ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Τα «διαβατήρια» της Ντρίτα Τζιόμο προς τη ζωή

f2-1

H τιμή για τη Θεσσαλονικιά Ντρίτα Τζιόμο, άργησε κοντά στα ογδόντα χρόνια, αλλά τελικά ήρθε τη Δευτέρα. Οχι από την πόλη της οποίας βοήθησε να σωθούν εκατοντάδες δημότες στην Κατοχή, αλλά από την Ιταλία.

Ο πρέσβης στην Αθήνα Εφίσιο Λουίτζι Μάρας της απένειμε για λογαριασμό του προέδρου της Δημοκρατίας της γειτονικής χώρας Σέρτζιο Ματαρέλα, σε μια συγκινητική τελετή στο Ελληνοϊταλικό Επιμελητήριο της Θεσσαλονίκης, το «Αστέρι της Αλληλεγγύης», διά του οποίου ανακηρύχθηκε «Ιππότης της Ιταλικής Δημοκρατίας». 

Υψιστη οφειλόμενη διάκριση για τη θαρραλέα αυτή γυναίκα, η οποία στα είκοσί της χρόνια πλαστογραφούσε, «κάτω από τη μύτη» των Γερμανών, υπό την καθοδήγηση του τότε προξένου της Ιταλίας Γουέλφο Ζαμπόνι, προσωπικά έγγραφα Εβραίων της Θεσσαλονίκης, εμφανίζοντάς τους ως ιταλικής καταγωγής, ώστε να αποφύγουν τη μεταφορά και την εξόντωσή τους στο Αουσβιτς.

Στην Αλβανία του Χότζα

Η ίδια, όταν άρχισε να αισθάνεται ότι οι Γερμανοί «κάτι είχαν μυριστεί», διέφυγε με την οικογένειά της στην Αλβανία, που ήταν υπό ιταλική κατοχή, για να περάσει μισό αιώνα περίπου «έγκλειστη» στο σκοτεινό «στρατόπεδο» του Ενβέρ Χότζα.

«Για το Αουσβιτς και τα άλλα εγκλήματα των ναζί μάθαμε όταν επιστρέψαμε στην Ελλάδα μετά την πτώση του καθεστώτος. Τόσα χρόνια ζούσαμε στο σκοτάδι», είπε στην «Κ».

Παρά τα 97 της χρόνια, προσήλθε στην αίθουσα του Ελληνοϊταλικού Επιμελητηρίου, συνοδεία της κόρης της που ζει στην Αλβανία, με ένα φωτεινό χαμόγελο να λάμπει στο πρόσωπό της και στο χέρι το μπαστούνι.

Με εκπληκτική διαύγεια σκέψης, αφηγήθηκε στον Ιταλό διπλωμάτη, τον εκπρόσωπο της Ισραηλιτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης κ. Σεφιχά και τον επίτιμο πρόξενο της Ιταλίας κ. Χρήστο Σαραντόπουλο, την συναρπαστική ιστορία της.

«Με οδηγίες του προξένου πλαστογραφούσα τα χαρτιά και εκείνος τα υπέγραφε. Ηταν ένας πολύ καλός άνθρωπος, δεν είχε σχέση με τον φασισμό του Μουσολίνι, βοήθησε πολλούς Εβραίους», λέει.

Τι ήταν τα «χαρτιά» της Ντρίτα Τζιόμο; Οι πλαστές ταυτότητες με τις οποίες εμφάνιζαν Ελληνες Εβραίους ως έχοντες ιταλική καταγωγή.

ta-diavatiria-tis-ntrita-tziomo-pros-ti-zoi0
Συγκινημένη η ενενηνταεπτάχρονη, πλέον, Ντρίτα Τζιόμο δέχεται από τον Ιταλό πρέσβη το «Αστέρι της Αλληλεγγύης», για όσα έπραξε όταν ήταν εικοσάχρονο κορίτσι, διά του οποίου ανακηρύχθηκε «Ιππότης της Ιταλικής Δημοκρατίας». 

Αυτό, λοιπόν, το «ausweis» αποτελούσε για τον κάτοχό του, το διαβατήριο προς τη σωτηρία, αφού επιδεικνύοντάς το μπορούσε να βγει από το γκέτο, να εγκαταλείψει τη Θεσσαλονίκη και να περάσει στην ιταλική ζώνη κατοχής, κυρίως στην Αθήνα, γλιτώνοντας έτσι το Αουσβιτς.

«Μόλις του πήγαινα τα χαρτιά έλεγε “καλώς τη σιωπηλή δεσποινίδα Ντρίτα”. Γράφαμε τις άδειες διέλευσης από το Πλατύ Ημαθίας που ήταν ο τελευταίος σταθμός της γερμανικής ζώνης. Από εκεί και πέρα άρχιζε η ιταλική ζώνη. Εμφανίζαμε ότι ο κάτοχος είχε μητέρα, γιαγιά Ιταλίδα. Με αυτά τα χαρτιά τους παραλάμβανε με το αυτοκίνητό του ο στρατιωτικός ακόλουθος Λουτσίλο Μέρτσι και τους πήγαινε στο Πλατύ όπου επόπτευε την επιβίβασή τους στο τρένο και τη διέλευση στην ιταλική ζώνη. Γλιτώσαμε έτσι μερικές εκατοντάδες, δεν ήταν λίγοι», μας λέει.

Ενα τέτοιο εγχείρημα δύσκολα θα μπορούσε να μην υποπέσει στην αντίληψη της Γκεστάπο και όταν οι πρώτες οχλήσεις άρχισαν να καταφθάνουν στο προξενείο, η ώρα της φυγής είχε φτάσει για την εικοσάχρονη τότε Τζιόμο, που είχε πατέρα από τα Ζαγοροχώρια και μητέρα Ιταλίδα.

Η έφοδος και η εκτέλεση

Μια μέρα επιστρέφοντας από τη δουλειά με το τραμ έκαναν έφοδο οι Γερμανοί και ξεχώρισαν δέκα άτομα τα οποία πήραν για εκτέλεση ως αντίποινα στη δολοφονία στρατιώτη της Βέρμαχτ.

Αισθάνθηκε ότι ο θάνατος την πλησιάζει. «Τα πράγματα είχαν αγριέψει. Οταν το είπα στον πάτερα μου, μας πήρε και φύγαμε για την Αλβανία, μέσω Κορυτσάς, βρήκαμε έναν Αλβανό που είχε αυτοκίνητο και μας μετέφερε. Μετά, όμως, εγκλωβιστήκαμε, δεν μπορούσαμε να επιστρέψουμε με την απελευθέρωση. Πήγαμε για να σωθούμε, αλλά βρεθήκαμε σε μια άλλη φυλακή, από την οποία δεν μπορέσαμε να βγούμε επί 45 χρόνια. Δεν είχαμε όλο αυτό το διάστημα καμία επαφή με την Ελλάδα. Στέλναμε γράμματα που δεν έφταναν ποτέ».

Ωσπου το 1988 μια χαραμάδα επικοινωνίας με τη Θεσσαλονίκη για τον οικογένεια Τζιόμο μισάνοιξε εντελώς αναπάντεχα.

«Ενα εμπορικό πλοίο από την Αλβανία έπιασε στη Θεσσαλονίκη και δύο από τους ναύτες βγήκαν βόλτα στην πόλη όπου απευθύνθηκαν στον δρόμο σε έναν άγνωστό τους για μια διεύθυνση. Εκείνος, με τη σειρά του, τους ρώτησε από πού ήταν και όταν του απάντησαν από την Αλβανία, είπε: “Α, έχω κάποιους συγγενείς εκεί”. Ηταν συμπτωματικά ένας εξάδελφός μας. Ο οποίος τους έδωσε τη διεύθυνσή του και όταν επέστρεψαν, ένας εξ αυτών, που έτυχε να γνωρίζει τον αδελφό μου, του αφηγήθηκε την ιστορία. Γράψαμε, στη συνέχεια, ένα γράμμα, το δώσαμε στον ναύτη και όταν το καράβι έπιασε ξανά στη Θεσσαλονίκη, το ταχυδρόμησε από την πόλη. Ετσι έμαθαν οι δικοί μας ότι ζούμε…».

Ο γυρισμός

Με την επιστροφή στη Θεσσαλονίκη, το 1991, η Ντρίτα Τζιόμο βρήκε μια πόλη αγνώριστη σε σχέση με εκείνη που είχε αφήσει. Το σπίτι έρημο, είχε καταντήσει στέκι τοξικομανών και λόγω αυτού οι Αρχές το κατεδάφισαν.

Η Βίλα Ολγα, όπου ο Ζαμπόνι είχε στήσει το «εργαστήρι ζωής» με βασική συνεργάτιδα την ίδια, ήταν και αυτή εγκαταλελειμμένη στη φθορά του χρόνου, αφού το ιταλικό προξενείο είχε μεταφερθεί.

Εγκαταστάθηκε σε απόσταση λίγων μέτρων από το τότε προξενείο, όπου εξακολουθεί να ζει σήμερα φορτωμένη με αναμνήσεις και μάλλον ξεχασμένη από την πόλη και την επίσημη πολιτεία για τους ανθρώπους της οποίας έπαιξε κορώνα-γράμματα τη ζωή της. Το πρόσωπό της έλαμψε όταν στη σεμνή τελετή της βράβευσης την ενημερώσαμε ότι η Βίλα Ολγα πωλήθηκε και θα σωθεί.

«Μπράβο σε αυτόν που την πήρε για να τη σώσει, είναι κομμάτι της Ιστορίας μας», σχολίασε. Η ίδια πρωταγωνιστεί και σε ένα ωριαίο ντοκιμαντέρ για τα παιδιά του «Ουμπέρτο Πρίμο», του ιταλικού σχολείου της Θεσσαλονίκης, Εβραίοι μαθητές του οποίου εξοντώθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης της Γερμανίας.