ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Η Δυτική Γερμανία και η χούντα

ph1bas--ap_691028013-1

Η Γερμανία ήταν το επίκεντρο των μαζικότερων αντιδικτατορικών εκδηλώσεων κατά της χούντας των συνταγματαρχών στην Ευρώπη. Εκεί βρήκαν καταφύγιο όσοι βρέθηκαν απέναντι στους συνταγματάρχες και υπέστησαν διώξεις. Οι αντιστασιακοί αυτοί δέχθηκαν την υποστήριξη των συνδικάτων, καλλιτεχνικών και επιστημονικών οργανώσεων, αλλά και στελεχών του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος και της Εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, καθώς η δυτικογερμανική νεολαία ήταν πεπεισμένη ότι το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου στην Ελλάδα επιβεβαίωνε ότι «ο φασισμός βρισκόταν εκ νέου προ των πυλών» στην Ευρώπη, με πρώτο θύμα τη «χώρα-κοιτίδα της δημοκρατίας».

Η γερμανική κυβέρνηση δεν αιφνιδιάστηκε από την επιβολή δικτατορικού καθεστώτος, καθώς ο πρέσβης της στην Αθήνα, δρ Οσκαρ Σλίτερ, είχε προβλέψει εγκαίρως το ενδεχόμενο πραξικοπήματος, ζητώντας εναγωνίως την υποστήριξη της κυβέρνησης Στεφανόπουλου σε συνδυασμό με την παροχή οικονομικής βοήθειας, για να αποτραπεί μεταξύ άλλων, η προσπάθεια οικονομικής και πολιτικής διείσδυσης της Ανατολικής Γερμανίας στην Ελλάδα. Στην πρώτη έκθεση που έστειλε ένα μήνα μετά το απριλιανό πραξικόπημα, θεωρούσε βασική προτεραιότητα τη διατήρηση της Ελλάδας στο δυτικό στρατόπεδο ως μέλος του ΝΑΤΟ, προκειμένου να αποτραπεί η διολίσθησή της σε ένα καθεστώς ουδετερότητας που θα έθετε σε κίνδυνο όχι μόνο τα γερμανικά οικονομικά συμφέροντα στην Ελλάδα, αλλά και ενείχε τον κίνδυνο αλλαγής στάσης της Αθήνας σε ζητήματα κομβικής σημασίας για τη Βόννη διεθνώς, όπως η πολιτική προς τα κράτη του ανατολικού συνασπισμού και το γερμανικό ζήτημα, δηλαδή η αποτροπή διεθνούς αναγνώρισης της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας, με βάση το δόγμα Χάλσταϊν. Αν κάποια τρίτη χώρα αναγνώριζε τη ΛΔΓ, τότε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία διέκοπτε τις διπλωματικές σχέσεις μαζί της. Αφού και στη Βόννη επικράτησε στάση αναμονής, αποφεύχθηκε η διακοπή των διπλωματικών σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών, καθώς δεν υπήρξε άμεση πίεση για την αποκατάσταση της δημοκρατίας, δεδομένου ότι υιοθετήθηκε και επισήμως η προσέγγιση του Σλίτερ, που έθετε ως βασικό στόχο «τον σταδιακό τερματισμό της έκτακτης κατάστασης […] αποφεύγοντας ταυτόχρονα οτιδήποτε μπορεί να εκληφθεί ως άσκηση πίεσης».

Σταδιακή επιδείνωση των διμερών σχέσεων

Ο Βίλι Μπραντ (υπουργός των Εξωτερικών, 1966-1969 και κατόπιν καγκελάριος, 1969-1974) προσπάθησε να ισορροπήσει μεταξύ των υπέρμαχων μιας «ρεαλιστικής» προσέγγισης της δικτατορικής μεταβολής στην Ελλάδα, ώστε να μη διακοπούν οι οικονομικοί δεσμοί με το χουντικό καθεστώς, αλλά και της προσπάθειάς του να το απομονώσει διεθνώς, υποστηρίζοντας ηθικά, όσο και έμπρακτα τους ελληνικούς αντιστασιακούς φορείς.

Πριν ακόμα το SPD ταχθεί στο συνέδριο της Νυρεμβέργης (Μάρτιος 1968) επισήμως υπέρ της σκληρής αντιμετώπισης των συνταγματαρχών, ζητώντας ταυτόχρονα το τέλος στην εξαγωγή γερμανικών όπλων, ο Μπραντ καταδίκασε το φθινόπωρο του 1967 στο ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο το χουντικό καθεστώς, δηλώνοντας ότι «μας ανησυχούν ιδιαίτερα η καταπάτηση βασικών δικαιωμάτων και η κατάργηση της δημοκρατίας στην Ελλάδα», και συμπληρώνοντας ότι το ενδιαφέρον της ομοσπονδιακής κυβέρνησης «συνδέεται με τον ανθρωπισμό, το κράτος δικαίου και τη δημοκρατία, αλλά και την αξιοπιστία οργανισμών (όπως το ΝΑΤΟ και το Συμβούλιο της Ευρώπης) στους οποίους είμαστε μέλη».

i-dytiki-germania-kai-i-choynta0
Μετά τη φυγάδευση του καθηγητή Γ.-Α. Μαγκάκη στις 16.4.1972 στη Γερμανία, ο Γερμανός πρέσβης χαρακτηρίστηκε persona non grata.

Την ίδια περίοδο καταγραφόταν η απεγνωσμένη απόπειρα του Μπραντ να περιορίσει την πίεση από την αριστερή πτέρυγα του κόμματός του για διακοπή των διμερών σχέσεων με το χουντικό καθεστώς, δηλώνοντάς τους «ότι όποιος πιέζει για διακοπή των διπλωματικών σχέσεων με την Αθήνα αγνοεί τα συμφέροντα αυτής της χώρας (της ΟΔΓ)». Θεωρούσε ότι μια σκλήρυνση της στάσης έναντι της Αθήνας θα εξυπηρετούσε τους ανταγωνιστές της Βόννης, όπως η Γαλλία, η Βρετανία και οι ανατολικές χώρες.

Ωστόσο, η προσεκτική γερμανική στάση δεν απέτρεψε την επιδείνωση των διμερών σχέσεων το 1969, καθώς η Ελλάδα εξαναγκάστηκε κατόπιν διεθνών πιέσεων τον Δεκέμβριο σε αποχώρηση από το Συμβούλιο της Ευρώπης. Μολονότι η Γερμανία επιδίωκε να ανασταλεί η συμμετοχή της Ελλάδας στο Συμβούλιο της Ευρώπης κι όχι να αποπεμφθεί, όπως ζητούσε η σκανδιναβική και ολλανδική πλευρά, η ανάληψη της καγκελαρίας από τον Μπραντ οδήγησε εκ νέου σε ψύχρανση των σχέσεων της Βόννης με το δικτατορικό καθεστώς, δεδομένου ότι όταν επέστρεφε το 1969 από επίσκεψη στην Τουρκία, ως υπουργός Εξωτερικών της κυβέρνησης του Μεγάλου Συνασπισµού, αρνήθηκε να αποβιβαστεί από το αεροπλάνο, κατά την ενδιάμεση στάση στο αεροδρόμιο της Αθήνας, για να μην προσφέρει πολιτική νομιμοποίηση στο καθεστώς των συνταγματαρχών.

Διαφοροποίηση των συντηρητικών κομμάτων

Μετά, ωστόσο, την πρωθυπουργοποίηση του Μπραντ, εκδηλώθηκε η σαφής διαφοροποίηση των συντηρητικών κομμάτων που ζητούσαν επίμονα την υιοθέτηση πραγματιστικής πολιτικής απέναντι στην Ελλάδα των συνταγματαρχών, στα πρότυπα ανάλογης στάσης των ΗΠΑ και της Βρετανίας. Μάλιστα, η βαυαρική κυβέρνηση, πιστή στη γραμμή του Φραντς-Γιόζεφ Στράους, εγκαινίασε με την επίσκεψη του υφυπουργού Οικονομικών, Φραντς Σάκμαν, τον Οκτώβριο 1969 στην Αθήνα επίσημες επαφές με το χουντικό καθεστώς, με πρόφαση διάλεξή του με τίτλο «Βαυαρία – Μια χώρα με μέλλον», όπου το γερμανικό κρατίδιο προβάλλονταν ως το πρότυπο για την ανασυγκρότηση της Ελλάδας των συνταγματαρχών. Μάλιστα, η βαυαρική κυβέρνηση αγνόησε σχετική προειδοποίηση της γερμανικής πρεσβείας στην Αθήνα για προπαγανδιστική αξιοποίηση από τους συνταγματάρχες της πρώτης επίσκεψης Γερμανού αξιωματούχου στην Ελλάδα μετά την 21η Απριλίου. Παράλληλα, καταγράφονταν υποσχέσεις για βαυαρικά δάνεια προς την Αθήνα και ιδιωτικές επενδύσεις, ως «μέτρα επανόρθωσης» για τη σκληρή στάση του Βίλι Μπραντ απέναντι στη χούντα. Ο Σάκμαν δήλωσε επίσης ότι κατάφερε να αποτρέψει με την επίσκεψή του στην Αθήνα την ακύρωση δύο εκ των τεσσάρων συμφωνιών της ελληνικής κυβέρνησης με γερμανικές εταιρείες. Τέλος, συμπλήρωσε με νόημα ότι «στην Αθήνα κυβερνούν σίγουρα καλύτεροι δημοκράτες από ό,τι στο Βουκουρέστι».

i-dytiki-germania-kai-i-choynta1
Η δίκη των «35» (δεξιά ο Γεώργιος-Αλέξανδρος Μαγκάκης, ο οποίος καταδικάστηκε σε 18 χρόνια κάθειρξης). Πολλά στελέχη του SPD συμπαραστάθηκαν με διάφορους τρόπους στον αντιδικτατορικό αγώνα των Ελλήνων.

Υπέρ του «ξεπαγώματος» των ελληνογερμανικών σχέσεων συνηγορούσε ήδη από το 1969 και ο νέος πρέσβης της Δυτικής Γερμανίας στην Αθήνα, Πέτερ Λίμπουργκ, που το 1972 χαρακτηρίστηκε από τη χούντα persona non grata και εγκατέλειψε την Ελλάδα, λόγω της φυγάδευσης στη Γερμανία του καθηγητή Γεωργίου-Αλέξανδρου Μαγκάκη. Ωστόσο, τις ενδοκυβερνητικές ισορροπίες υπέρ της «ρεαλιστικής» προσέγγισης της δικτατορικής μεταβολής στην Ελλάδα άλλαξε ο προερχόμενος από το FDP, αντικαγκελάριος και υπουργός των Εξωτερικών, Βάλτερ Σέελ, που επέδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για ανάθεση σε γερμανικές εταιρείες της κατασκευής σταθμού παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στη Μεγαλόπολη.

Αμηχανία και ελιγμοί από τους Σοσιαλιστές

Η αλλαγή στάσης του υπουργείου των Εξωτερικών οφείλεται, πέρα από τους παραδοσιακά στενούς δεσμούς του FDP με επιχειρηματικούς κύκλους της Δυτικής Γερμανίας (που θεωρούσαν ότι έχαναν έδαφος έναντι των ανταγωνιστών τους στην Ελλάδα), και στη σκλήρυνση της στάσης των Απριλιανών έναντι της Βόννης. Μάλιστα, ο διάδοχος του Λίμπουργκ, Ντιρκ Ονκεν, που προετοίμαζε επίσκεψη του Σέελ στην Αθήνα, διαπίστωνε τον Ιανουάριο του 1973 ότι η υποστήριξη της δημοκρατικής Ελλάδας «δεν μπορεί να μας αποζημιώσει για το διαφυγόν κέρδος κατά τη διάρκεια του στρατιωτικού καθεστώτος».

i-dytiki-germania-kai-i-choynta2
30.1.1969. Η Συμβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης, κατόπιν ψηφοφορίας, εισηγείται την αποπομπή της Ελλάδας. Η Γερμανία επεδίωξε να ανασταλεί η συμμετοχή της χώρας και όχι να αποπεμφθεί.

Παρά τη διαφορετική στάση των κομμάτων της Δυτικής Γερμανίας έναντι των δικτατοριών της νότιας Ευρώπης κατά τη δεκαετία του ’60, τόσο η δυτικογερμανική κυβέρνηση του μεγάλου συνασπισμού (1966-1969) όσο και η επόμενη με καγκελάριο τον Βίλι Μπραντ (1969-1974) επέδειξαν αρκετή ευελιξία απέναντι στους Απριλιανούς, ενώ δεν ήταν διατεθειμένες να αυξήσουν την πίεση σε βαθμό που θα οδηγούσε σε πιθανή διακοπή των διμερών σχέσεων με την Ελλάδα των συνταγματαρχών. Ειδικά το SPD βρέθηκε μετά την ανάληψη της κυβέρνησης σε διαρκή αμηχανία, καθώς στελέχη του, που συμπαραστάθηκαν εξαρχής και με ποικίλους τρόπους στον αντιδικτατορικό αγώνα έναντι της χούντας στη Γερμανία, έπρεπε πλέον να συνδυάσουν το αίτημα εκδημοκρατισμού της Ελλάδας με το γερμανικό δημόσιο συμφέρον. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι ενώ οι σύνεδροι του SPD πήραν το 1968 απόφαση με την οποία ζητούσαν την απαγόρευση εξαγωγής όπλων και τον τερματισμό της οικονομικής βοήθειας προς το καθεστώς των συνταγματαρχών, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση παρέδιδε σιωπηρά στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, στις αρχές του 1970, στρατιωτικό εξοπλισμό στο χουντικό καθεστώς, επικαλούμενη τα γερμανικά συμφέροντα. Ενόψει της συνόδου του ΝΑΤΟ, την άνοιξη του 1970, καταγράφηκε μάλιστα σχετική δήλωση και από την πλευρά του Γερμανού υπουργού Αμυνας, Χέλμουτ Σμιτ («τι να κάνουμε, έχει και η Δύση τις δικτατορίες της όπως και η Ανατολή […] συμφέρον μας πρέπει να είναι να κρατούμε την ισορροπία»), η οποία ανεδείκνυε τη στρατηγική σημασία που είχε η Ελλάδα για την ατλαντική συμμαχία, ακολουθώντας στο ζήτημα αυτό το παράδειγμα των Αμερικανών.

* Ο κ. Νίκος Παπαναστασίου είναι λέκτωρ στο Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του ΕΚΠΑ.

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΕΥΑΝΘΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ