ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Εκπαίδευση μηχανοδηγών με ταχύρρυθμα σεμινάρια

Η απειρία του ενός μηχανοδηγού στο αυτόματο σύστημα ηλεκτρονικής σηματοδότησης που χρησιμοποιείται στη γραμμή Αθήνας – Θεσσαλονίκης είναι πιθανότατα μία από τις κύριες αιτίες της χθεσινής σύγκρουσης δύο αμαξοστοιχιών στον σταθμό της Οινόης, που είχε αποτέλεσμα τον τραυματισμό -ευτυχώς όχι σοβαρό- πέντε επιβατών. Και οι δύο αμαξοστοιχίες υπέστησαν σοβαρές ζημιές, ενώ από τον εκτροχιασμό τους παρέμεινε κλειστή για πολλές ώρες οι γραμμές Αθήνας – Θεσσαλονίκης και Αθήνας – Χαλκίδας, με αποτέλεσμα την ταλαιπωρία εκατοντάδων επιβατών.

Το ατύχημα συνέβη χθες στις 6.14 το πρωί, όταν ο οδηγός της εμπορικής αμαξοστοιχίας 23501, που ερχόταν από Θεσσαλονίκη με κατεύθυνση την Αθήνα, παραβίασε τη σηματοδότηση και συγκρούστηκε στην είσοδο του σταθμού της Οινόης με την προαστιακή επιβατική αμαξοστοιχία 1533, που εκτελούσε το δρομολόγιο Χαλκίδας – Αθήνας. Από τη σύγκρουση τραυματίστηκαν ελαφρά πέντε επιβάτες της πρώτης αμαξοστοιχίας και συγκεκριμένα οι: Ευάγγελος Δαφνής, 49 ετών, Βασίλειος Ισης, 32 ετών, Γεώργιος Σπυρόπουλος, 40 ετών, Ιωάννης Αλαφάνης, 40 ετών, και Κιοσέ Κεμάλ, 32 ετών. Ολοι οι τραυματίες διακομίσθησαν στο Κέντρο Υγείας Σχηματαρίου και κατόπιν, σύμφωνα με τον ΟΣΕ, δύο διακομίσθηκαν στο νοσοκομείο Χαλκίδας, ένας σε ιδιωτική κλινική, ένας σε στρατιωτικό νοσοκομείο και ένας επέστρεψε σπίτι του, ύστερα από την παροχή πρώτων βοηθειών. Σοβαρότερη ήταν η κατάσταση του Κεμάλ, που υπέστη κάταγμα λεκάνης.

Και οι δύο αμαξοστοιχίες εκτροχιάστηκαν μετά τη σύγκρουση, ευτυχώς χωρίς να ανατραπούν βαγόνια. Η κυκλοφορία στο σημείο αυτό πραγματοποιήθηκε με αναμεταβίβαση των επιβατών με λεωφορεία.

Με ανακοίνωσή του ο ΟΣΕ εξέφρασε την αμέριστη συμπαράστασή του προς τους τραυματίες και τις οικογένειές τους, ενώ τονίζει ότι έχουν ξεκινήσει «τα απαραίτητα διοικητικά μέτρα, καθώς και οι απαιτούμενες ενέργειες για τη διερεύνηση του ατυχήματος». Η πλημμελής εκπαίδευση των μηχανοδηγών αλλά και η κακή συντήρηση του δικτύου είναι ορισμένες από τις κύριες αιτίες των περίπου 160 σιδηροδρομικών ατυχημάτων που συμβαίνουν κάθε χρόνο στην Ελλάδα. Μόνο το 2000 έγιναν 155 ατυχήματα, εκ των οποίων περίπου 40 ήταν εκτροχιασμοί.

Το ατύχημα απασχόλησε το χθεσινό διοικητικό συμβούλιο του ΟΣΕ, στο οποίο εκφράστηκαν ανησυχίες και για την πιθανότητα αναλόγων περιστατικών στο μέλλον, ως αποτέλεσμα της πλημμελούς εκπαίδευσης των μηχανοδηγών στα νέα συστήματα. Ο υπεύθυνος για το ατύχημα μηχανοδηγός εργαζόταν επί σειρά ετών στη γραμμή της Πελοποννήσου, όπου η σηματοδότηση γίνεται ακόμα με συμβατικά μέσα (σινιάλα, σηματοδότες) και για τη μετάθεσή του στη γραμμή Αθήνας – Θεσσαλονίκης (που χρησιμοποιεί ηλεκτρονική σηματοδότηση) εκπαιδεύτηκε σε ταχύρρυθμα σεμινάρια.

Σύμφωνα με πληροφορίες, επίσης, η ταχύτητα της αμαξοστοιχίας ήταν 102 χλμ./ώρα, πολύ υψηλότερη από το όριο ασφαλείας. Το κόστος, τέλος, για την επισκευή των δύο αμαξοστοιχιών, που συγκρούστηκαν πλευρικά, υπολογίζεται σε δεκάδες εκατομμύρια δραχμές.

«Το πρόβλημά μας σήμερα μετά από τρία χρόνια λειτουργίας είναι όχι πώς θα λειτουργήσουμε πυροσβεστικά και εκ των υστέρων πού είναι η αντιμετώπιση των αναφορών των πολιτών αλλά και προληπτικά, να αξιοποιήσουμε αυτό που μας παρέχει ο ιδρυτικός μας νόμος, να μελετήσουμε τις χιλιάδες αναφορές, να εντοπίσουμε τα βαθύτερα αίτια που δημιουργούν τα προβλήματα και να κάνουμε υποδείξεις στη διοίκηση για να αλλάξει είτε το νομοθετικό πλαίσιο, είτε το διοικητικό πλαίσιο λειτουργίας της ώστε στο μέλλον να πάψουν τα προβλήματα και να ωφεληθούν διοίκηση και πολίτες», δήλωσε ο κ. Διαμαντούρος δίνοντας το στίγμα της σημερινής λειτουργίας της Αρχής.