 η αθηναϊκή εφημερίδα «Φήμη» δημοσίευσε εγκύκλιο για τον εορτασμό της Ελληνικής Επανάστασης. Είχε προηγηθεί η έκδοση βασιλικού διατάγματος που καθιέρωνε την 25η Μαρτίου ως επέτειο της επίσημης έναρξης του Αγώνα της Ανεξαρτησίας. «Η Α. Μ. ο Σ. ημών Βασιλεύς, λαβών υπ’ όψιν, ότι η ημέρα της 25ης Μαρτίου, λαμπρά καθ’ εαυτήν εις πάντα Ελληνα διά την εν αυτή τελουμένην εορτήν του Ευαγγελισμού της υπεραγίας Θεοτόκου, είναι προσέτι λαμπρά και χαρμόσυνος, διά την κατ’ αυτήν ταύτην την ημέραν έναρξιν του υπέρ Ανεξαρτησίας αγώνος του Ελληνικού Εθνους, ηυδόκησε […] να καθιέρωση την ημέραν ταύτην εις το διηνεκές ως ημέραν Εθνικής Εορτής…». Τα «ιερά και όσια» κειμήλια της Ελληνικής Επανάστασης και τα ηρωικά κατορθώματα κυριάρχησαν έκτοτε στον δημόσιο λόγο και στις ετήσιες πανηγυρικές ομιλίες, ωστόσο οι «μεγάλες» επέτειοι του 1821 έμελλαν να κακοτυχήσουν.

Το 1871, πενήντα χρόνια μετά την έναρξη του Αγώνα, η ελληνική κυβέρνηση προσπαθούσε να ξεπεράσει τη σοβαρή αναστάτωση που προκάλεσε ένα χρόνο νωρίτερα η ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας. Η εμφάνιση της εθνικής κίνησης των Βουλγάρων έπληττε καίρια τις ελληνικές εθνικές διεκδικήσεις στη Μακεδονία και στη Θράκη και η κοινή γνώμη είχε καταβληθεί από έντονο αίσθημα σλαβοφοβίας.

Την ανησυχία που προκαλούσε ο από βορράν κίνδυνος διαδέχθηκε πενήντα χρόνια αργότερα μία εθνική καταστροφή. Τα εκατό χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης συνέπεσαν χρονικά με τη σύγχυση της Μικρασιατική Εκστρατείας, γεγονός που είχε ως συνέπεια τη μετάθεση των μεγάλων εορτασμών του 1921 στο 1930. Με νωπές τις μνήμες της στρατιωτικής ήττας και του πολιτικού διχασμού, με τις εκατοντάδες των προσφύγων και τη Μεγάλη Ιδέα να έχει απολεσθεί παντοτινά, το 1930 ο πανηγυρικός του Κωστή Παλαμά στην Ακαδημία των Αθηνών για την «Εκατονταετηρίδα της Εθνικής Παλιγγενεσίας» υποστήριζε πως: «…ἡ ἀλήθεια τῶν πραγμάτων[…] χρειάζεται […] νὰ διατηρῇ κάποιαν εὐλυγισίαν[…] καὶ νὰ κινῆται εἰς εὐρύχωρα περιβάλλοντα, καὶ νὰ συντονίζεται […] καὶ νὰ συγχρονίζεται. Εἶναι ἡ σπουδαιοτέρα ὑπηρεσία, τὴν ὁποίαν τὸ παρελθὸν προσφέρει εἰς τὸ παρόν». Η επέτειος του εορτασμού των 150 χρόνων κηρύχθηκε από τον αξιωματικό Γεώργιο Ζωιτάκη το 1971 στο πρωτοχρονιάτικο μήνυμά του: «Με αισθήματα ευγνωμοσύνης προς τους προμάχους της εθνεγερσίας, υπερηφανείας διά την ένδοξον ιστορίαν μας…» και γιορτάστηκε μέσα στη θορυβώδη και επιδεικτική προβολή που αρεσκόταν το δικτατορικό καθεστώς.

Και μπορεί όλα τα παραπάνω να αποτελούν απλώς ιστορική αναδρομή, η επέτειος όμως του εορτασμού των διακοσίων ετών αποτελεί γεγονός του μέλλοντος. Πολλοί φορείς έχουν ξεκινήσει ήδη την προετοιμασία τους για να συμμετάσχουν στις πανηγυρικές εκδηλώσεις. Επιστημονικά συνέδρια, ημερίδες, εκδόσεις, ερευνητικά προγράμματα φιλοδοξούν να συμβάλουν στο επετειακό γεγονός. Και είναι αλήθεια ότι ο εορτασμός της Ελληνικής Επανάστασης, που οδήγησε στη σύσταση ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, αποτελεί σπουδαίο, κορυφαίο γεγονός. Η χρονική στιγμή, ωστόσο, στην οποία εμπίπτει θα προκαλέσει έτι περαιτέρω τη δημόσια συζήτηση σε μια κοινωνία που η Ιστορία τής ασκεί ιδιαίτερη γοητεία και θελκτικότητα.

Συγκλίνουσες ή αποκλίνουσες, αντιφατικές ή μη, όποιες κι αν είναι οι προβλέψεις των ειδικών για το μέλλον της χώρας, γεγονός αδιαμφισβήτητο παραμένει πως τα διακόσια χρόνια θα γιορταστούν μέσα στη συναισθηματική φόρτιση που προκάλεσαν τα πολιτικά και οικονομικά γεγονότα των τελευταίων ετών. Το αγωνιστικό και αδούλωτο πνεύμα των επαναστατών έχει ήδη συγκριθεί με το φρόνημα των κοινοβουλευτικών αντιπροσώπων με σαφή την πρόθεση, αλλά όχι και την αποτελεσματικότητα αυτής της πρακτικής. Υπάρχει λοιπόν σοβαρός κίνδυνος να προβάλουν στη δημόσια συζήτηση ιστορικές αφηγήσεις που βρίσκονται έξω από κάθε ακαδημαϊκή συγκρότηση. Ηρωικά κατορθώματα, εικόνες νικητήριας μεγαλοπρέπειας, συμβολική χρήση ιστορικών γεγονότων και προσώπων είναι επισφαλή να εμπλακούν στην τρέχουσα επικαιρότητα, να τροφοδοτήσουν τη σύγχρονη πολιτική συζήτηση και να μετατραπούν τελικά σε πεδίο ιδεολογικής σύγκρουσης και πολιτικής αντιπαράθεσης σε μια κοινωνία που όλα αυτά τα χρόνια αναζητά στην Ιστορία την αιτία των δεινών της αλλά και την ηθική των κυβερνώντων της.

Η επέτειος των διακοσίων ετών αποτελεί συμβολικό ορόσημο της ελληνικής εθνικής παλιγγενεσίας και οφείλεται να της αποδοθεί χρέος τιμής. Η καλλιέργεια της συλλογικής συνεκτικότητας στη βάση του κοινού παρελθόντος με σκοπό τον επαναπροσδιορισμό του εθνικού μέλλοντος αποτελεί μοναδική ευκαιρία για να βαδίσει η ελληνική κοινωνία πέρα από τα μυθεύματα και την ευσυγκινησία που προκαλούν ανασφάλεια και πάθη. Η προσπάθεια αξιολόγησης όλων όσων συνέβησαν την τελευταία δεκαετία με σκοπό να αναδειχθούν οι πραγματικές προτεραιότητες του μέλλοντος επιτάσσει να μη λησμονείται πως ο Αγώνας της Ανεξαρτησίας ήταν εθνικό και πολιτικό κίνημα που στόχο είχε όχι μόνο την απελευθέρωση του υπόδουλου γένους, αλλά και τη συγκρότηση μιας σύγχρονης και ευνομούμενης πολιτείας. Αυτό ήταν το πολιτικό όραμα του αναγεννημένου έθνους που, όπως δήλωνε σε επιστολή του ο Ιωάννης Μελάς προς τον Διονύσιο Ρώμα, ζητούσε «…να συναριθμηθεί εις τα πολιτικά έθνη και όχι να ομοιάσει τους αχρείους…».

* Η κ. Κωνσταντίνα Δ. Καρακώστα είναι διδάκτωρ Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας στο ΑΠΘ.